Διάλογος για την Κοινωνία

Δεκέμβριος 1, 2009

Είπα να μην ξαναγράψω, να μην ξαναδώσω έτοιμη τροφή.

Γράφω όμως για τα αδέλφια μου τους συνέλληνες και όχι για την εξουσία και όσους αισθάνονται απλοί διαχειριστές της.

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΟΝΑΔΙΚΕΣ ΛΥΣΕΙΣ

 Ξαναγράφω για να επαναφέρω τα πράγματα στην πολιτική και πρακτική θεώρηση που μπορεί να προσφέρει σε αυτό τον λαό την πραγματική ζωή, την πραγματική χειραφέτηση και ελευθερία, την πραγματική δημοκρατία.

Η «Οικονομία» δεν τίποτε άλλο παρά η κοινωνική διεργασία παραγωγής αγαθών για τον άνθρωπο.

Δεν είναι ούτε τα χρήματα, ούτε οι εξαρτήσεις, ούτε τα δάνεια και τα επιτόκια, ούτε οι χρηματικές αξίες και υπεραξίες, ούτε η δουλεία λαών και ανθρώπων, ούτε οι πόλεμοι.

Εχω κουραστεί να ακούω από τους ηλίθιους αυτού του πλανήτη βλακώδεις σαχλαμάρες για την οικονομία, αποτυχημένα καταπιεστικά συστήματα που λογίζουν τον άνθρωπο ως εξάρτημα μηχανισμών και μηχανών παραγωγής, που τον αφήνουν έξω από τους σχεδιασμούς ή τον θεωρούν ενοχλητική συνθήκη … .

Σιχαίνομαι και υποτιμώ αφάνταστα τους οικονομολόγους που δεν μπορούν να σκεφτούν τον πιο πάνω ορισμό και σκέφτονται μόνο αριθμούς, κέρδη και ελλείμματα. Φέρτε μου ένα βιβλίο σύγχρονης οικονομίας που να ξεκινά και να τελειώνει με τον άνθρωπο, με τον σκοπό να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες των ανθρώπων και των κοινωνιών, και όχι γραμμένα για να παράγουν μηχανισμούς, εξαρτήσεις, δουλείες, εκμεταλλεύσεις και κέρδη.

Αυτή είναι η δυστυχία της ανθρωπότητας, έχει καταντήσει χρηματική αξία και σύνολο νομισμάτων, όχι έμβιων όντων, όχι ανθρώπων.

Η χώρα μας, χειρότερη από τριτοκοσμική σε μία σειρά από κοινωνικές διαδικασίες βρίσκεται βαθειά ενταγμένη στο πλαίσιο της εκμετάλλευσης της ίδιας και των ανθρώπων της, από τις διεθνείς και ντόπιες οικονομικές ολιγαρχίες. Εκ των εκμεταλλεύσιμων ουραγών στην νεοαυτοκρατορία της Ευρώπης, σε στάδιο προχωρημένης κοινωνικής αποσύνθεσης, ακολουθεί πιστά εδώ και χρόνια τις εντολές του διεθνούς διευθυντηρίου, ακολουθεί τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, βουλιάζοντας μέχρι να απαξιωθεί τελείως και να αγοραστεί με ακόμα καλύτερους όρους από τα αφεντικά του πλανήτη.

Είναι δεδομένη και αποδεικνύεται τοις πράγμασι η πλήρης αποτυχία των νεοφιλελεύθερων καταστροφικών για τους ανθρώπους και τις κοινωνίες τους πολιτικών και επιλογών. Ολος ο πλανήτης την βιώνει και παραταύτα οι ανίκανοι ξεπουλημένοι υπάλληλοι που συγκροτούν την πολιτική ηγεσία του συνεχίζουν ακάθεκτοι στην εξαθλίωση και των θάνατο των ανθρώπων. Είναι πραγματική χειροπιαστή απόδειξη της τρισάθλιας οντότητας των αφεντικών του πλανήτη, το γεγονός ότι πα΄ρα την τεράστια τεχνολογική πρόοδο της ανθρωπότητας, πολλαπλασιάζονται συνεχώς οι άνθρωποι που πεθαίνουν από την πείνα, από την έλλειψη νερού και απλές ασθένειες. Κανείς δεν ασχολείται με αυτούς και ο υπερπληθυσμός της γης, η διέξοδος του ανθρώπου μπροστά στον ατομικό του θάνατο δεν ακυρώνει όσα πιο πάνω γράφω αλλά τα ενισχύει … περισσότερη εξαθλίωση = μεγαλύτερες απολυταρχίες και αυτοκρατορίες. Όλα μπορούν να προγραμματιστούν και δεν είναι ο υπερπληθυσμός αποτέλεσμα της βελτίωσης των συνθηκών ζωής, αλλά της αύξησης της προσωπικής αβεβαιότητας που προκαλεί την ανάγκη διαιώνισης του DNA μας. Εάν ίσχυε το αντίθετο, θα ήταν τα κράτη του «δυτικού» κόσμου αυτά που θα αντιμετώπιζαν ζήτημα υπερπληθυσμού.

          Η λεγόμενη αριστερά, αυτή της παλιάς μορφής, όχι μόνο ηττήθηκε, αλλά συμβιβάστηκε και ταυτίστηκε πλήρως με τα «αφεντικά» της. Στην καλύτερη για αυτή περίπτωση, αντί να μιλάει για οράματα, προβάλλει αντιρρήσεις, στήνει οδοφράγματα και δημιουργεί αναχώματα για να καλύψει την πλήρη οπισθοχώρησή της. Η «αριστερά», το όπλο των κοινωνιών και των ανθρώπων κατάντησε είτε αρωγός του καπιταλισμού είτε γραφικότητα και δυστυχώς δεν έχει πια οράματα και εφαρμόσιμα μοντέλα (κάπου εδώ έρχονται τα δικά μου λιθαράκια να ανατρέψουν την πορεία της).     

          Η ελληνική οικονομία έχει τα προβλήματά της, όντας προσανατολισμένη σε δομές, τακτικές και λύσεις που εισάγονται άκριτα από ξένα μοντέλα και αφορούν άλλες δομές, ζητήματα και συνθήκες. Ουσιαστικά μάλιστα, εισάγονται κατά τρόπο βίαιο και εξουσιαστικό, ως «μάννα εξ ουρανού» του «πολιτισμένου και προηγμένου κόσμου», απέναντι στους αμόρφωτους «ραγιάδες», στερώντας τους την έκφραση, την συμμετοχή, την έρευνα, την συνδιαμόρφωση με βάση τα ελληνικά δεδομένα. Τα μοντέλα αυτά, όσοι υποφέρουν από ραγιαδισμό τα αποδέχονται ως θέσφατα και τα επικοινωνούν με επιβολή λόγω και έργω στους υπόλοιπους. Ως ραγιάδες τα εφαρμόζουν με την ανατολίτικη υπερβολή και υπέρθεση. Στην βάση των θεμάτων αυτών βρίσκεται μια από τις βαθύτερες αιτίες του ελληνικού προβλήματος. Σε κάποιους αρκετούς δεν δόθηκε ποτέ η δυνατότητα να πιστέψουν στον εαυτό τους, στην χώρα τους, στην κοινωνία τους και να δημιουργήσουν. Ο,τι ξεπετάγεται και κινείται αυτόνομα και ενεργά προς την κατεύθυνση της ανατροπής των κατεστημένων πολεμιέται και ή συνθηκολογεί ή περιθωριοποιείται.   

 

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

 

Α. ΑΓΟΡΑΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ

          Γράφοντας στην αρχή της οικονομικής κρίσης για την «πραγματική οικονομία» δεν εννοούσα την «αγορά», αλλά, όπως ξεκαθάρισα καθώς η έννοια γινόταν μιμικά του συρμού, την πραγματική παραγωγική διάσταση της οικονομίας.

          Ένα κύριο διαρθρωτικό πρόβλημα της οικονομίας της χώρας είναι ότι επί δεκαετίες κατευθύνει τους ανθρώπους στο εμπόριο και την παροχή υπηρεσιών, δηλ. σε ουσιαστικά μη παραγωγικές δραστηριότητες. Την ίδια στιγμή, αντί η παράγουσα μειοψηφία να τυγχάνει απολύτου σεβασμού και αρωγής, έχει καταστεί έρμαιο διωγμών από το σύνολο του κρατικού και ιδιωτικού μηχανισμού.

Διαθέτοντας τους ανθρώπους της, δηλ, την ουσιαστική της βάση, η κοινωνία μας στο εμπόριο και στην παροχή υπηρεσιών, απέκτησε ένα τεράστιο παραγωγικό έλλειμμα, που μεταφράζεται σε τεράστιο έλλειμμα του ισοζυγίου εισαγωγών/ εξαγωγών, σε υψηλές τιμές προϊόντων, σε εξάρτηση από τον υψηλότοκο τραπεζικό δανεισμό (αυτός καταστρέφει κάθε δυνατότητα «ανταγωνισμού»), σε εξάρτηση από το εξωτερικό, σε δημοσιονομική καχεξία και σε δεκάδες άλλες ζοφερές συνέπειες που βιώνουμε. Από την άλλη πλευρά, ένα τεράστιο δυναμικό που έχει κατευθυνθεί προς το εμπόριο και την παροχή υπηρεσιών βιώνει τις καταστροφικές συνέπειες του επαγγελματικού πληθωρισμού[1], παράλληλα με την ολομέτωπη επίθεση των πολυεθνικών και των ημεδαπών «κολοσσών».

          Ολος αυτός ο ενεργός οικονομικά πληθυσμός ανθρώπων, ζει από τις σάρκες των ελάχιστων παραγωγών ή πουλώντας εισαγόμενα αγαθά ή συμβάλλοντας στην μετανάστευση των χρηματικών κεφαλαίων. Ο υπερπληθωρισμός της αγοράς στερεί την χώρα από ανθρώπινο δυναμικό με ουσιαστικά δημιουργική – παραγωγική ενασχόληση, με ό,τι αρνητικό τούτο συνεπάγεται. Όταν από τους 1.000 νέους ανθρώπους (που αποτελούν την πραγματική ισχύ και δυναμική της κοινωνίας και της χώρας μας) εργάζονται οι 500 και από τους 500 αυτούς οι 420 παρέχουν υπηρεσίες (τις περισσότερες φορές μηδενικής ουσιαστικής κοινωνικής και παραγωγικής αξίας) τι απομένει ;  Μπορούν οι 80 που απομένουν να παράγουν κα να καλύψουν τις ανάγκες τους συνόλου;    (σ.σ οι πιο πάνω αριθμοί δεν είναι τυχαίοι).

Όταν ακούω τις κυβερνήσεις να μιλούν για ενίσχυση της αγοράς (δηλ. ενός παθογενούς φαινομένου που έχει αλλά και προκαλεί τεράστιες ζημίες) σκέπτομαι ότι ρίχνουν τα χρήματα του φορολογούμενου πολίτη μέσα σε ένα βάλτο, σε ένα πηγάδι χωρίς πυθμένα. Αλήθεια είναι δυνατόν να ενισχύουμε περαιτέρω κάτι ζημιογόνο για να συνεχίσει την ζημιογόνο δράση του;

Όταν, επίσης, ακούω τις κυβερνήσεις να μιλούν για την «δήθεν» απελευθέρωση» της αγοράς σε κάποια επαγγέλματα και μάλιστα ως την κύρια διαρθρωτική λύση των προβλημάτων της οικονομίας, το μόνο που σκέπτομαι είναι εάν αυτοί που το εκφράζουν είναι παντελώς ηλίθιοι ή προδότες της χώρας τους. Σε μία αγορά που πάσχει από υπερπληθωρισμό (π.χ, δικηγόρων, γιατρών, μηχανικών, ταξιτζήδων κλπ.) αυτοί θεωρούν λύση το να φέρουν και άλλους, είτε αλλοδαπούς είτε ημεδαπούς !!!. Κύριοι σοβαρευτείτε, αλλιώς πηγαίνετε στα σπίτια σας. Υπάρχει υπερπληθωρισμός κα αυτόν πρέπει να αντιμετωπίσετε αξιοποιώντας το δυναμικό της χώρας. Ο υπερ-υπερπληθωρισμός που σχεδιάζετε θα καταστρέψει περαιτέρω και άλλους Ελληνες και θα κάνει ακόμα πιο ανορθόδοξη και καταστροφική την απαράδεκτη πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας.

 

Β. ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ

 

          Στην χώρα αυτή, υπακούοντας πλήρως στα ύπουλα και ολιγαρχικά κελεύσματα του νεοφιλελευθερισμού και του καπιταλισμού, έχουμε αφήσει την πορεία της οικονομίας στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Εννοώ ότι αυτοί, μια εν δυνάμει ολιγαρχία, επιλέγουν, αν, πότε, που, με ποιους όρους  και σε τι θα αναπτύξουν κάποια παραγωγική ή άλλη δραστηριότητα.

Ερωτώ : είναι δυνατόν μία χώρα 11.000.000 κατοίκων να αφήνει την παραγωγική διάσταση της οικονομία της στα χέρια και την βούληση ελαχίστων ; είναι δυνατόν έτσι άναρχα και χωρίς κατεύθυνση ή κοινωνική συμμετοχή να κτιστεί τίποτε άλλο, από αυτό το καταστροφικό και ζοφερό παρόν που βιώνουμε επί δεκαετίες. Είναι δυνατόν ένας ολόκληρος λαός να επικρέμεται από την βούληση του κάθε κερδοσκοπικά σκεπτόμενου «μεγιστάνα» για να αποκτήσει παραγωγική διάσταση η οικονομία του.

Μόνο και μόνο αντικρίζοντας το αποτέλεσμα αντιλαμβάνεται κανείς ότι όλα αυτά είναι τεράστια κεφαλαιώδη σφάλματα, που όχι μόνο δεν ταιριάζουν στην κουλτούρα και την ιδιοσυγκρασία του λαού μας, αλλά είναι και εντελώς ανορθολογικά κρινόμενα σύμφωνα με τις ανάγκες της κοινωνίας μας και την διάρθρωση του τόπου μας. Κανείς δεν μπορεί να οδηγεί την χώρα και την κοινωνία της στην καταστροφή και την εξάρτηση. Πόσο π.χ, θα αντέχουν οι αγελαδοτρόφοι να κάνουν αυτό το επάγγελμα κλεπτόμενοι συστηματικά από τους βιομηχάνους του γάλακτος; γιατί και με ποιο κόστος (οικονομικό, παραγωγικό, περιβαλλοντικό) μεταφέρεται το γάλα από την Θράκη στην Κρήτη ;

Η εναπόθεση της οικονομικής πρωτοβουλίας και του σχεδιασμού της παραγωγής στους ελάχιστους ισχυρούς ή φιλόδοξους ιδιώτες (έτσι και αλλιώς μόνο ελάχιστοι χωρούν στην λογική της νεοφιλελεύθερης οικονομίας) κάνει την κοινωνία μας, τους ανθρώπους που την συναποτελούν, ολοένα και περισσότερο εξαρτημένους, τους εξανδραποδίζει αντί να τους χειραφετεί και στο πλαίσιο του παραγωγικού γίγνεσθαι καταστρέφει και αποκλείει κάθε παραγωγική πρωτοβουλία.    

          Σε κάθε περίπτωση η «ιδιωτική πρωτοβουλία» αποδείχθηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, πολύ λίγη πνευματικά, πολύ ατομικιστική, πολύ καταστροφική για το συνολικό κοινωνικό και ανθρώπινο βιοτικό συμφέρον.

 

Γ. ΕΣΦΑΛΜΕΝΕΣ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ & ΕΠΙΛΟΓΕΣ

 

Όλα όσα θίγονται στο κείμενό μου, δεν πραγματοποιήθηκαν χωρίς την απουσία της κρατικής πολιτικής επιλογής. Παντού υπήρξε η πολιτική επιλογή ή η αδράνεια του κράτους.

Όμως υπάρχουν συγκεκριμένες κορυφαία εσφαλμένες πολιτικές κρατικές επιλογές. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα μετασχηματισμό της οικονομίας και του κοινωνικού δυναμικού προς άθλιες, καταστροφικές επιλογές, που ενίσχυαν τους λίγους και μόνο ευκαιριακά βόλευαν κάποιους περισσότερους . Πέραν όσων αλλού αναφέρονται θα αναφερθώ σε τρείς ειδικότερες εκφάνσεις της παθογένειας:

α.- στην δέσμευση και διάθεση κεφαλαίων σε μη παραγωγικές δραστηριότητες  

β.- στην καταστροφή κρίσιμων παραγωγικών μονάδων

γ.- στο ξεπούλημα – ιδιωτικοποίηση – στρατηγικών μονάδων της χώρας

 

Δέσμευση και διάθεση κεφαλαίων σε μη παραγωγικές δραστηριότητες    

Το κράτος μας, πέρα από την κατασπατάληση ίδιων και ευρωπαϊκών πόρων σε μία σειρά από δραστηριότητες που αφορούσαν την «αγορά» (εμπόριο και υπηρεσίες) και ιδίως με απατηλές (κυριολεκτώ για τις χιλιάδες απάτες που έγιναν), αλλά και άχρηστες κατά το αποτέλεσμα δήθεν ενημερώσεις και μετεκπαιδεύσεις, προέβη και σε καταστροφικές επιλογές ως προς την διάθεση των ίδιων πόρων.

Οι πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεων κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, είτε ήταν αποτέλεσμα εσφαλμένης εκτίμησης, είτε αποτέλεσμα άθλιων εξαρτήσεων ήταν και αποδείχθηκαν καταστροφικές.

Το ιδεολόγημα «δρόμοι = ανάπτυξη» και οι «ολυμπιακοί αγώνες» ποιο ουσιαστικό παραγωγικό αποτέλεσμα είχαν; Μήπως είχαν το κράτος των εργολάβων; Μήπως ευνόησαν μόνο αυτούς και μια σειρά εμπλεκόμενων οργάνων του δημοσίου; Μήπως δέσμευσαν σε αντίστοιχα επαγγέλματα χιλιάδες Ελληνες που σήμερα κατά πλειονότητα είναι άνεργοι ή στυγνά εκμεταλλευόμενοι; Αλήθεια πόσες απέμειναν από τις δεκάδες εταιρείες του κλάδου; Ποια είναι η εικόνα της χώρας σήμερα; Μήπως παράλληλα ευνοήθηκαν ενεργοβόρες και ρυπογόνες μορφές μεταφοράς ; Τι πετύχαμε στην ουσία από κάθε άποψη ; να έχουμε κάποιους ακριβούς (κατασκευαστικά και καταναλωτικά) δρόμους για να βολτάρουν ανά την άδεια χώρα πολυτελή Ι.Χ. ;

Πρώτα έπρεπε να φτιαχθούν οι παραγωγικές μονάδες, αυτές που θα αποτελούσαν την ουσιαστική, την πραγματική οικονομία και εν συνεχεία θα έπρεπε να βελτιωθούν οι δρόμοι ή να φτιαχτούν άλλες μεταφορικές υποδομές με το βλέμμα στο μέλλον (π.χ. ηλεκτρικά τραίνα).

Επιλέξαμε να κατασπαταλήσουμε τεράστιους πόρους για να κάνουμε τους ανθρώπους, το ανθρώπινο δουλεμπόριο της βαρβαρότητας και του κανιβαλισμού της ολιγαρχίας πιο ευχερές. Τριτοκοσμικές ήταν οι επιλογές που επέβαλλε το αλλοδαπό και ημεδαπό κομπραδόρικο κεφάλαιο, ευθέως αντίστοιχες με αυτές που ακολουθούνται σε όλες τις δύσμοιρες χώρες και λαούς του τρίτου κόσμου.

Απογύμνωσαν παραγωγικά την χώρα, απαξίωσαν και απαξιώνουν το συστατικό της κοινωνίας μας : τους ανθρώπους της. Τους αναγκάζουν να γίνονται κούριερς, μεταφορείς τροφίμων, υπάλληλοι σουπερμάρκετ, άνεργοι ουσία και δυνάμει, εγκαταλείποντας κάθε παραγωγική δραστηριότητα και σκέψη. Αποθαρρύνουν και εξαρτούν, απαξιώνουν και εξαγοράζουν κάποιοι … .    

          Η συνέχιση της καταστροφικής πολιτικής αυτής τείνει να εδραιωθεί με το Ε.Σ.Π.Α. , στο οποίο σχεδιάζεται οι τελευταίοι κοινοτικοί πόροι να διατεθούν σε σειρά από ατομικές, ασήμαντες καταναλωτικές αστειότητες της αγοράς και όχι σε ισχυρές και αναγκαίες παραγωγικές δομές και δράσεις.

 

Καταστροφή κρίσιμων παραγωγικών μονάδων

 

Σαν να μην ήταν αρκετή η έλλειψη παραγωγικών μονάδων στην χώρα, καταστρέψαμε και κλείσαμε ως κράτος μία σειρά από υπάρχουσες, οι οποίες αν μη τι άλλο ήταν ουσιωδώς χρήσιμες για τον τόπο. Ας απαντήσουν οι άθλιοι ανεγκέφαλοι : νοείται χώρα με προνομιακή λόγω φύσης αγροτική παραγωγή και να μην έχει π.χ. εργοστάσιο παραγωγής λιπασμάτων ; ή εργοστάσιο παραγωγής αγροτικών εργαλείων ; νοείται χώρα βαμβακοπαραγωγός και να μην έχει πλέον εργοστάσιο παραγωγής υφασμάτων ;

Εχουμε εξευτελίσει προς όφελος ελαχίστων την παραγωγική διάσταση της χώρας, έχουμε εξευτελίσει κάθε έννοια ανάγκης και λογικής.

Αφήσαμε με χίλιους δυό τρόπους μία οικονομική νομενκλατούρα να ελέγχει με την πίεσή της τα πάντα στην χώρα, από το τι θα παραχθεί (βλ. επιδοτήσεις και επιλογές), πόσο αξιολογείται ο μόχθος και ο ιδρώτας του παραγωγού, πόσο κοστίζει στον άνθρωπο το κάθετί; Πόσο κοστίζει η ίδια του η ύπαρξη και ζωή.

Αυτές οι επιλογές δεν αξιώνουν κανένα, δεν χειραφετούν τους ανθρώπους και τις κοινωνίες, δεν οδηγούν στις πραγματικές δημοκρατίες, οδηγούν ξανά στον μεσαίωνα.

   

Ξεπούλημα – ιδιωτικοποίηση – στρατηγικών μονάδων της χώρας

Το σύγχρονο νεοελληνικό αίσχος ολοκληρώθηκε με την κατοχή της χώρας. Όταν μία σε μία χώρα ανήκουν σε τρίτους, από τρίτες χώρες ή ελέγχονται, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, οι δρόμοι, οι επικοινωνίες, το νερό που πίνουν οι άνθρωποι, ο στρατός της σύντομα και η ενέργεια, τι άλλο μένει για να θεωρηθεί υπόδουλη;

Η Ελλάδα μας είναι μια χώρα υπόδουλη, εάν δεν το έχετε καταλάβει, εμείς οι ίδιοι είμαστε υπόδουλοι. Δεν υπάρχει κανένα αυτεξούσιο του ανθρώπου, του πολίτη, αυτού του λαού και της κοινωνίας του. Βιώνουμε μια ψευδαίσθηση ελευθερίας επειδή μόνο κυκλοφορούμε ακόμα σχετικά ελεύθερα. Οφείλουμε πρώτιστα να απελευθερώσουμε την χώρα μας, να απελευθερώσουμε τους εαυτούς μας και τα παιδιά μας.

Ξένοι χρυσοθήρες παίρνουν τον «χρυσό» της χώρας και των ανθρώπων της και μας αφήνουν τις πέτρες.

Πάρτε μία προς μία τις ξένες εταιρείες που κατέχουν την χώρα μας, μελετήστε τα κέρδη τους για να καταλάβετε πόσο πολύτιμο ελληνικό χρήμα, που στην πραγματικότητα είναι ο μόχθος, η ζωή, οι εργατοώρες από την ζωή εκατομμυρίων Ελλήνων, μεταναστεύει στα ταμεία τους στο εξωτερικό. Σκεφτείτε ποιες δυνατότητες χάνονται για την Ελλάδα, την κοινωνία και τον λαό της, από την αιματηρή αυτή μετανάστευση.    

 

Δ. ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΕΞΑΡΤΗΣΗ

 

          Το ζήτημα της κεφαλαιακής εξάρτησης της χώρας είναι πολύπλευρο και αλληλένδετο με τις παραγωγικές καχεξίες της. Όταν η οικονομία δεν έχει παραγωγική διάσταση, όταν το χρήμα μεταναστεύει, είναι πιο «δυσεύρετο» και πιο ακριβό. Το διεθνές και το ημεδαπό κεφάλαιο, ιδίως το πανίσχυρο τραπεζικό έχει φροντίσει να επινοήσει μια σειρά από πολιτικές (ίδε νεοφιλελευθερισμό) που το ευνοούν, το κάνουν αναγκαίο και του δημιουργούν υπερκέρδη και συνολική εξάρτηση των κρατών και των ανθρώπων από αυτό. Συνοδευόμενο από μικρόνοη οικονομολογίστικη υποτέλεια και ευκαιριακή απρονοησία πείθει τους ανθρώπους για τον «επιστημονικό ορθολογισμό» των επιλογών του. Το ζητούμενο είναι να οδηγήσει τους πάντες στο τραπεζικό γκισέ , στον δανεισμό.

Αλήθεια με ποια ανθρώπινα μέτρα επιλέγεται ως λύση η «λιτότητα» ; σκεφτήκατε ποτέ, ερεύνησε κανένας από πού προέρχεται η επιλογή και που οδηγεί τους ανθρώπους; Μήπως απέδωσε ουσιαστικά σε κάποια οικονομία ; ή την έκανε περισσότερο εξαρτημένη και φθίνουσα ; Είναι ένα καλοσχεδιασμένο σχέδιο που περιλαμβάνει και τον κρατικό μηχανισμό και τις επιλογές του.

          Ως προς την άμεση εικόνα της ελληνικής οικονομίας έχω να επισημάνω ότι, η «έλλειψη ανταγωνιστικότητας» που καλοσχεδιασμένα προβάλλουν τα γνωστά κέντρα αποφάσεων δεν έχει να κάνει στο ελάχιστο με τους μισθούς των κοπιωδώς εργαζόμενων ανθρώπων, αλλά (πέρα από όλες τις άλλες καχεξίες) είναι κυρίως αποτέλεσμα του ακριβού χρήματος: των υψηλότατων τόκων. Πως να «ανταγωνιστεί» ο ημεδαπός τον ξένο, όταν το κόστος του χρήματος που επενδύει είναι τριπλάσιο, πώς να εκσυγχρονιστεί; Πώς να αντισταθεί ο καταχρεωμένος παραγωγός στον εκβιασμό του εμπόρου που ανακινεί μπροστά στα μάτια του το μάτσο με τα δυσεύρετα Ευρώ … Και γιατί, ως καλός καιροσκόπος, επιχειρηματίας να μην διαθέσει τα κέρδη του σε πιο επικερδείς και ασφαλείς τραπεζικές δραστηριότητες.

          Το κρίσιμο στοιχείο είναι το ακριβό χρήμα, αυτό είναι η κύρια ειδοποιός διαφορά στο ζήτημα της «ανταγωνιστικότητας» σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαïκές ή τρίτες χώρες. Αυτό καταστρέφει τις όποιες δυνατότητες και μετακινεί την κερδοφορία από την παραγωγική οικονομία στις τράπεζες (σ.σ. το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν τριπλάσια κερδοφορία σε σχέση με τις ευρωπαϊκές για το ίδιο διατιθέμενο κεφάλαιο, το αποδεικνύει).        

 

Ε. ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ – ΠΑΙΔΕΙΑ

 

          Το μοναδικό στοιχείο που συγκροτεί μια ανθρώπινη κοινωνία είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι. Από αυτούς και μόνο εξαρτάται η σύσταση, ο χαρακτήρας και η πορεία της. Ο,τιδήποτε άλλο πέρα από τους ανθρώπους είναι κίβδηλο, εξωγενές και δευτερεύον.

          Επειδή η οικονομία είναι αποκλειστικά μια κοινωνική διεργασία, το κυρίαρχο στοιχείο της δεν είναι το χρήμα, όπως πεπλανημένα πιστεύουν πολλοί (ιδίως όταν δεν υπάρχει ή δημιουργεί ουσιώδη προσκόμματα και προβλήματα) , αλλά οι άνθρωποι και οι δράση τους. Αλλωστε ουσιαστικά και εκ φύσεως οι άνθρωποι ενδιαφέρονται για την απόλαυση αγαθών και όχι για την κατοχή χρήματος (δηλ. χαρτιού).  

          Το ανθρώπινο δυναμικό της χώρας, που θα αποτελούσε ένα κυρίαρχα δυναμικό και τον ουσιαστικότερο παράγοντα της οικονομίας, μέσα από μία σειρά διεργασιών έχει οδηγηθεί στην απαξίωση.

          Με ένα εκπαιδευτικό σύστημα που είναι προσανατολισμένο στο να παράγει πειθήνιους «τεχνοκράτες» εργαζόμενους (σύνδεση εκπαίδευσης – επιχειρήσεων το αποκαλούν) και ένα οικονομικό σύστημα που έχει ως στόχο την ολοένα μεγαλύτερη εξάρτηση και εκμετάλλευση των ανθρώπων, το ανθρώπινο δυναμικό της χώρας έχει απαξιωθεί και έχει οδηγηθεί στην παραγωγική απροθυμία και «ανορεξία». Είτε αταβιστικά αρνείται να μετάσχει στην ανουσιότητα, είτε αντιλαμβάνεται και πληρώνει όλες τις καχεξίες του συστήματος και της σκοπιμότητας εκμετάλλευσης και κερδοσκοπίας (ανεργία). Σαν να μην ήταν αρκετά όλα τα ανωτέρω (τα οποία ενεργά συμβάλλουν στην ανθρώπινη απαξίωση και πολλά άλλα που προκύπτουν από την σφαιρική σκέψη), το σύστημα της παιδείας, που δεν στρέφεται στην πραγματική γνώση και στην διαμόρφωση ελεύθερα σκεπτόμενων ανθρώπων, έρχεται να απαξιώσει περαιτέρω το ανθρώπινο δυναμικό της χώρας.

          Για το αποτέλεσμα αυτό κρίσιμες δεν είναι μόνο οι επιλογές του συστήματος, αλλά και η πλήρης αθλιότητα του καθηγητικού κατεστημένου, μίας αυτοαναπαραγόμενης αντιπαραγωγικής ελιτίστικης μεγαλοαστικής αθλιότητας.

Το σύστημα αυτό καταστρέφει το κρισιμότερο στοιχείο της ελληνικής κοινωνίας, τη νεολαία της. Διδάσκει και επιβάλλει την υποτέλεια, την εξάρτηση, την ελεγχόμενη σκέψη, την αντιπαραγωγικότητα του νου και της δράσης: εάν ανταποκρίνεσαι σε αυτούς τους όρους προοδεύεις, εάν δεν σκύβεις το κεφάλι (ή γενικώς), εάν στοχάζεσαι, εάν αμφισβητείς τα παραδεδεγμένα του καθηγητή, εάν παράγεις καινούργια πράγματα είσαι χαμένος … .Το κυριότερο όμως είναι ότι υπάρχουν και καταστροφικές κατευθύνσεις, ελλείψεις και καταστροφικοί αναχρονισμοί που επιβάλλει η αναξιότητα του καθηγητικού κατεστημένου και η άγρια ταξική κατεύθυνση της παιδείας και της κοινωνίας που ελέγχεται από κάστες. Η φυσική, η χημεία, τα μαθηματικά π.χ. είναι τεράστιες επιστήμες με χιλιάδες σύγχρονε εφαρμογές και αντίστοιχες ειδικότητες. Το εκπαιδευτικό όμως σύστημα στην Ελλάδα «επιμένει» στο να καταστρέφει ένα σημαντικό ενεργό κομμάτι της νεολαίας, παράγοντας φυσικούς, χημικούς, μαθηματικούς δηλ. υποψήφιους καθηγητές που επιδιώκουν διορισμό και διαγκωνίζονται για κάποια φροντιστήρια … . Ένα σοβαρό παραγωγικό κομμάτι της νεολαίας ακυρώνεται ουσιαστικά εξαιτίας του συστήματος της παιδείας. Μαζί με αυτό μειώνονται ή καταστρέφονται οι παραγωγικές κοινωνικές δυνατότητες. 

 

Βεβαίως οι καχεξίες, τα προβλήματα και οι αιτίες τους δεν ολοκληρώνονται στο πιο πάνω κείμενο. Απλά προβάλλονται κάποια ζητήματα που ελάχιστοι έχουν μέχρι σήμερα συλλάβει, αλλά είναι κύρια, ουσιώδη και έχουν αποφασιστική σημασία για το μέλλον.

Από όσα θα γραφτούν πιο κάτω για τις λύσεις, μπορείτε εύκολα να αντιληφθείτε μια σειρά από καχεξίες και προβλήματα, από πράγματα που συμβαίνουν και δεν συμβαίνουν … .

 

ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ

 

Α. Τις λύσεις τις έχω ξαναδώσει σε άλλα κείμενά μου και αναγκαία θα παραπέμψω σε κάποια από αυτά. Οφείλω όμως κάποια να τα ξαναθέσω. Τα κείμενα των παραπομπών οφείλουν να διαβαστούν ξανά, από όποιον έχει το πάθος να εννοήσει και να κατανοήσει και να ληφθούν σοβαρά υπ΄ όψη από όποιον πραγματικά οραματίζεται και έχει σκοπό να προσφέρει πρακτικά και ουσιαστικά στην χώρα.

Β. Καθώς έχω θέσει το φιλοσοφικό πλαίσιο, την θεωρία των βιοτικών αναγκών  πρέπει να επισημάνω κάτι που είναι αυτονόητο, αλλά το χάσαμε ως όντα μέσα στους αιώνες της στρεβλής πορείας: ο άνθρωπος από την φύση του έχει βιοτικές βιολογικές ανάγκες. Η εξυπηρέτηση των αναγκών του είναι το πρωταρχικό στοιχείο της ζωής του, μα και ταυτόχρονα αυτό που τον δεσμεύει ως ον και τον καθιστά αντικείμενο εκμετάλλευσης και εξάρτησης.

Η χειραφέτηση του ανθρώπου, η ισότητα, η πραγματική δημοκρατία, η απελευθέρωσή του και η πραγματική πρόοδος του ανθρώπινου είδους εξαρτάται άμεσα και είναι απόρροια της ικανοποίησης των βιοτικών του αναγκών και του τρόπου και χρόνου ζωής και σκέψης που σπαταλά για αυτές.

Οι κοινωνίες δημιουργήθηκαν για την ευχερέστερη και πληρέστερη κάλυψη των βιοτικών αναγκών των ανθρώπων και η εξυπηρέτησή τους, ως κοινό δεδομένο για όλους και με τον λιγότερο επαχθή για την ζωή του ανθρώπου τρόπο είναι το ουσιαστικό ζητούμενο μιας κοινωνίας που θέλει να προχωρήσει στην απελευθέρωση των ανθρώπων από την ανάλωσή της ζωής τους στον αγώνα για την κάλυψη των πρωταρχικών βιολογικών, ζωωδών τους αναγκών. Αυτός είναι ο στόχος μιας οικονομίας και μιας κοινωνίας ευρύτερα : να καταφέρει να παράγει (ως οικονομία) τα αγαθά που χρειάζονται οι άνθρωποι με την ελάχιστη δυνατή ανθρώπινη ανάλωση και με απόλυτη την ισότητα σε όλες τις διαδικασίες, να καταφέρνει και πολιτικά να εγγυάται σε όλους ότι η θα απολαύσουν αυτά τα αγαθά με μόνο κριτήριο την συμμετοχή τους στο παραγωγικό γίγνεσθαι.

Ο άνθρωπος ενδιαφέρεται μόνο για να απολαμβάνει αγαθά (όχι για να κατέχει άχρηστες εικονικές χρηματικές αξίες), αυτός είναι ο βαθύτερος και πραγματικός σκοπός της δράσης του και καθετί άλλο είναι στρεβλό και ενάντιο στην φύση του.

Ο άνθρωπος δεν είναι ανταγωνιστικό ζώο, γίνεται ανταγωνιστικός όταν τα αγαθά δεν επαρκούν ή όταν ο ανταγωνισμός είναι αναγκαίος για την κάλυψη των αναγκών του (πραγματικών ή στρεβλά ενταχθέντων στο μυαλό του). Κατ’ ουσίαν όμως και οι στρεβλές διδαχές εκκινούν από την ανθρώπινη φύση, δηλ, από την ανάγκη κάλυψης βιοτικών αναγκών. Όλα εκεί καταλήγουν: στην φύση μας και όλα εξαρτώνται από την κάλυψη ή μη των βιοτικών μας αναγκών, ακόμα και από τον κίνδυνο να τις χάσουμε λειτουργώντας μέσα σε ένα κοινωνικό σύστημα.

 

Γ.      Γιατί τα γράφω όλα αυτά σε μία θεώρηση της ελληνικής οικονομίας;

Τα γράφω για να κατανοήσουμε (όσοι έχουμε τα πνευματικά εφόδια, αλλά και για να τα αποκτήσουμε περισσότεροι) ότι οι κατευθύνσεις των πραγματικών και ουσιαστικών λύσεων για την ελληνική οικονομία πρέπει να στρέφονται προς τους στόχους μιας πραγματικής κοινωνικής παραγωγικής οικονομίας που αποσκοπεί στην παραγωγή αγαθών, τα οποία όλοι θα έχουν το δικαίωμα να απολαύσουν. Οι λύσεις πρέπει να στρέφονται προς την παραγωγή αγαθών (ευνόητα και υπηρεσιών) προς ανθρώπινη ανάλωση και όχι αγαθών ως χρηματικές αξίες.

Η διαμόρφωση μιας τέτοιας παραγωγικής βάσης, μιας βάσης παραγωγής αγαθών από όλους για όλους δεν μπορεί να εξαρτάται από ολιγαρχίες, δεν μπορούν οι παραγωγικές μονάδες και τα αγαθά να ανήκουν σε λίγους, σε ατομικότητες, αλλά μόνο σε συλλογικότητες και οι συλλογικότητες αποκτούν ουσιαστική, πραγματική σημασία στην κοινωνική λειτουργία μόνο όταν υπάρχουν οι πιο πάνω παραδοχές και όροι. Αυτοί οι ίδιοι οδηγούν στην πραγματική δημοκρατία, γιατί η τελευταία δεν μπορεί να υπάρξει και να είναι λειτουργικά επιτυχημένη, εάν δεν συντρέχουν οι όροι της πραγματικής κοινωνικής χειραφέτισης και της ισότητας, της ασφάλειας της κάλυψης των βιοτικών αναγκών και της κοινής πορείας παραγωγής και χρήσης τους.

Κάπως έτσι έχω θέσει τους πολιτικούς αλλά και πραγματικά πρακτικούς στόχους και τα μέσα εφαρμογής τους και στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, με την πλήρη κατάρρευση και αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού και των ολιγαρχιών ευτυχώς δεν υπάρχει καμία άλλη λύση, από το να ακολουθηθούν πιστά τα κατωτέρω.

 

Δ.      Η πρώτη κατευθυντήριος είναι να στρέψουμε τους ανθρώπους της κοινωνίας μας προς την πραγματική οικονομία την πραγματική παραγωγή. Σπαταλάμε τεράστιες κοινωνικές δυνάμεις και ζωές ολόκληρες σε ανούσιες υπηρεσίες και στον ανταγωνισμό, αλλά κυρίως: δεν σεβόμαστε τον παραγωγό και τον εκμηδενίζουμε (ακόμα και ως κοινωνική πλειοψηφία παράσιτων και επικουρικών επαγγελμάτων). Η εικόνα αυτή της πραγματικής οικονομίας πρέπει να αντιστραφεί.

 

Οφείλουμε και πρέπει:

 

1.       Να μετρήσουμε τις ανάγκες μας ως άνθρωποι που βιώνουμε σε αυτή την χώρα. Να ξέρουμε τι χρειαζόμαστε και σε ποιες ποσότητες. Παράλληλα να αποφασίσουμε για τις μη βιοτικές ανάγκες ποιες και μέχρι ποιο βαθμό θεωρούνται αναγκαία ικανοποιήσιμες. 

 

2        Να εξετάσουμε και να μελετήσουμε σε βάθος τις πραγματικές δυνατότητες του τόπου μας. Πάρα πολλές τις γνωρίζουμε, όπως γνωρίζουμε ότι ο τόπος μας έχει τεράστιες πολλές φορές ταυτόχρονα και προνομιακές παραγωγικές δυνατότητες. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να τις προστατεύσουμε και να τις ενισχύσουμε με γνώση και προβολή.

 

3.       Να στραφούμε στην ποιότητα του παραγόμενου, διότι στην ποσότητα και υστερούμε και δεν μας είναι τις περισσότερες φορές αναγκαία. Όπως έχω ξαναγράψει να εννοήσουμε, συγκροτήσουμε και προβάλλουμε την χρηστική «ιδιοαξία» του ελληνικού προϊόντος.

 

4.       Να καταστρώσουμε και να υλοποιήσουμε τα παραγωγικά σχέδια με γνώμονα την αειφορία (συνεπάγεται και την προστασία της ζωοδότριας φύσης) και την ποιοτική και ουσιαστική πρωτοπορία, ελαχιστοποιώντας κάθε παράπλευρο κόστος, αλλά και ενισχύοντας με αντίστοιχες παραγωγικές διαδικασίες το σκοπούμενο.

Για παράδειγμα στο πλαίσιο της ανάγκης για βιολογική γεωργία (κατ’ εμέ ο στόχος είναι η καθολική βιολογική καλλιέργεια) δεν μπορούμε να μην έχουμε ένα εργοστάσιο παρασκευής βιολογικών λιπασμάτων ή των αναγκαίων για την καλλιέργεια αυτή υλικών και μηχανημάτων. Μιλώντας για «πράσινη ενέργεια» δεν μπορούμε να μην κατασκευάζουμε ούτε καν βίδες ή καλωδιώσεις, τα περισσότερα ή και όλα τα απαραίτητα υλικά, πρέπει να θέσουμε ως στόχο να κατασκευάζονται στην Ελλάδα για να υπάρχει εθνική αυτονομία, παραμονή και επανεπένδυση των όποιων κεφαλαίων στην  χώρα και ελαχιστοποίηση του κεφαλαίου που μεταναστεύει ήτοι συνολική μέγιστη κοινωνική ωφέλεια.

Δεν μπορούμε να μιλάμε για τίποτα από όλα αυτά εάν δεν έχουμε αυτό τον σχεδιασμό και αυτές τις πολιτικές, τίποτα δεν θα αποφέρουν στην χώρα, στην κοινωνία, στον άνθρωπο, παρά ακόμα μεγαλύτερη εξάρτηση.

 

5. Που θα ανήκει η πραγματική κοινωνική οικονομία;

 

          Αυτό είναι το ουσιαστικό πολιτικό στοιχείο, το αποφασιστικό κριτήριο για μία χειραφετημένη κοινωνία, για χειραφετημένους ανθρώπους, η οδός για την πραγματική κοινωνία, την πραγματική δημοκρατία.

Είναι βέβαιο ότι η εύκολη λύση είναι να συνεχίσουμε να εκχωρούμε την πρωτοβουλία, την επιλογή και την υλοποίηση όλων των σχεδίων και των σχεδιασμών του κράτους στους ιδιώτες. Είναι εξίσου βέβαιο ότι η λύση αυτή δεν εγγυάται στο ελάχιστο ούτε την υλοποίηση, ούτε το αποτέλεσμα. Αυτό που εγγυώνται τέτοιες λύσεις είναι μόνο η συνέχιση και η επαύξηση της εξάρτησης των ανθρώπων και των κοινωνιών από συγκεκριμένες ολιγαρχίες, από συγκεκριμένους ισχυρούς και τις εταιρείες τους. Δεν αποτελεί κοινωνική πρόοδο η συνέχιση και η επαύξηση της ισχύος αυτών των ανθρώπων και μορφωμάτων, δεν συμβάλει στην ατομική χειραφέτηση των ανθρώπων και στην συλλογική χειραφέτιση των οργανωμένων σε κράτη κοινωνιών. Δεν είναι ζητούμενο καμίας ανάπτυξης και πραγματικής προόδου η δημιουργία περισσότερων θέσεων εξαρτημένης εργασίας, ήτοι περισσότερων θέσεων μισθωτής δουλείας.

Στόχος είναι η ανθρώπινη και η συλλογική αυτονομία, ο αυτοκαθορισμός μέσα σε ένα πλαίσιο κοινωνικής ελευθερίας και ασφάλειας και αυτό επιτυγχάνεται μόνο με την λύση της κρατικής ψιλής κυριότητας, της συλλογικής αυτοδιοίκησης και της κοινωνικής αυτοδιαχείρισης.

Το ελληνικό κράτος οφείλει να μην διαθέσει κανένα ποσό στην «αγορά», κανένα επίδομα φτώχειας που εξανεμίζεται στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς ή με μια επίσκεψη στο σουπερμάρκετ. Δεν μπορούμε να διατηρούμε με φρούδες ελπίδες την συνολική παθογένεια που λέγεται «αγορά», δεν μπορούμε να διατηρούμε τους ανθρώπους αιχμάλωτους επιδομάτων και απλής συντήρησης.

Οφείλουμε να τους ενεργοποιήσουμε εκεί που πρέπει : στην παραγωγή, στην διαδικασία της δικής τους και της κοινωνικής αυτονομίας.

Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ο άνθρωπος που παράγει σε καθεστώς προσωπικής και κοινωνικής ελευθερίας.

Με τα δισεκατομμύρια που πηγαίνουν στην τόνωση μιας αγοράς με τα μέγιστα δικά της προβλήματα και με τα διαρθρωτικά προβλήματα που προκαλεί στην ελληνική παραγωγή και οικονομία θα μπορούσαμε να κάνουμε πολλά πράγματα. Σίγουρα ένα εργοστάσιο βιολογικών λιπασμάτων, ένα εργοστάσιο παραγωγής καλωδιώσεων (υπάρχουν έτοιμα να κλείσουν), ένα εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικών αυτοκινήτων, ένα εργοστάσιο παραγωγής υλικών για ανεμογεννήτριες, για φωτοβολταϊκά, κέντρα μελέτης και διάσωσης ενδημικής χλωρίδας και πανίδας, κέντρα διάσωσης παραδοσιακών τεχνικών, κέντρα γνώσης και πολλά,  πάρα πολλά πράγματα.

Τώρα ετοιμαζόμαστε να τα ρίξουμε στο απύθμενο πηγάδι της αγοράς για να πωληθούν προϊόντα που παράγονται αλλού, από άλλους … .

Αυτά τα εργοστάσια, αυτά τα εγχειρήματα, η ίδια η «πράσινη ενέργεια», ο,τιδήποτε φτιαχθεί και πρέπει να φτιαχθεί, μπορεί να ανήκει κατά ψιλή κυριότητα στο ελληνικό κράτος, όμως πρέπει να διοικείται από τους ίδιους τους εργαζόμενους και τις τοπικές κοινωνίες που δημοκρατικά εκλέγουν, συμβουλεύουν και  και ελέγχουν. Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι θα πρέπει να αποκομίζουν από την εργασία τους τα κέρδη, τα προς το ζειν … . Σε αυτούς πρέπει να ανήκει η προσπάθεια και στην κοινωνία. Δεν χρειαζόμαστε την υπ’ αριθμ. 156 μονάδα του κυρίου Χ,  της εταιρείας Ψ. Χρειαζόμαστε, μπορούμε και πρέπει να καλέσουμε ανά αναγκαίες ειδικότητες 100 ανθρώπους να εργαστούν και να απολαύσουν αυτοί και η κοινωνία το αποτέλεσμα της εργασίας τους.

Μόνο έτσι απελευθερώνουμε ουσιαστικά τους ανθρώπους και τις κοινωνίες τους, μόνο έτσι μπορούμε να οδηγηθούμε σε σοσιαλιστικό κοινωνικό μετασχηματισμό, σε πραγματικές συνθήκες δημοκρατίας και ανθρώπινης ελευθερίας για να καταλήξουμε στην κοινωνία των βιοτικών αναγκών, σε μια άλλη πορεία της ανθρωπότητας. Το σημείο είναι κρίσιμο και κομβικό, η δυνατότητα να αποκτήσει η κοινωνία παραγωγικές μονάδες είναι στην πραγματικότητα πιο εύκολη από ποτέ, όπως και πλατειά γνώση.

 

6. Η γνώση, το πλάτεμα της γνώσης ως κοινωνικός προορισμός και αναγκαιότητα.

 

          Αυτό που είναι κρίσιμο και κομβικό για την κοινωνική πορεία και προσπάθεια είναι η ίδια η γνώση και η παραγωγή της, η συνεχής παραγωγή ελεύθερα προσβάσιμης γνώσης που να ανήκει στην κοινωνία.

Πέρα από το εκπαιδευτικό σύστημα και τη φιλοσοφία του, που είναι απαραίτητη και αδήριτη ανάγκη να αλλάξει (και αλλάζει χωρίς κόστη υποδομών), είναι αναγκαίο να δημιουργήσουμε γνώση. Χρηματικές δυνάμεις μπορεί να μην διαθέτουμε επαρκείς, αλλά στην οικονομία χωρίς χρήμα χρήσιμες και κύριες είναι οι πνευματικές δυνάμεις και το αντάλλαγμα για την παροχή τους δεν χρειάζεται να είναι άμεσα χρηματικό.

Εχω περιγράψει επαρκέστατα την διαδικασία συνεχούς παραγωγής κοινωνικά ελεύθερης γνώσης μέσα από τα Πανεπιστήμια. Το σχέδιο οφείλει να υλοποιηθεί για να αποκτήσουμε γνωσιακό βάθος, συλλογικότητα και ερευνητικό υπόβαθρο και επίπεδο. Δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι και απορώ με την μη υλοποίηση του.

 

7.       Θεωρώ πραγματικά αυτοκαταστροφικό να προσπαθούμε να συντηρήσουμε και να αναπαράγουμε με αιματηρά μάλιστα κοινωνικά έξοδα την σημερινή εικόνα της ελληνικής οικονομίας, την ζημιογόνα κοινωνικά και εκ των βάθρων της «αγορά», την εκμετάλλευση της εργασίας και της ανεργίας, το απαρτχάϊντ κατά της νεολαίας, αλλά και όσων μένουν άνεργοι μετά τα πενήντα.

Εχουμε αχρηστεύσει τυπικά και ουσιαστικά το μεγαλύτερο ενεργό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας και δυστυχώς συνεχίζουμε στα καθιερωμένα κλισέ και μοτίβα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Συντηρούμε τις καχεξίες, δίνοντας ολοένα και μεγαλύτερα κομμάτια από την ζωή και την πατρίδα μας στις εξαρτήσεις και τις ολιγαρχίες.

Οι επόμενες γενιές, αν καταφέρουν να υπάρξουν, θα φτύσουν με σιχασιά την αθλιότητά μας. Κανείς δεν έχει κανένα δικαίωμα να στερεί τους ανθρώπους από τις βιοτικές τους ανάγκες, κανείς δεν έχει κανένα δικαίωμα να τις εκμεταλλεύεται.

500 επιδόματα ανεργίας Χ 5 χρόνια είναι 21.000.000 Ευρώ, με αυτά μπορείς να χτίσεις κάτι παραγωγικό και να δημιουργήσεις ένα παραγωγικό κοινωνικό ιστό που θα καλύψει αυτούς τους ανθρώπους και την κοινωνία για το υπόλοιπο του βίου τους και για πολλές δεκαετίες, χωρίς άλλο κοινωνικό ή χρηματικό κόστος. Φτάνει πια η ανεγκέφαλη καταστροφή, η ζούγκλα και η βαρβαρότητα, υπάρχουν λύσεις και οφείλουμε να τις εφαρμόσουμε, να παλέψουμε  για το παρόν και το μέλλον μας.

          Για μένα προσωπικά το θέμα κλείνει και αρχίζει ο ενεργός αγώνας, οι δεκάδες χιλιάδες Ελληνίδες και Ελληνες που το κατανοούν σήμερα, σύντομα θα γίνουν εκατομμύρια.

          Καλώ την κυβέρνηση να προχωρήσει, εάν δεν το πράξει, σύντομα θα το πράξουμε εμείς.     

 

 

 

 

 

Χρήσιμα λίνκς για κάποια κείμενα (Ctrl + Κλικ)

1. ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ

2. ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

3.ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΧΩΡΙΣ ΧΡΗΜΑ

4. Η “ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ” ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

5. ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΒΙΟΤΙΚΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ & Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

6. ΓΙΑ ΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ, ΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΧΩΡΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΚΕΡΔΟΣ

7. ΟΧΙ ΑΛΛΟ ΚΛΑΜΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ «ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΟΥΣ»

8. ΤΟ ΠΛΑΤΕΜΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΩΣ ΜΟΧΛΟΣ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΙΣΟΤΗΤΑ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ & ΣΤΟΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

9. ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ, ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ & ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

10. ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, ΠΑΙΔΕΙΑ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ: ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

11. ΑΓΡΟΤΕΣ & ΤΟ ΝΕΟ ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ: ΠΡΟΤΑΣΗ

12. ΤΑ ΑΦΕΝΤΙΚΑ ΔΕΝ ΤΡΕΛΑΘΗΚΑΝ

13. Γιατί γράφτηκε το ΠΑΣΟΚ του ΑΝΘΡΩΠΟΥ; τι είναι ; τι επιδιώκει;

14. ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΠΑΣΟΚ, ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ

 


[1] Η λεγόμενη «απελευθέρωση» των κλειστών επαγγελμάτων, είναι μία πολιτική επιλογή που θα καταστρέψει ό,τι υφίσταται στην Ελλάδα, στους τομείς αυτούς. Είναι μία ακόμα απάτη του μεγάλου διεθνούς και ημεδαπού κεφαλαίου για να φέρει το ντάμπινγκ στην εργασία, την εξαθλίωση και μεγαλύτερα υπερκέρδη στους λίγους και ισχυρούς.

Advertisements

Μαΐου 17, 2009

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ   

 

          Η απόλυτα και ολέθρια βλακώδης παραγωγική διάσταση και οργάνωση της χώρας.

 

Για όσους έχουν μπει βαθύτερα στα νοήματα του βιοτισμού θα είναι ευνόητο ότι πρόκειται για μια νέα θεωρία με την οποία επιχειρείται η εξήγηση της ζωής των ανθρώπων και της συγκρότησης και λειτουργίας των κοινωνιών. Η εφαρμογή της έχει τη δυναμική να αλλάξει την πορεία τού κόσμου, αλλά και να εξηγήσει την ιστορική και κοινωνική διαδρομή και πορεία του ανθρώπου και των κοινωνιών του μέχρι σήμερα. Προσωπικά πιστεύω ότι θα επηρεαστεί εντονότατα κα ιη επιστημονική σκέψη. Ακόμα και η πρόσφατη οικονομική κρίση μπορεί να μελετηθεί και να εξηγηθεί με βάση τα δεδομένα του βιοτισμού [1].

Ήθελα από καιρό να γράψω τη θέση μου και την κριτική μου για την παραγωγική οργάνωση της χώρας, να την θέσω ακόμα υπό ένα άμεσα εφαρμόσιμο πρίσμα βιοτισμού ως πρόταση, αλλά και να καταδείξω ότι οι καχεξίες και τα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας έχουν άμεση σχέση με την παραβίαση λογικών δεδομένων, τα οποία είναι παράλληλα και δεδομένα της θεωρίας του βιοτισμού. Έχω γράψει βέβαια και αναλυτικά τις προτάσεις μου για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και τούτο εδώ το κείμενο έρχεται να λειτουργήσει συμπληρωματικά, αλλά και από μια άλλη σκοπιά, για να καταδείξει και να πείσει για το τι αποτελεί εθνική και κυρίως κοινωνική πολιτική αναγκαιότητα.

Όπως έχω γράψει[2], η χώρα μας στην παρούσα ιστορική φάση έχει τεράστια παραγωγική υστέρηση και βρίσκεται υπό πλήρες καθεστώς εξάρτησης που οδηγεί ήδη σε τραγικές συνέπειες για το μέλλον. Είναι βέβαιο ότι δεν  διαθέτει πληθώρα διαθέσιμων οικονομικών κεφαλαίων (ιδίως δημόσιων) και τη δυνατότητα να στηρίζει την ανάπτυξή της στην ύπαρξη και χρήση τους.

Υπό το πρίσμα του βιοτισμού η ύπαρξη και χρήση οικονομικών κεφαλαίων αποτελεί ολέθριο σφάλμα που δεσμεύει τις κοινωνίες και τους ανθρώπους σε ένα αγώνα παραγωγής τους ή και εξυπηρέτησης του δανεισμού τους από αυτούς που τα διαθέτουν[3]. Ο αγώνας αυτός διαστρέφει το νόημα της ανθρώπινης ζωής και δράσης, αλλοτριώνει και απαλλοτριώνει την ανθρώπινη ζωή και τη μετατρέπει σε ένα ολέθριο αγώνα εξασφάλισης «οικονομικών αξιών», οι οποίες ετερο-καθορίζονται από τους έχοντες ήδη τα κεφάλαια. Με τον τρόπο αυτό συνεχίζεται ο φαύλος κύκλος της εξουσίας ανθρώπων πάνω σε ανθρώπους, της ίδιας της ανισότητας που δημιουργεί προβληματικές σχέσεις στις κοινωνίες. Τα αγαθά πρέπει να παράγονται από τους ανθρώπους για τους ανθρώπους, άμεσα και χωρίς στρεβλωτικές παρεμβάσεις, χωρίς οικονομική αξιακή θεώρηση, αλλά μόνο σύμφωνα με την βιοτική τους θεώρηση και πάντοτε υπό τον άμεσο έλεγχο της κοινωνίας.

Ας επανέλθουμε όμως στο ελληνικό φαινόμενο, εκτός από το οικονομικό κεφάλαιο, σημαντικότατοι παράγοντες για μια κοινωνική οικονομία είναι πρώτα απ’ όλα οι ίδιοι άνθρωποι, αυτοί που ζουν και  συγκροτούν την κοινωνία. Στην πραγματικότητα ο παράγων άνθρωπος είναι ο σημαντικότερος παράγων και ο βασικός συντελεστής για οτιδήποτε συμβαίνει σε μια κοινωνία, αφού αυτός την απαρτίζει την εν ολίγοις ή εν πολλοίς την ορίζει. Ουσιώδης διάσταση που μπορεί να καθορίσει την πορεία μιας κοινωνίας και των κοινωνικών φαινομένων που τη συνοδεύουν και ταυτισμένος με τον άνθρωπο είναι ο παράγων γνώση, ιδίως θεωρημένος ως ανθρώπινη βιοτική ανάγκη. Ακόμα και με τη σύγχρονη μηχανιστική αντίληψη των πραγμάτων, η γνώση αποτελεί έναν ουσιαστικό συντελεστή στην πορεία για μια παραγωγική προσπάθεια. Ένας άλλος ουσιαστικός παράγοντας, που καθορίζεται από πολλές παραμέτρους, οι οποίες έχουν άμεση σχέση με την κάλυψη βιοτικών αναγκών, ατομικών και κοινωνικών, είναι αυτός της ανθρώπινης θέλησης. Τέλος τα φυσικά χαρακτηριστικά ενός τόπου αποτελούν τον σημαντικότερο παράγοντα για τις παραγωγικές επιλογές μιας κοινωνίας. Η πιο πάνω αρίθμηση δεν είναι αποκλειστική, αλλά ενδεικτική και πάντως ικανή να μας κάνει να κατανοήσουμε την ολέθρια και βλακώδη παραγωγική οργάνωση της χώρας μας.

Η σημερινή παραγωγική οργάνωση της κοινωνίας μας και οι επιλογές της είναι πραγματικά άθλιες. Δεν λαμβάνουν καθόλου υπόψη τους τα φυσικά χαρακτηριστικά της πατρίδας μας, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της. Πάνω σε αυτά δεν υπάρχει καμία ουσιαστική μελέτη και γνώση, αλλά δουλικά και βλακωδώς άκριτα μεταφέρονται αντιγραφόμενα παραγωγικά μοντέλα, μέθοδοι και προϊόντα από το εξωτερικό. Αυτό δημιουργεί από μόνο του ένα τεράστιο αρνητικό παραγωγικό δεδομένο, που καταδικάζει τη χώρα και τις κοινωνίες σε φαινόμενα υποπαραγωγής και πλήρους εξάρτησης. Η χώρα μας δεν παράγει αυτά που πρέπει και μπορεί να παράγει. Βρίσκεται όμηρος μιας σειράς παραγόντων και πολιτικών (προσώπων και πραγμάτων) που την καθιστούν έρμαιο κάθε εκμετάλλευσης και παραλογισμού.

Ένας τόπος παρατημένος μαζί με τους ανθρώπους του, υποχείρια όλοι των βουλήσεων και της προνομιακής δράσης μιας ελάχιστης οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας, ελληνικής και ξένης, η οποία καθορίζει αυθαίρετα και σύμφωνα με το ατομικό της συμφέρον όλες τις εξελίξεις, τόσο πολιτικά όσο και παραγωγικά.

Φρόντισαν και φροντίζουν να εκμεταλλεύονται ένα διαλυμένο τόπο μου που ποτέ δεν μελετήθηκαν και δεν έγιναν ευρέως γνωστές οι δυνατότητές του και ανθρώπους που καταδικάστηκαν στην άγνοια και ποτίστηκαν από την πλύση εγκεφάλου της σκόπιμης ελεγχόμενης παραπληροφόρησης. Έτσι και ζώντας στον κόσμο των «αξιών» και των «υπεραξιών», οι κρατούντες φροντίζουν πάντα με έχουν απέναντί τους έναν τόπο με μικρή «αξία» και ανθρώπους απελπισμένους ή σε ύπνωση προκειμένου τα πιο πάνω να μπορούν να «αγοραστούν» σε ελάχιστες τιμές και να χειραγωγηθούν προκειμένου να αποδώσουν τεράστιες υπεραξίες. Αυτό χωρίς ποτέ να κινδυνεύσει ή να αμφισβητηθεί επικίνδυνα και πραγματικά η δική τους ισχύς, αλλά να διαιωνίζεται και να κληρονομείται στους επόμενους διαχειριστές και αφεντικά του τόπου.

Με τον τρόπο όμως αυτό η παραγωγική και η ευρύτερη κοινωνική διάσταση της χώρας, όχι μόνο αποτελεί ή καθίσταται υποχείριο αυτών των ολιγαρχιών και των μηχανισμών, που επί πολλά έτη επέβαλαν στις κοινωνίες και τα κράτη (π.χ. δημόσια διοίκηση), αλλά οδεύει πάντοτε σύμφωνα με τις δικές τους επιλογές και πρώτη δική τους επιλογή δεν είναι η κοινωνία, οι άνθρωποι, η χώρα αλλά είναι το ατομικό κέρδος και η διαιώνιση του. Είδαμε π.χ. τα τελευταία χρόνια να επιβάλλονται από ξένους και ντόπιους μηχανισμούς, όπως οι ανωτέρω, και με τρόπο φανερό ή κρυφό, άμεσα ή έμμεσα συγκεκριμένες επιλογές για την οικονομική και κοινωνική διάσταση της χώρας.

Οι άνθρωποι, οι κοινωνίες και ο τόπος μας οδηγήθηκαν σε επιλογές που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ανεξάρτητης μελέτης και συναπόφασης, αλλά κυριαρχικής αλλότριας επιβολής. Είναι σαφές ότι άλλοι και όχι ετούτος ο λαός όρισαν και ορίζουν το κοινωνικό και παραγωγικό παρόν και μέλλον του τόπου μας και αυτό δεν το πράττουν για τίποτε σχεδόν άλλο από το δικό τους ατομικό κέρδος και ισχύ. Ετσι όλοι πορευόμαστε, όπως αμέτρητα χρόνια τώρα, και εμμένουμε ως αχειράφετα εγκλωβισμένα υποχείρια, που γνωρίζουν όχι μόνο την αξία και τις δυνατότητες του τόπου τους, αλλά ακόμα και τη δική τους πραγματική αξία, αυτή τις ανθρώπινες υπόστασης, δημιουργίας και ενεργείας.

 

Το δεύτερο ολέθριο βλακώδες δεδομένο που θα θίξω έχει να κάνει ακριβώς με τα πιο πάνω: με τον άνθρωπο.

Σήμερα, η οργάνωση και οι λογικές της παραγωγής θεωρούν ή θέλουν την πλειονότητα των ανθρώπων ως σχεδόν αναγκαίο κακό. Η μείωση του αποκαλούμενου κόστους εργασίας, η απασχόληση ολοένα και λιγότερο ανθρώπων, η δημιουργία πρόθυμων για εκμετάλλευση ανέργων και χαμηλόμισθων, αποτελεί ένα ακόμα χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας, ενταγμένο στην ευρύτερη αθλιότητα του καπιταλισμού. Έτσι για παράδειγμα, από τους 1000 νέους της πατρίδας μας φτάνουν με εργάζονται οι 500 και από αυτούς οι 350 εργάζονται αντιπαραγωγικά σε υπηρεσίες στην πραγματικότητα άχρηστες ή σχεδόν άχρηστες. Οι υπόλοιποι 150 θα πρέπει να παράγουν για το σύνολο !!!. Μια ορθολογική και πραγματικά ουσιαστική παραγωγική οργάνωση θα είχε ως σκοπό την εργασία όλων, διότι με τον τρόπο αυτό αυξάνεται το συνολικό παραγόμενο και οι δυνατότητες μιας οικονομίας.

Αυτή τη στιγμή ο άνθρωπος είναι ο βασικός παραγωγικός παράγοντας της χώρας. Ο άνθρωπος κινεί, ελέγχει και καθορίζει τις παραγωγικές μονάδες. Η ίδια η ζωή δημιουργεί την ανάγκη δράσης και παραγωγής και την κάλυψη των βιοτικών αναγκών. Το σημαντικότερο ζωντανό και ουσιαστικό κοινωνικά «κεφάλαιο» της χώρας μας είναι οι άνθρωποι, είμαστε εμείς. Αντίστοιχα, η παραγωγική μας συμμετοχή καθορίζει όχι μόνο το παραγόμενο και την ποιότητα του, αλλά και την ίδια την κοινωνική μας διάσταση. Δεν μπορείς να μιλήσεις για ισότητα, ελευθερία δράσης, ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα όταν εκατομμύρια άνθρωποι στερούνται των στοιχειωδών παραγωγικών δικαιωμάτων και συνακόλουθα της ουσιώδους, ίσης συμμετοχής τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι, ιδίως διότι η υστέρηση αυτών που ορίζω ή ορίζουμε ως βιοτικές ανάγκες κάνει τον άνθρωπο υποχείριο και τον εξανδραποδίζει.

Αλλά ας έρθουμε πάλι στην παραγωγική διάσταση. Οι άνθρωποι κατευθυνόμενοι σε λύσεις και επιλογές, που είτε δεν έχουν μελετηθεί είτε σκόπιμα καθορίζονται από τα κέντρα εξουσίας, ουσιαστικά σπαταλιούνται και μαζί με αυτούς σπαταλιέται ένα τεράστιο εθνικό και κοινωνικό «κεφάλαιο», δυνατότητες που μπορούν να ανήκουν σε όλο τον πλανήτη. Ένας νέος άνθρωπος κατευθύνεται μέσα από πολλούς παράγοντες – που ξεκινούν ακόμα και από την οικογένεια (και τη δική της έλλειψη γνώσης), το εκπαιδευτικό σύστημα και τις προτεραιότητες της ολιγαρχίας που το ελέγχει, την ίδια την κοινωνία και κυρίως την έλλειψη στρατηγικής και μελέτης, την έλλειψη γνώσης και πορείας και των μελών – στην επιλογή να διάθεση τη ζωή του, τον χρόνο του, το ίδιο το «είναι» του, τις δυνατότητές του και όλο του το μέλλον σε ένα επάγγελμα, σε μία παραγωγική οντότητα η οποία είναι ήδη κορεσμένη ή δεν έχει μέλλον, δεν έχει ουσία, δεν έχει ουσιαστική παραγωγική διάσταση υπό οιανδήποτε έννοια. Μετά από 10 – 15 χρόνια παραγωγικής απραξίας, υπολειτουργεί και δεν έχει διέξοδο. Στα 30, στα 35 χρόνια του αυτός ο νέος, αυτή η νέα έχει καμία διάθεση να δει την κοινωνία ως κομμάτι του/της; έχει καμία διάθεση να δει τον διπλανό του ως άνθρωπος προς άνθρωπο; Έχει τη θέληση ή τον οραματισμό να λειτουργήσει κοινωνικά; Ποιον και τι να πιστέψει όταν αναπαράγεται η φαυλότητα της καταδίκης του;

Χιλιάδες τα ερωτηματικά που μπορούν να τεθούν σε ατομική και κοινωνική διάσταση και, αν λάβουμε υπόψη μας την κοινωνία ως σύνολο και το τι αυτή στερείται από την αχρήστευση και σπατάλη των ανθρώπων που την συναπαρτίζουν, τότε πραγματικά τα ερωτήματα γίνονται εκατομμύρια, γίνονται ένας γόρδιος δεσμός ο οποίος θα πρέπει ή να λυθεί ή να κοπεί μαζί με αυτούς που τον δημιούργησαν και τους εξυπηρετεί. Επιμένω στην ανάγκη για χάραξη ουσιαστικής κοινωνικής παραγωγικής στρατηγικής βασισμένης στην εξυπηρέτηση των βιοτικών αναγκών, υλικών και άυλων, ατομικών και κοινωνικών. Στρατηγική στηριγμένη στη γνώση και δικαιωμένη μέσα από την κοινωνική συναπόφαση. Στρατηγική που δεν θα βασίζεται στην ανισότητα και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, των πολλών από τους λίγους, αλλά θα βασίζεται στην ισότητα και στην κοινωνική χρησιμότητα της δράσης, που τα αποτελέσματά της θα ανήκουν σε όλους.

Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτή η φαυλότητα, δεν μπορεί εκατομμύρια άνθρωποι σ’ αυτό τον τόπο και δισεκατομμύρια σε όλο τον πλανήτη να κατευθύνονται στην εξυπηρέτηση μιας φαύλης ψυχοπαθούς ολιγαρχίας. Το ίδιο το μέλλον του τόπου μας είναι πραγματικά αβέβαιο και ζοφερό, όταν η δυνατότητα ανθρώπινης δράσης και δημιουργίας εγκλωβίζεται σε μηδενικά και πολύπλευρα αρνητικά αποτελέσματα. Δεν είναι δυνατόν να στερούμε και να εγκλωβίζουμε τους ανθρώπους γιατί έτσι στερούμε την κοινωνία μας από το μέλλον της. Δεν μπορώ να ακούω πολιτικούς και δήθεν τεχνοκράτες να μιλούν για δουλειές και ευκαιρίες απασχόλησης. Δεν θέλουμε άλλη υποδούλωση και εξάρτηση, δεν θέλουμε άλλη διαστροφική υποτέλεια, έχουμε ανάγκη από πραγματική δημιουργία, ανθρώπινη και κοινωνική, που να ανήκει σε όλους. Φτάνει πια η καταστροφή και η λεηλασία του τόπου μας και των ανθρώπων του, φτάνει πια η ατομικιστική εκμετάλλευση και αποσάρθρωση της κοινωνίας μας. Μελετήσετε τον τόπο μας, παράγετε γνώση για όλους, δώστε στους ανθρώπους τη δυνατότητα να εκφραστούν ελεύθερα, να δημιουργήσουν και εξασφαλίστε ότι αυτή θα ανήκει σε όλους, γιατί μόνο τότε θα σπάσει το καθεστώς εκμετάλλευσης και θα οδηγηθούμε σε κοινωνίες ανθρώπων με μέλλον και όχι σαρκοβόρων ζώων, που θα εξαφανισθούν από την εντροπία της αλληλοφαγίας και της υπερανάλωσης του φυσικού τους περιβάλλοντος.

 Εάν η οικονομία ήταν στραμμένη προς τη διασφάλιση και παραγωγή βιοτικών αναγκών και όχι προς τα θλιβερά θύματα του ανταγωνισμού, της υπερπαραγωγής, της υπερανάλωσης και των ψευδών «αξιών», όχι μόνο θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για αειφορία μιας κοινωνικής οικονομίας, αλλά θα μπορούσαμε κάλλιστα να μιλήσουμε και για λιγότερη εργασία για όλους, για περισσότερη ζωή.

Το δεδομένο παραμένει: για να φτάσουμε σε συνολική ανθρώπινη και κοινωνική χειραφέτηση, σε κοινωνίες που καλύπτουν την βιοτική κοινωνική ανάγκη της ισότητας και όσα αυτή συνεπάγεται (ακόμα και για τη μορφή του πολιτεύματος και την μετατροπή του σε πραγματική δημοκρατία) είναι αναγκαίος όρος να εξασφαλίσουμε την παραγωγική συμμετοχή όλων των ανθρώπων.

Επαναλαμβάνω πως ένας τεράστιας σημασίας παράγοντας της ολέθριας βλακείας είναι η έλλειψη ουσιώδους οργάνωσης και στρατηγικής με σκοπό την κατεύθυνση των ανθρώπων σε ουσιαστικές παραγωγικές δημιουργικές διαδικασίες. Είναι αυτονόητο, ότι επειδή δεν υπάρχει καμία μέριμνα και κυρίως καμία ουσιαστική γνώση των χαρακτηριστικών του τόπου μας και των αναγκών και δυνατοτήτων του και καμία ουσιαστική πολιτική πάνω σε αυτό, οι άνθρωποι κατευθύνονται σε άχρηστες ειδικεύσεις, σε ειδικεύσεις όπου είναι βέβαιο ότι σύντομα ή ήδη είναι κορεσμένες αλλά και αντιπαραγωγικές. Η αχρήστευση το ανθρώπινου δυναμικού της χώρας είναι ένα ολέθριο έγκλημα. Η ίδια αυτή αχρήστευση προέρχεται από τις επιλογές του καπιταλιστικού συστήματος που επιζητεί αντί για πραγματική παιδεία και γνώση εξειδικευμένους φτηνούς εργαζόμενους λογιζόμενους ως εξαρτήματα μηχανών.

Πρέπει λοιπόν να τεθεί, ουσιαστικά και όχι ως κούφιος βερμπαλισμός, ο άνθρωπος και οι ανάγκες του στο κέντρο της κοινωνικής συγκρότησης και δράσης. Καθετί που φτιάχνουμε, καθετί που σκεπτόμαστε, πρέπει να κατευθύνεται και να ορίζεται από τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Μια οικονομία που είναι πραγματικά κοινωνική, αλλά και ουσιαστικά συμβαδίζει με την φύση και δεν την αντιστρατεύεται, είναι η οικονομία που ξεκινά από την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ανθρώπου.

Εάν θέλουμε να προσδώσουμε ουσιώδη κοινωνικό χαρακτήρα σε αυτή την διάσταση του μηχανισμού της οικονομίας, εάν θέλουμε να προσδώσουμε ορθολογικά χαρακτηριστικά που άπτονται του σκοπού ίδρυσης και ύπαρξης των ανθρώπινων κοινωνιών πρέπει να σταθούμε στο σκοπό και τη χρησιμότητα που εξυπηρετεί η κοινωνική συμβίωση. Στο κέντρο της βρίσκεται η βιοτική κοινωνική ανάγκη της ισότητας. Δεν θα επεκταθώ έχοντας γράψει σε πολλά κείμενά μου την κεντρική έννοια και την ανάλυση του βιοτισμού. Θα θέσω όμως ένα πρώτο βήμα κατανοητό και μάλλον αυτονόητο από όλους, ένα βήμα που μπορεί να γίνει από σήμερα: Δίκαιη κοινωνία είναι αυτή που εξασφαλίζει σε όλους τους ανθρώπους την απόλαυση των βιοτικών αναγκών.

 Μόνο έτσι απελευθερώνεται ο άνθρωπος. Κάποιος που γεννιέται και μεγαλώνει γνωρίζοντας ότι δεν πρόκειται να στερηθεί τις βιοτικές του ανάγκες δεν μπορεί να γίνει υποχείριο και ανδράποδο, ούτε να εμφανίσει ψυχοπαθή κοινωνική παθογένεια. Για το ποιες είναι οι βιοτικές ανάγκες και το πώς καθορίζονται μπορείτε να ανατρέξετε σε άλλα κείμενά μου.

 

Άφησα τελευταίο έναν ουσιαστικό, τον ουσιαστικότερο παράγοντα που μπορεί να μεταβάλει τα πιο πάνω, είναι η ατομική και συνάμα κοινωνική βιοτική ανάγκη που λέγεται γνώση, γνώση του κόσμου που μας περιβάλλει, γνώση των μεθόδων σύλληψης της γνώσης και αντίληψης των πραγμάτων, γνώση της σύνθεσης της δημιουργίας, γνώση της ελεύθερης δημιουργικής σκέψης. Οι ολιγάρχες εξουσιαστές του πλανήτη διαχειρίζονται την γνώση, την κατευθύνουν, την ελέγχουν, την στρεβλώνουν και κάνουν οτιδήποτε για να την εκμεταλλευτούν προκειμένου να εξυπηρετήσουν ατομικά συμφέροντα. Με νύχια και με δόντια, με βία την κρατούν και δημιουργούν «παράγνωση» και μύθους, διαστρέφουν και εγκλωβίζουν για να έχουν τη δυνατότητα να αναπαράγουν τη φαυλότητα τους, να κατευθύνουν την σκέψη της ανθρωπότητας, να μην αφήνουν τίποτα δημιουργικά ελεύθερο να υπάρξει. Εμφανίζονται ως σοφοί οι ίδιοι, δημιουργούν ελίτ της σκέψης, ακαδημαϊκούς και πανεπιστημιακούς που εγκλωβίζονται στα ψηλά σκαλοπάτια της ιεραρχικής κοινωνίας – πυραμίδας της και σκέπτονται μόνο μέσα από τη δομή της και την άνιση «ανώτερη» θέση τους σε αυτή.

Στρατηγικός στόχος λοιπόν, όπως έχω γράψει, είναι να καταφέρουμε σαν κοινωνία να παράγουμε και να παράσχουμε αυτό το βασικό βιοτικό αγαθό της γνώσης, της ελεύθερης γνώσης, που θα ανήκει σε όλους και θα μας βοηθήσει ουσιαστικά να αλλάξουμε τον τόπο μας, τις ανθρώπινες σχέσεις, και τις κοινωνικές δομές. Τον τρόπο που μπορούμε να το πραγματοποιοήσουμε, να παράγουμε πραγματική γνώση χωρίς εξάρτηση από κεφάλαια, επιτυγχάνοντας ταυτόχρονα και την πραγματική γνωσιακή απελευθέρωση και πνευματική συγκρότηση της νέας γενιάς τον έχω ήδη γράψει, αυτό που περιμένω είναι η ουσιαστική ανταπόκριση της κοινωνίας, κάθε κοινωνίας και κάθε ανθρώπου[4]. Η γνώση αυτή πρέπει να είναι ανοικτή και ελεύθερα προσβάσιμη από όλους, η γνώση αυτή ανήκει στις κοινωνίες που την παράγουν και σε κανέναν ατομικά ή αποκλειστικά.

Ας έλθουμε όμως ξανά στην περιγραφή μιας οικονομίας, μιας κοινωνικής οικονομίας που θα είναι προσανατολισμένη στις βιοτικές, στις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων και όχι στη φαυλότητα των οικονομικών αξιών. Συνοπτικά εκθέτω όσα άλλου έχω γράψει και αναλύσει. Το πρώτο ζητούμενο μιας τέτοιας οικονομίας είναι η παραγωγική οργάνωση με γνώμονα και στόχο την εσωτερική επάρκεια σε βιοτικά αγαθά. Ο τόπος μας έχει την δυνατότητα να παράγει με πληρότητα, επάρκεια και πλουραλισμό τέτοια αγαθά είτε πρόκειται για τροφή, είτε πρόκειται για ασφαλείς κατοικίες είτε για οτιδήποτε στηρίζει την ζωή. Η προαιώνια παρουσία ανθρώπων στον τόπο μας αποδεικνύει την καταλληλότητά του και την δυνατότητα ελάχιστης ενεργειακής ή φυσικής ανάλωσης.

Η μελέτη των παραγωγικών δυνατοτήτων είναι ένα κομμάτι της διαδικασίας παραγωγής ελεύθερης γνώσης κοινωνικής κυριότητας. Η τελευταία δημιουργεί ένα τεράστιο πλαίσιο ατομικής και κοινωνικής χειραφέτησης και ουσιαστικής προόδου των διανθρώπινων σχέσεων και της κοινωνικής οντότητας της συμβίωσης. Σκεφτείτε μόνοι σας πόσο πολύπλευρα, ολοτικά είναι τα αποτελέσματα. Μέσα από αυτή την γνώση και την αντίληψη του κοινωνικού βιοτισμού, μπορούμε και οφείλουμε να χαράξουμε την στρατηγική για την δημιουργική εργασία όλων των ανθρώπων, την εργασία στην πραγματικά κοινωνική οικονομία, την οικονομία που θα ανήκει σε όλους και όχι στους λίγους. Ενεργοποιώντας τους ανθρώπους, δίνοντάς τους το δικαίωμα στην ίση απόλαυση των βιοτικών αναγκών, τους απελευθερώνουμε, τους χαρίζουμε την δυνατότητα μιας διαφορετικής κοινωνικής συγκρότησης στο μέλλον.

          Η δημοκρατία και ο βιοτικός σοσιαλισμός (ή μόνο βιοτισμός) είναι πνευματικά εργαλεία της ανθρωπότητας, που μπορούν να μας καταδείξουν το μόνο ουσιαστικά μέλλον της και να μας κατευθύνουν προς αυτό. Η πραγματική δημοκρατία, κομμάτι του βιοτισμού, μπορεί να είναι ένα πρώτο βήμα … .

 

 

 

Κάποια σχετικά άρθρα :

 

ΑΠΑΤΕΣ & ΔΙΣΗΜΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

 

ΤΑ ΑΦΕΝΤΙΚΑ ΔΕΝ ΤΡΕΛΑΘΗΚΑΝ

 

ΔΥΟ ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ & ΤΗΝ ΑΓΟΡΑ

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ : Η ΧΕΙΡΟΤΕΡΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

 

Γιατί γράφτηκε το ΠΑΣΟΚ του ΑΝΘΡΩΠΟΥ; τι είναι ; τι επιδιώκει;

 

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ» ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

 

Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ & Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ

 

ΟΙ ΦΟΥΣΚΕΣ, ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ, Ο Φ.Π.Α. … Ο ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

 

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΒΙΟΤΙΚΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ & Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

 

ΔΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ, ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΤΗΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ & ΤΟ ΝΕΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜO

 

ΑΓΡΟΤΕΣ & ΤΟ ΝΕΟ ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ: ΠΡΟΤΑΣΗ

 

ΑΛΛΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ … ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ, ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

 

ΧΤΙΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΝΕΟ ΑΥΡΙΟ

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

 

ΤΟ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ : ΕΝΑ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΓΙΑ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ

 

ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

 

ΓΙΑ ΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ, ΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΧΩΡΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΚΕΡΔΟΣ

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ, ΒΙΟΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ

 

“Νεο-προστατευτισμός”, η κατάρρευση της παγκοσμιοποίησης

 

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, ΠΑΙΔΕΙΑ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ: ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ: ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

 

ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ, ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ & ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

ΤΟ ΠΛΑΤΕΜΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΩΣ ΜΟΧΛΟΣ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΙΣΟΤΗΤΑ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ & ΣΤΟΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

ΟΙ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ, ΟΙ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ, Η «ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ» ΤΟΥΣ και ο … Σπηλιωτόπουλος

 

 

 


[1] Κάποια από όσα έχω ήδη δημοσιεύσει : ΔΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ,

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ, ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΤΗΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ & ΤΟ ΝΕΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜO

ΑΛΛΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ … ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ, ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ,

ΧΤΙΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΝΕΟ ΑΥΡΙΟ,

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ,

ΤΟ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ : ΕΝΑ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΓΙΑ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ,

ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ,

ΓΙΑ ΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ, ΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΧΩΡΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΚΕΡΔΟΣ,

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ, ΒΙΟΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ,

ΟΙ ΦΟΥΣΚΕΣ, ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ, Ο Φ.Π.Α. … Ο ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΒΙΟΤΙΚΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ & Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

[2] ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ : Η ΧΕΙΡΟΤΕΡΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

[3] Οι τελευταίοι, οι κεφαλαιούχοι και οι διαχειριστές τους, μπορούν κάλλιστα να κατηγορηθούν ότι διαμορφώνουν και προκαλούν στους άλλους συνεχείς ανάγκες δανεισμού.

[4] ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ, ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ & ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, ΠΑΙΔΕΙΑ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ: ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

 ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ: ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

 ΤΟ ΠΛΑΤΕΜΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΩΣ ΜΟΧΛΟΣ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΙΣΟΤΗΤΑ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ & ΣΤΟΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

 ΟΙ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ, ΟΙ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ, Η «ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ» ΤΟΥΣ και ο … Σπηλιωτόπουλος

Ιανουαρίου 29, 2009

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ: ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Θα μιλήσω με τον δικό μου τρόπο για “τo δικό μου Πανεπιστήμιο”, το Πανεπιστήμιό μας, το Πανεπιστήμιό μας … .        

Θέλω να ξέρετε ότι οι σκέψεις μου για το Πανεπιστήμιο εντάσσονται σε ένα πλαίσιο κοινωνικοποίησής του και κοινωνικοποίησης της γνώσης.

 

ΜΕΡΟΣ Α’              

 

Θα ξεκινήσω από το φαύλο σημερινό σύστημα και δεν θα ρίξω την ευθύνη φυσικά στους φοιτητές, όπως κάνουν κάποιοι εξουσιολάγνοι και παπαγαλίζοντες αντιδραστικές θεωρίες. Καλά κάνουν οι φοιτητές και δεν θέλουν ένα τέτοιο πανεπιστήμιο.

Το σύστημα δεν αυτογεννάται, δεν αυτοδημιουργείται από παρθενογέννεση, το σύστημα εκφράζει σήμερα την ίδια φαυλότητα της κοινωνικής διάστασης της εξουσίας (και δεν εννοώ μόνο της πολιτικής, αλλά και των αναγκών των εξουσιαστικών ολιγαρχιών).

 Α.       Τα πανεπιστήμια λειτουργούν υπό ένα συγκεκριμένο νομικό καθεστώς. Αυτό το καθεστώς θα πρέπει πρωτίστως να εξεταστεί και να τροποποιηθεί. Επισημαίνω ότι το υπάρχον νομικό καθεστώς εξασφαλίζει στα Πανεπιστήμια αυτονομία από τον κοινωνικό έλεγχο. Στην πραγματικότητα τα πανεπιστήμια βρίσκονταν πάντα εκτός του αμέσου κοινωνικού ελέγχου (η εμμεσότητα της κυβερνητικής παρέμβασης είχε πάντα οργανωτικό χαρακτήρα). Τα πανεπιστήμια ήταν σχεδόν πάντα υπό τον έλεγχο ολιγαρχιών και αυτές εξυπηρετούσαν. Την παρτίδα για την κοινωνία διέσωζαν πάντα κάποιοι διδάσκοντες και πολλοί φοιτητές τους. Οι γνωστές δημιουργικές μειοψηφίες … .

Είναι σαφές ότι οφείλουμε να απαιτήσουμε και να προχωρήσουμε στην αλλαγή της καταστατικής νομικής φύσης του Πανεπιστημίου. Να μετατραπεί από όργανο μιας ολιγομελούς ομάδας (καθηγητών, πολιτικών, επιχειρηματιών) σε όργανο της ίδιας της κοινωνίας.

Για τον λόγο αυτό (και όσους αναλύονται πιο κάτω) είναι αναγκαία η επανίδρυση των Πανεπιστημίων, με νέο νομικό πλαίσιο και νέους στόχους.

 

Β.        Αντικείμενο και στόχος των Πανεπιστημίων πρέπει να είναι η παραγωγή Κοινωνικής Γνώσης και όχι άλλο πια υποψηφίων εργαζομένων.

Για αυτό ο σκοπός των Πανεπιστημίων και όλων των ανωτάτων και ανωτέρων ιδρυμάτων πρέπει να είναι καθαρά η πλατειά παραγωγή κοινωνικής γνώσης. Γνώσης για τους φοιτητές, γνώσης – επιμόρφωσης για τις παραγωγικές ομάδες, γνώσης ελεύθερης για όλη την κοινωνία.

  

Γ.        Στο “δικό μας πανεπιστήμιο”, στο Πανεπιστήμιο της Κοινωνίας δεν διοικεί το διδακτικό προσωπικό, τουλάχιστον δεν διοικεί με την ένταση που παρατηρείται σήμερα. Το διδακτικό προσωπικό έχει ως σκοπό της ύπαρξης και παρουσίας του, την διδασκαλία. Εχει μια ιδιόρρυθμη σχέση μισθωτού και δεν μπορεί ταυτόχρονα να διοικεί, να αποφασίζει αυτό (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η γνώμη του δεν έχει βαρύνουσα εξ αντικειμένου θέση).

 

Στο “δικό μας πανεπιστήμιο” η διοίκηση μεταβαίνει και ανήκει στην κοινωνία που αποφασίζει δημοκρατικά σε δύο επίπεδα:

 

α) Στο επίπεδο μιας δημοκρατικής αρχής διοίκησης και ελέγχου, η οποία διοικεί το πανεπιστήμιο εκφράζοντας την κοινωνία. Μιας αρχής  που εκλέγεται με άμεση καθολική ψηφοφορία, είναι πολυμελής για να μην χρηματίζεται, από ενιαίο ψηφοδέλτιο για να μην κομματίζει και να εκφράζει τις κοινωνικές απόψεις. Με διετή θητεία για να μην μεταβάλλεται σε εξουσιαστικό καθεστώς και με δικαίωμα επανεκλογής για μία μόνο φορά. (τα επιμέρους θα τα εξηγήσω και θα τα θέσω αναλυτικά γράφοντας για την δημοκρατία στην κοινωνία).

β) Στο επίπεδο άμεσης δημοκρατικής εντολής, στο δικαίωμα με συγκεκριμένο αριθμό υπογραφών ή με την βούληση της επιτροπής να τίθενται σε δημοψήφισμα κάποια ζητήματα.

 

Δ.        Πέρα από τα άμεσα εκπαιδευτικά καθήκοντα, τα ΑΕΙ και τα ΑΤΕΙ πρέπει να είναι επιφορτισμένα με την κοινωνική επιμόρφωση και το ανοιχτό κοινωνικό πανεπιστήμιο.  

Ως κοινωνική επιμόρφωση ορίζω και εννοώ την δυνατότητα  κοινωνικών ομάδων και συλλογικοτήτων να ζητούν την δημιουργία συγκεκριμένων μορφωτικών και επιμορφωτικών προγραμμάτων.

Τα του ανοικτού πανεπιστημίου είναι γνωστά και βέβαια θα έλεγα ότι και η κύρια εκπαιδευτική διαδικασία θα πρέπει να είναι ανοικτή στους πολίτες, αλλά αυτό ας το αφήσουμε ως πιο μακρινό στόχο.

Είναι κρίσιμο να μπορούν π.χ. οι αγρότες, να ζητήσουν την δημιουργία μιας σχολής γεωπονίας με συγκεκριμένο προσανατολισμό ή μιας σχολής επιμόρφωσης αγροτών και αυτό να καθίσταται αντικείμενο καθολικής ψηφοφορίας και απόφασης ή απόφασης της επιτροπής δημοκρατικής κοινωνικής διοίκησης. Αυτό σημαίνει Δημοκρατικό Κοινωνικό Πανεπιστήμιο.

Η φαυλότητα της σημερινής κατάστασης έφτασε μέχρι του σημείου να ιδρύει σειρά σχολών και πανεπιστημίων για να τονώσει τοπικές οικονομίες με τα έξοδα διαβίωσης των φοιτητών, χωρίς υποδομές, χωρίς καν εκπαιδευτικό προσανατολισμό. Φτιάχτηκαν δεκάδες σχολές χωρίς ουσιαστικό κοινωνικό προσανατολισμό με τυφλά και μικρόπνοα οικονομίστικα κριτήρια. Διογκώθηκε έτσι ουσιαστικά το κοινωνικό πρόβλημα και ο ανταγωνισμός στην αγορά εργασίας, με αποτέλεσμα την γενιά των 700 Ευρώ και την ενασχόληση των πτυχιούχων με άλλα πράγματα από αυτά που σπούδασαν. Μόνο το κεφάλαιο είναι ευνοημένο από αυτή την φαυλότητα, όλοι οι άλλοι χάσαμε και κυρίως οι νέες γενιές που ζουν στην αποθήκη της απαξίωσης, στην αποθήκη της φτηνής για κάποιους εργασίας.

 

Ε.        Χρειάζεται θαρρώ η δημιουργία σχολών επιστημονικά εξειδικευμένων. Δεν μπορούμε πλέον να έχουμε σχολές που βγάζουν απλά “φυσικούς”, “χημικούς” ή “μαθηματικούς”, που θα γίνουν φροντιστές ή καθηγητές, όταν οι ειδικές εφαρμογές των επιστημών αυτών είναι τεράστιες. Καταστρέφουμε έτσι ένα τεράστιο δυναμικό φαιάς ουσίας που θα μπορούσε να λύσει τα κοινωνικά προβλήματα και το μετασχηματίζουμε σε κοινωνικό πρόβλημα και σε άμορφη κοινωνική μάζα.

Χρειάζεται να δούμε τα πράγματα και την παιδεία όχι ως αποθήκη προσδοκιών και ανθρώπων, αλλά ως πεδίο περαιτέρω επαφής με την γνώση.

 

ΣΤ.     Το δικό μας πανεπιστήμιο δεν λειτουργεί ως εξεταστικό κέντρο, κυρίως επειδή αυτό βολεύει ποικιλοτρόπως το καθηγητικό προσωπικό, που δεν εντείνει τις προσπάθειές του στην διδασκαλία, αλλά αρκείται στην εξουσία της εξέτασης. Το δικό μου πανεπιστήμιο είναι πανεπιστήμιο γνώσης και όχι εξουσιαστικής θολούρας, που επιτρέπει την αυθαιρεσία και την νόσφιση εργασίας άλλων – κυρίως φοιτητών

Το δικό μας πανεπιστήμιο δεν λειτουργεί ως προθάλαμος της αγοράς εργασίας, έχει σκοπό την γνώση και η κατοχή της είναι ευνόητο ότι μπορεί να οδηγήσει σε άλλα επίπεδα, χωρίς να υπάρχει αυτός ο προσανατολισμός.

Το δικό μας πανεπιστήμιο είναι πανεπιστήμιο έρευνας, δημιουργίας και κοινωνικής προσφοράς. Φοιτητές και διδάσκοντες αποφασίζουν για την προώθηση προτάσεων έρευνας και φτιάχνουν το πλάνο συμμετοχής και εργασίας πάνω σε αυτό. Η ίδια η κοινωνία προτείνει και ελέγχει.

 

Ζ.        Στο δικό μας πανεπιστήμιο, ο φοιτητής αποκτά άμεση εμπειρία μέσω της αντικατάστασης των εξετάσεων από μελέτες και έρευνες κοινωνικής διάστασης και προσφοράς. Η γνώση που παράγεται ανήκει στην ίδια την κοινωνία και όχι μόνο σε καθηγητές ή μόνο σε επιχειρήσεις.

 

Στο δικό μας πανεπιστήμιο, ο φοιτητής παύει να είναι ένας καταπιεσμένος από παντού, ένας καταπιεσμένος άνθρωπος που φτάνει να μισεί αυτό που είναι και αυτό που κάνει. Συμμετέχει ενεργά και ισότιμα σε όλες τις διαδικασίες και δημοκρατικά μετέχει στον έλεγχο της λειτουργίας του πανεπιστημίου υπό οιανδήποτε έκφανση.

Στο δικό μας πανεπιστήμιο, οι πόρτες είναι ανοικτές στην κοινωνία και όποιος πολίτης θέλει μπορεί να παρακολουθήσει μαθήματα (χωρίς να δικαιούται βέβαια τίτλου σπουδών).

Στο δικό μας πανεπιστήμιο, η αξιολόγηση της εργασίας των διδασκόντων είναι αναγκαία, είναι διαρκής και ανήκει στην κοινωνία και στους μετέχοντες στο εκπαιδευτικό γίγνεσθαι, δηλαδή και στους φοιτητές. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν άφαντοι καθηγητές ή εξουσιαστές – βασανιστές ανάμεσα στην εκπαιδευτική κοινότητα.

Στο δικό μας πανεπιστήμιο δεν υπάρχει ένα και μοναδικό σύγγραμμα (που αποφέρει εκατοντάδες εκατομμύρια στους διδάσκοντες και στους εκδότες). Υπάρχει πλήρης ελευθερία πρόσβασης στη γνώση και επιλογής του καλύτερου. Υπάρχει επίσης η δυνατότητα ανάπτυξης συγγραμμάτων μέσα από την ίδια την φοιτητική κοινότητα.      

Στο δικό μας πανεπιστήμιο η μεταπτυχιακή εξειδίκευση δεν είναι θέμα για λίγους αλλά για όλους. Τα δίδακτρα καταργούνται.

Αυτά τα λίγα, κοντά σε όσα έχω ήδη γράψει, σκιαγραφούν το “δικό μας πανεπιστήμιο”, το πανεπιστήμιο της κοινωνίας. 

Ιανουαρίου 27, 2009

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, ΠΑΙΔΕΙΑ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ: ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ: ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

 

Θα μιλήσω με τον δικό μου τρόπο για «τo δικό μου Πανεπιστήμιο», το Πανεπιστήμιό μας, το Πανεπιστήμιό μας … .           

Θέλω να ξέρετε ότι οι σκέψεις μου για το Πανεπιστήμιο εντάσσονται σε ένα πλαίσιο κοινωνικοποίησής του και κοινωνικοποίησης της γνώσης.

 

ΜΕΡΟΣ Α’             

Θα ξεκινήσω από το φαύλο σημερινό σύστημα και δεν θα ρίξω την ευθύνη φυσικά στους φοιτητές, όπως κάνουν κάποιοι εξουσιολάγνοι και παπαγαλίζοντες αντιδραστικές θεωρίες. Καλά κάνουν οι φοιτητές και δεν θέλουν ένα τέτοιο πανεπιστήμιο.

Το σύστημα δεν αυτογεννάται, δεν αυτοδημιουργείται από παρθενογέννεση, το σύστημα εκφράζει σήμερα την ίδια φαυλότητα της κοινωνικής διάστασης της εξουσίας (και δεν εννοώ μόνο της πολιτικής, αλλά και των αναγκών των εξουσιαστικών ολιγαρχιών).

Τα πανεπιστήμια λειτουργούν υπό ένα συγκεκριμένο νομικό καθεστώς. Αυτό το καθεστώς θα πρέπει να εξεταστεί πρωτίστως. Επισημαίνω ότι το υπάρχον νομικό καθεστώς εξασφαλίζει στα Πανεπιστήμια αυτονομία από τον κοινωνικό έλεγχο. Στην πραγματικότητα τα πανεπιστήμια βρίσκονταν πάντα εκτός αμέσου κοινωνικού ελέγχου (η εμμεσότητα της κυβερνητικής παρέμβασης είχε πάντα οργανωτικό χαρακτήρα). Τα πανεπιστήμια ήταν σχεδόν πάντα υπό τον έλεγχο ολιγαρχιών και αυτές εξυπηρετούσαν. Την παρτίδα πάντα διέσωζαν κάποιοι διδάσκοντες και πολλοί φοιτητές τους. Οι γνωστές δημιουργικές μειοψηφίες.

Είναι σαφές ότι οφείλουμε να απαιτήσουμε την αλλαγή της καταστατικής νομικής φύσης του Πανεπιστημίου. Να μετατραπεί από όργανο μιας ολιγομελούς ομάδας (καθηγητών, πολιτικών, επιχειρηματιών) σε όργανο της ίδιας της κοινωνίας.

Για τον λόγο αυτό (και όσους αναλύονται πιο κάτω) είναι αναγκαία η επανίδρυση των Πανεπιστημίων. Με νέο νομικό πλαίσιο και νέους στόχους.

Αντικείμενο και στόχος των Πανεπιστημίων δεν πρέπει να είναι άλλο πια η παραγωγή υποψηφίων εργαζομένων, αλλά κοινωνικής γνώσης.

Για αυτό ο σκοπός των Πανεπιστημίων και όλων των ανωτάτων και ανωτέρων ιδρυμάτων πρέπει να είναι καθαρά η πλατειά παραγωγή κοινωνικής γνώσης. Γνώσης για τους φοιτητές, γνώσης – επιμόρφωσης για τις παραγωγικές ομάδες, γνώσης ελεύθερης για όλη την κοινωνία.      

Το πώς μπορούμε να πάμε σε μία τέτοια λύση ακολουθεί …

Στο «δικό μου πανεπιστήμιο» δεν διοικεί το διδακτικό προσωπικό, τουλάχιστον δεν διοικεί με την ένταση που παρατηρείται σήμερα. Το διδακτικό προσωπικό έχει ως σκοπό της ύπαρξης και παρουσίας του, την διδασκαλία. Εχει μια ιδιόρρυθμη σχέση μισθωτού και δεν μπορεί ταυτόχρονα να διοικεί, να αποφασίζει αυτό (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η γνώμη του δεν έχει βαρύνουσα εξ αντικειμένου θέση). Στο «δικό μου πανεπιστήμιο» η διοίκηση μεταβαίνει και ανήκει στην κοινωνία που αποφασίζει δημοκρατικά σε δύο επίπεδα:

α) Στο επίπεδο μιας δημοκρατικής αρχής διοίκησης και ελέγχου, η οποία διοικεί το πανεπιστήμιο. Μιας αρχής  που εκλέγεται με άμεση καθολική ψηφοφορία, είναι πολυμελής για να μην χρηματίζεται, από ενιαίο ψηφοδέλτιο για να μην κομματίζει και να εκφράζει τις κοινωνικές απόψεις. Με διετή θητεία για να μην μεταβάλλεται σε εξουσιαστικό καθεστώς και με δικαίωμα επανεκλογής για μία μόνο φορά. (τα επιμέρους θα τα εξηγήσω και θα τα θέσω αναλυτικά γράφοντας για την δημοκρατία στην κοινωνία).

Β) Στο επίπεδο άμεσης δημοκρατικής εντολής, στο δικαίωμα με συγκεκριμένο αριθμό υπογραφών ή με την βούληση της επιτροπής να τίθενται σε δημοψήφισμα κάποια ζητήματα.

Πέρα από τα άμεσα εκπαιδευτικά καθήκοντα, τα ΑΕΙ και τα ΑΤΕΙ πρέπει να είναι επιφορτισμένα με την κοινωνική επιμόρφωση και το ανοιχτό κοινωνικό πανεπιστήμιο.   

Ως κοινωνική επιμόρφωση ορίζω και εννοώ την δυνατότητα  κοινωνικών ομάδων και συλλογικοτήτων να ζητούν την δημιουργία συγκεκριμένων μορφωτικών και επιμορφωτικών προγραμμάτων.

Τα του ανοικτού πανεπιστημίου είναι γνωστά και βέβαια θα έλεγα ότι και η κύρια εκπαιδευτική διαδικασία θα πρέπει να είναι ανοικτή στους πολίτες, αλλά αυτό ας το αφήσουμε ως πιο μακρινό στόχο.

Είναι κρίσιμο να μπορούν π.χ. οι αγρότες, να ζητήσουν την δημιουργία μιας σχολής γεωπονίας με συγκεκριμένο προσανατολισμό ή μιας σχολής επιμόρφωσης αγροτών και αυτό να καθίσταται αντικείμενο καθολικής ψηφοφορίας και απόφασης ή απόφασης της επιτροπής δημοκρατικής κοινωνικής διοίκησης. Αυτό σημαίνει δημοκρατικό κοινωνικό πανεπιστήμιο.

Η φαυλότητα της σημερινής κατάστασης έφτασε μέχρι του σημείου να ιδρύει σειρά σχολών και πανεπιστημίων για να τονώσει τοπικές οικονομίες με τα έξοδα διαβίωσης των φοιτητών, χωρίς υποδομές, χωρίς καν εκπαιδευτικό προσανατολισμό. Φτιάχτηκαν δεκάδες σχολές χωρίς ουσιαστικό κοινωνικό προσανατολισμό με τυφλά και μικρόπνοα οικονομίστικα κριτήρια. Διογκώθηκε έτσι ουσιαστικά το κοινωνικό πρόβλημα και ο ανταγωνισμός στην αγορά εργασίας, με αποτέλεσμα την γενιά των 700 Ευρώ και την ενασχόληση των πτυχιούχων με άλλα πράγματα από αυτά που σπούδασαν. Μόνο το κεφάλαιο είναι ευνοημένο από αυτή την φαυλότητα, όλοι οι άλλοι χάσαμε και κυρίως οι νέες γενιές που ζουν στην αποθήκη της απαξίωσης, στην αποθήκη της φτηνής για κάποιους εργασίας.

 

Χρειάζεται θαρρώ η δημιουργία σχολών επιστημονικά εξειδικευμένων. Δεν μπορούμε πλέον να έχουμε σχολές που βγάζουν απλά «φυσικούς», «χημικούς» ή «μαθηματικούς», που θα γίνουν φροντιστές ή καθηγητές, όταν οι ειδικές εφαρμογές των επιστημών αυτών είναι τεράστιες. Καταστρέφουμε έτσι ένα τεράστιο δυναμικό φαιάς ουσίας και το μετασχηματίζουμε σε άμορφη κοινωνική μάζα.

Χρειάζεται να δούμε τα πράγματα και την παιδεία όχι ως αποθήκη προσδοκιών και ανθρώπων, αλλά ως πεδίο περαιτέρω επαφής με την γνώση.

 

Το δικό μας πανεπιστήμιο δεν λειτουργεί ως εξεταστικό κέντρο, κυρίως επειδή αυτό βολεύει ποικιλοτρόπως το καθηγητικό προσωπικό, που δεν εντείνει τις προσπάθειές του στην διδασκαλία, αλλά αρκείται στην εξουσία της εξέτασης. Το δικό μου πανεπιστήμιο είναι πανεπιστήμιο γνώσης και όχι εξουσιαστικής θολούρας, που επιτρέπει την αυθαιρεσία και την νόσφιση εργασίας άλλων – κυρίως φοιτητών (τούτο αναλύεται και στο δεύτερο τμήμα του παρόντος).

Το δικό μας πανεπιστήμιο δεν λειτουργεί ως προθάλαμος της αγοράς εργασίας, έχει σκοπό την γνώση και η κατοχή της είναι ευνόητο ότι μπορεί να οδηγήσει σε άλλα επίπεδα, χωρίς να υπάρχει αυτός ο προσανατολισμός.

Το δικό μας πανεπιστήμιο είναι πανεπιστήμιο έρευνας, δημιουργίας και κοινωνικής προσφοράς. Φοιτητές και διδάσκοντες αποφασίζουν για την προώθηση προτάσεων έρευνας και φτιάχνουν το πλάνο συμμετοχής και εργασίας πάνω σε αυτό. Η ίδια η κοινωνία προτείνει και ελέγχει.

Στο δικό μας πανεπιστήμιο (όπως έχω και παλαιότερα προτείνει) ο φοιτητής αποκτά άμεση εμπειρία μέσω της αντικατάστασης των εξετάσεων από μελέτες και έρευνες κοινωνικής διάστασης και προσφοράς. Η γνώση που παράγεται ανήκει στην ίδια την κοινωνία και όχι μόνο σε καθηγητές ή μόνο σε επιχειρήσεις.

Στο δικό μας πανεπιστήμιο, ο φοιτητής παύει να είναι ένας καταπιεσμένος από παντού, καταπιεσμένος άνθρωπος, που φτάνει να μισεί αυτό που είναι και αυτό που κάνει. Συμμετέχει ενεργά και ισότιμα σε όλες τις διαδικασίες και δημοκρατικά μετέχει στον έλεγχο της λειτουργίας του πανεπιστημίου υπό οιανδήποτε έκφανση.

Στο δικό μας πανεπιστήμιο, οι πόρτες είναι ανοικτές στην κοινωνία και όποιος πολίτης θέλει μπορεί να παρακολουθήσει μαθήματα (χωρίς να δικαιούται βέβαια τίτλου σπουδών).

Στο δικό μας πανεπιστήμιο, η αξιολόγηση της εργασίας των διδασκόντων είναι αναγκαία και ανήκει στην κοινωνία και στους μετέχοντες στο εκπαιδευτικό γίγνεσθαι, δηλαδή και στους φοιτητές. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν άφαντοι καθηγητές ή εξουσιαστές – βασανιστές ανάμεσα στην εκπαιδευτική κοινότητα.

Στο δικό μας πανεπιστήμιο δεν υπάρχει ένα και μοναδικό σύγγραμμα (που αποφέρει εκατοντάδες εκατομμύρια στους διδάσκοντες και στους εκδότες). Υπάρχει πλήρης ελευθερία πρόσβασης στη γνώση και επιλογής του καλύτερου. Υπάρχει επίσης η δυνατότητα ανάπτυξης συγγραμμάτων μέσα από την ίδια την φοιτητική κοινότητα.      

Στο δικό μας πανεπιστήμιο η μεταπτυχιακή εξειδίκευση δεν είναι θέμα για λίγους αλλά για όλους. Τα δίδακτρα παράλληλα καταργούνται.

Αυτά τα λίγα, κοντά σε όσα έχω ήδη γράψει, σκιαγραφούν το «δικό μας πανεπιστήμιο», το πανεπιστήμιο της κοινωνίας.  

 

ΜΕΡΟΣ Β’

 

ΤΟ ΠΛΑΤΕΜΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΩΣ ΜΟΧΛΟΣ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΙΣΟΤΗΤΑ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ & ΣΤΟΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

 

       Την πρόταση που ακολουθεί την έχω υποβάλλει από το έτος 2004, η πρόταση αυτή έχει φυσικά αγνοηθεί από τα κομματικά πολιτικά επιτελεία, παρά την σημασία της και τους δρόμους που κατά την γνώμη μου ανοίγει για μια κοινωνία ισότητας, ουσιαστικής δημοκρατίας, ίσων ευκαιριών, μια κοινωνία ανάπτυξης και αναδιανομής του πλούτου σε όλους.

 

Α.    Η ΓΝΩΣΗ

 

       Εχουν πολλά γραφεί ανά τους αιώνες για την αξία της γνώσης. Ο,τι και να γραφεί στο κείμενό μου θα είναι λίγο μπροστά στα όσα έχουν ήδη επισημάνει άλλοι, σοφότεροι εμού. Η γνώση αποτελεί προαιώνιο ζητούμενο για το ανθρώπινο είδος, τόσο αιώνιο που είναι συνυφασμένο με τον ίδιο τον άνθρωπο και την παρουσία του σε αυτόν εδώ τον πλανήτη. Είναι εύκολο να φανταστούμε σε ποιες σπηλιές θα ζούσαμε (εάν υπήρχαμε ως είδος) και σε ποια πρωτόγονη, ζωώδη κατάσταση, εάν δεν υπήρχε η αναζήτηση για την γνώση, εάν δεν υπήρχε η γνώση αυτή καθεαυτή ως παραγόμενο του ανθρώπινου νου. Θεόσταλτο αγαθό ή γονιδιακό προνόμιο ακόμα και τα δύο ή και άλλα πολλά, δεν έχει πραγματικά σημασία ποια είναι η πραγματική βαθύτερη αιτία της ύπαρξης του μηχανισμού της γνώσης στην ανθρώπινη φύση. Συνυφασμένη με τον ανθρώπινο νου, γλωσσολογικά δεμένη με αυτόν στην ελληνική γλώσσα (γνω – εν νοώ)  η γνώση αποτελεί την βάση για κάθε ανθρώπινη ενέργεια.

Σε ένα κείμενο, όπως αυτό, που αφορά την κοινωνική πραγματικότητα και την χρήση της γνώσης από την κοινωνία και τον άνθρωπο – πολίτη δεν θα ήταν ορθό να επεκταθώ στην φιλοσοφική αναζήτηση της βάσης της γνώσης, γι αυτό θα την προσεγγίσω ως προς τα αποτελέσματά της στον άνθρωπο ως άτομο και την κοινωνία ως σύνολο ανθρώπων.

Είναι σαφές ότι τον άνθρωπο πέρα και πλέον των λοιπών βιοτικών του αναγκών τον «κινεί» ως όν και ως κομμάτι της κοινωνίας η ανάγκη κατάκτησης της γνώσης, της γνώσης για τον ίδιο του τον εαυτό, της γνώσης για την φύση, το σύμπαν και τις δυνάμεις του.

Εάν θα θέλαμε να θέσουμε ένα άξονα ή ένα μοχλό που κυρίαρχα οδηγεί στην εξέλιξη – ανάπτυξη του ανθρώπου (ατομικά, κοινωνικά και ιστορικά) αυτός δεν θα ήταν ο μοχλός της οικονομίας, αλλά ο μοχλός της γνώσης. Η γνώση κινεί τον κόσμο προς το μέλλον, η γνώση τον ωθεί προς την ανάπτυξη. Χωρίς την γνώση επιστρέφουμε στον άνθρωπο – ζώον, στην αρχή της ιστορίας μας στον πλανήτη. 

Μιλώντας κατ’ ανάγκη συνοπτικά θα πρέπει να επισημάνω μόνο ότι η γνώση προσφέρει στον άνθρωπο όλα εκείνα τα στοιχεία που λειτουργούν αποφασιστικά στην κατανόηση του εαυτού του (ψυχολογική, βιολογική, πνευματική) και στην ανάπτυξή του σε κάθε πιθανό τομέα. Η ίδια η γνώση προσφέρει στις κοινωνίες την κατανόηση του ρόλου τους, την κατανόηση των πολιτικών και ιστορικών φαινομένων, την κατάκτηση του συνόλου του παγκοσμίου γίγνεσθαι.

Ας σκεφτεί ο καθένας και η κάθε μία από εμάς την σημασία και την προσφορά της γνώσης στον άνθρωπο και την κοινωνία, από την κατάκτηση της φωτιάς και των πρώτων όπλων μέχρι τις βαθύτερες φιλοσοφικές αναζητήσεις και άμεσα θα εννοήσει την πρωταρχική και θεμελιώδη σημασία της στην ανθρώπινη πορεία.

       

Β. ΤΟ ΠΛΑΤΕΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΓΝΩΣΗ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ

       Είναι σαφές και ευνόητο ότι η πρόσβαση στην γνώση δεν είναι η ίδια για όλους τους ανθρώπους. Η πρόσβαση στην γνώση δεν είναι ελεύθερη για όλους και σε όλο τον πλανήτη. Ακόμα και εκεί που υπάρχει δημόσια εκπαίδευση, αυτή είναι συνήθως περιορισμένη και αφορά διάφορα μερικά δεδομένα της ανθρώπινης γνώσης, φιλτραρισμένα μέσα από πολιτικές, κοινωνικές, ιστορικές, οικονομικές και κάθε είδους σκοπιμότητες, ακόμα και δοξασίες.

       Για μια πολιτική φιλοσοφία που αποσκοπεί στην ισότητα και την απελευθέρωση του ανθρώπου, το πλάτεμα στην δυνατότητα των ανθρώπων να νέμονται στην γνώση, η ίση και ελεύθερη πρόσβαση σε αυτή, αποτελεί πολιτικό ζητούμενο με το οποίο έχουν ασχοληθεί σχεδόν όλοι οι διανοητές που τον θεμελίωσαν και τον ανέπτυξαν.        Η ελεύθερη πρόσβαση στην γνώση από όλους εξισώνει και καταργεί μία βασική ατομική και κοινωνική ανισότητα, που καλλιεργούν και φροντίζουν συνεχώς να υφίσταται, τα κοινωνικοοικονομικά συστήματα που στηρίζονται στις ανισότητες, όπως ο καπιταλισμός. Η δόμηση του καπιταλισμού πάνω στις ατομικές και κοινωνικές ανισότητες, αποτελεί το θεμέλιό της ύπαρξής του και την αιτία της κυριαρχίας του.      

Για εμάς, είτε σκεπτόμαστε με όρους παγκοσμιότητας είτε σκεπτόμαστε περισσότερο εθνικά, το ζήτημα της ισότητας στην ελεύθερη πρόσβαση στην γνώση, αποτελεί ένα κορυφαίο πολιτικό κοινωνικό στόχο και σίγουρα ένα από τα πιο σημαντικά ζητούμενα για να επιτευχθεί η ανάπτυξη ανθρώπων και κοινωνιών μέσα από συνθήκες ισότητας, ισοτιμίας και δημοκρατίας.

Σήμερα, έχοντας σκοπό τον μετασχηματισμό της κοινωνίας με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά, εάν θέλαμε να στραφούμε στο έτερο στοιχείο της καπιταλιστικής ανισότητας, αυτό της ιδιοκτησίας, επιδιώκοντας να το καταργήσουμε ως ατομικό προνόμιο και να το εντάξουμε στο πλαίσιο των κοινόκτητων κοινωνικών αγαθών, θα συναντούσαμε σειρά αντιδράσεων τυπικού και ουσιαστικού περιεχομένου. Παρά το γεγονός ότι δεν απορρίπτω την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά αντίθετα την θεωρώ κεφαλαιώδες ζητούμενο που οδηγεί στην κοινωνία των ανθρώπων και όχι των ανθρωπόμορφων ζώων, έχω ρεαλιστικά την θέση ότι μπορούμε να προσπαθήσουμε να μετατρέψουμε τα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα με άλλους τρόπους από αυτούς που αναμένει ο πολιτικός αντίπαλος και ότι η εγκατάλειψη της ατομικής ιδιοκτησίας, ακόμα και για εμάς τους ίδιους είναι εγχείρημα ιδιαιτέρως δύσκολο που απαιτεί τεράστια προσωπική προετοιμασία και παιδεία – γνώση. Αλλωστε, μια τέτοια απόπειρα θα επιφέρει τεράστιες αντιδράσεις, σχάσεις και συγκρούσεις … . Μια σειρά από νομικά και κοινωνικά ζητήματα θα εγείροντο και θα απαιτούσαν άμεσες λύσεις, ρήξεις και συγκρούσεις.

Η ελεύθερη πρόσβαση στην γνώση, ως προαιώνια ανθρώπινη ανάγκη, αποτελεί όμως ένα ζητούμενο με ηπιότερο κατά την εξωτερίκευσή του χαρακτήρα. Η πρόσβαση στην γνώση αποτελεί ένα ζητούμενο που δεν μπορεί να αρνηθεί ο καπιταλισμός, ένα ζητούμενο που αποτελεί ατομικό και κοινωνικό δικαίωμα και αγαθό κατοχυρωμένο νομικά και κοινωνικά. Ο λόγος της μη άρνησης είναι ότι η γνώση αποτελεί και για τον καπιταλισμό αγαθό, αντίστοιχο της ιδιοκτησίας, που στηρίζει την παραγωγή και την οικονομία. Ενώ όμως η ιδιοκτησία λειτουργεί στο καπιταλισμό ως ιδιωτικό ατομικό δεδομένο, η γνώση και η πληροφορία (όπως εσχάτως την αποκαλούν) έχει επικοινωτικό χαρακτήρα, προσφέρεται σε όλους και λειτουργεί προκειμένου να ελέγχονται οι συνειδήσεις και οι κοινωνίες. Θα μπορούσε κανείς να μπει στον πειρασμό να αναλύει επί ώρες και ημέρες την σχέση του καπιταλισμού με την γνώση – πληροφορία και την χρήση της από αυτόν.

Σκοπός όμως δικός μας είναι η ελεύθερη πρόσβαση όλων στην γνώση, ακόμα και η παραγωγή της και σκοπός του γραπτού μου είναι να βρεθούν και να δοθούν οι πρακτικές πολιτικές για να πραγματωθεί κάτι τέτοιο, χωρίς να υφίσταται το ενδεχόμενο νομικών και κοινωνικών συγκρούσεων.      

 

Γ. Η «ΓΝΩΣΗ» ΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ. Ο ΣΚΟΠΟΣ ΜΑΣ.

       Είναι σαφές ότι ο καπιταλισμός που κυριαρχεί στον πολιτικό και οικονομικό γίγνεσθαι του πλανήτη, θεωρεί τις έννοιες γνώση, παιδεία, πληροφορία ως κεφάλαιο προς πολλαπλή, θετική και αρνητική εκμετάλλευση και ως μέσο για την διαιώνισή του. Για τον λόγο αυτό τα εκπαιδευτικά συστήματα και η έρευνα είναι ενταγμένα άρρηκτα σχεδόν στην παραγωγική οικονομική διαδικασία, λειτουργώντας κατά το πρότυπο αυτής και εξυπηρετώντας της άμεσα και έμμεσα. Επιπλέον μια σειρά αποκλεισμών και «αναγκών» του εκπαιδευτικού συστήματος αντίστοιχες με εκείνες του καπιταλισμού, όχι μόνο καθιστά την εκπαιδευτική διαδικασία εμπορικό αγαθό, αλλά διευρύνει και διαιωνίζει τις προσωπικές και κοινωνικές ανισότητες.

       Με ένα πλαίσιο νομικών διατάξεων, διεθνών και ημεδαπών, το σύστημα θωρακίζει τις ανισότητες στην γνώση, ευνοώντας την επένδυση σε αυτές.   

       Ο ελεύθερα σκεπτόμενος άνθρωπος δεν είναι δυνατόν να δέχεται τις λειτουργίες αυτές, των αποκλεισμών και ανισοτήτων που στερούν από τους ανθρώπους και τις κοινωνίες τους την ελεύθερη ισότιμη πρόσβαση στην γνώση, ούτε να αποδέχεται την λειτουργία του κοινωνικού εκπαιδευτικού συστήματος προς όφελος όχι του ανθρώπου και της κοινωνίας, αλλά της προσωποπαγούς οικονομίας των λίγων.

       Η εκ βάθρων αναθεώρηση του εκπαιδευτικού συστήματος, ώστε να παρέχεται ελεύθερα και ισότιμα γνώση και ουσιαστική παιδεία, απεξαρτημένη από τα κερδώα οφέλη κάποιων, αποτελεί άμεση προτεραιότητα για την οποία πρέπει να βρεθούν, προταθούν και εφαρμοστούν πολιτικές πρακτικές με σαφείς αρχές και κατευθύνσεις. Όπωσδήποτε πρόκειται για μία δύσκολη διαδικασία.

       Επανέρχομαι όμως στην χρήση της έννοιας γνώση (και των συνυφασμένων με αυτή εννοιών παιδεία, εκπαίδευση, πληροφορία, έρευνα κλπ..) από το υπάρχον πολιτικοοικονομικό σύστημα. Εννοείται, βεβαίως ότι πέραν του αντικειμένου γνώση, αντίστοιχη χρήση γίνεται και στο υποκείμενο άνθρωπος, ως φορέα και παραγωγού της γνώσης, ως μετέχοντα και μη μετέχοντα σε αυτή. Είναι σαφές ότι η γνώση εξυπηρετεί την παραγωγή και παροχή υπηρεσιών, ως εδώ είναι ευνόητο και αχρωμάτιστο πολιτικά, όμως η ίδια η γνώση αποτελεί για το υπάρχον πολιτικοοικονομικό σύστημα αγοραίο αγαθό που δεν το νέμονται όλοι, αλλά μόνο οι έχοντες την οικονομική δυνατότητα να το αποκτήσουν. Η συγκέντρωση και η ύπαρξη της γνώσης (ανθρώπων και πληροφοριών) αποτελεί με τον τρόπο αυτό προνόμιο που πρώτιστα κατέχουν οι οικονομικά ισχυροί (εταιρικά μορφώματα και πρόσωπα). Αυτοί, έχουν την δυνατότητα, στο καπιταλιστικό σύστημα να αποκτήσουν την γνώση, ακόμα και να την παράγουν και να την κατευθύνουν, αφήνοντας τους υπόλοιπους σε όποιο επίπεδο σκότους επιθυμούν. Όταν μία «γνώση» έχει τύχει της εκμετάλλευσής τους τότε την αφήνουν ελεύθερη, την περιγράφουν και την περιαγάγουν σε κτήμα όλων ή αρκετών, πολλές φορές παραπλανώντας τις κοινωνίες ως προς την χρήση της και ενώ οι ίδιοι βρίσκονται σε άλλα επίπεδα παραγωγικού και κοινωνικού σχεδιασμού. Η δικτατορία του σκοταδισμού, που στηρίζεται στην γνώση θα πρέπει να εξαφανιστεί, ώστε να χαθεί το συγκριτικό πλεονέκτημα αυτής της ολιγαρχίας.

       Στον ελλαδικό χώρο τώρα, με τα χίλια μύρια προβλήματα, η γνώση ελάχιστα παρέχεται μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα, που λειτουργεί με αποκλεισμούς και ανισότητες. Η γνώση στην Ελλάδα ανήκει σε μία κάστα πανεπιστημιακών και στα μεγάλα εταιρικά μορφώματα που έχουν την δυνατότητα να χρησιμοποιούν είτε τους πανεπιστημιακούς είτε πρόσωπα εκπαιδευμένα στην παραγωγή γνώσης. Πρακτικός σκοπός τους είναι η διατήρηση της ηγετικής τους δύναμης στις αγορές (σε όσες δύνανται) με ταυτόχρονο έλεγχο των πολιτικών συστημάτων και επιλογών. Στο πλαίσιο της ανισότητας τα μεγάλα εταιρικά μορφώματα και προσωπικά οι φορείς τους έχουν την δυνατότητα να αναλύουν με την χρήση των ανωτέρω προσώπων, να μελετούν και να εφαρμόζουν τις μελέτες που στηρίζονται στην «γνώση».

Το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας όμως, παραγωγικές και μη τάξεις, παραμένουν στην άγνοια και δεν δύνανται, ούτε μελέτες να διεξάγουν, ούτε έχουν γνώση κεφαλαιωδών ζητημάτων που αφορούν την ίδια την προσωπική τους συγκρότηση, αλλά και την παραγωγική διαδικασία στην οποία είναι ενταγμένες.

Το τεράστιο έλλειμμα γνώσης δημιουργεί δυσμενείς κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, που εντείνουν τις ανισότητες, δημιουργούν ανθρώπους και επιμέρους κοινωνίες «εξαρτόμενα», παρεμποδίζουν την προσωπική και πολιτική ελευθερία, την δημοκρατία, την ισότητα και την κοινή κατοχή και πρόσβαση στα κοινωνικά αγαθά. Εν ολίγοις παρεμποδίζουν ανθρώπους και κοινωνίες να κινηθούν προς τα ιδεατά του κοινωνισμού. 

                

Δ.    Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΛΑΤΕΜΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΩΣ  ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ.

 

       Τούτη εδώ η χώρα την οποία κατοικούμε και οι κάτοικοί της (όπως κάθε χώρα) έχουν μια σειρά από ιδιαιτερότητες. Οι ιδιαιτερότητες είτε αναφέρονται στο κλίμα, στο έδαφος είτε στην ιδιοσυγκρασία των κατοίκων, στην κουλτούρα και στις συνήθειές τους, είτε σε μία ολόκληρη ατελεύτητη σειρά παραγόντων, αποτελούν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα που εντάσσονται και επηρεάζουν την κοινωνική συγκρότηση. Μέσα στην κοινωνική συγκρότηση εντάσσεται φυσικά και η παραγωγική διαδικασία, αλλά και οι κοινωνικές και ατομικές συμπεριφορές.

Η γνώση για τις «ιδιαιτερότητες» αυτές που ουσιαστικά συγκροτούν την γνώση για τους ίδιους μας τους εαυτούς και την χώρα μας, είναι συνολικά κάτι ουσιαστικά άγνωστο για την ελληνική κοινωνία. Η γνώση για τους μηχανισμούς και τις αιτίες τους είναι επίσης άγνωστη. Γενικόλογες εμπειρικές προσεγγίσεις που κατά καιρούς εκφράζονται, έχουν μόνο αόριστο χαρακτήρα (π.χ. εμείς οι Ελληνες είμαστε Χ …, οι ο Ελληνας θέλει …, η Ελλάδα είναι χώρα …) και δεν προσφέρουν λύσεις, παρά δημιουργούν προβλήματα μοιρολατρικής συμπεριφοράς.

Το μέγιστο πολιτικό ζητούμενο είναι για εμάς να δημιουργήσουμε την γνώση αυτή, να μελετηθούν από κάθε δυνατή σκοπιά και ανάλυση τα ατομικά, κοινωνικά και εδαφικά με την ευρεία έννοια δεδομένα της χώρας, να αναλυθούν και να εξηγηθούν οι μηχανισμοί και τα αίτια των «ιδιαιτεροτήτων», ώστε με επιστημονικά ορθολογικά δεδομένα να δοθούν λύσεις και κατευθύνσεις. Το ίδιο σημαντικό ζητούμενο είναι η διάσωση παραδοσιακών τρόπων και μεθόδων παραγωγής και του φυτικού και ζωικού δυναμικού πρίν επιμολυνθεί με μεταλλαγμένα και γενετικά τροποποιημένα είδη.

Το μέγιστο πολιτικό ζητούμενο όμως είναι για εμάς η γνώση αυτή να είναι ελεύθερα προσβάσιμη, ανοικτή για όλους τους κατοίκους της χώρας αυτής ώστε να χρησιμεύσει, όχι μόνο για την προσωπική, κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη, αλλά ως υψίστης σημασίας κοινωνικό αγαθό να αποτελέσει την βάση για μια κοινωνία δημοκρατίας, ελευθερίας, ισότητας και σοσιαλισμού, διότι η κοινή γνώση οδηγεί στην κοινότητα της απόλαυσης των αγαθών (όπως τα ορίζει και τα επιλέγει αυτά ο καθένας ως ενεργός πολίτης σε ένα πλαίσιο ατομικής ελευθερίας). Μετά μπορούν να συναποφασιστούν ελεύθερα και αδέσμευτα και άλλες πολιτικές που θα οδηγούν στην θεμελίωση και θωράκιση πολιτικών θεσμών με στόχο την προσωπική και κοινωνική (ακόμα και παραγωγική) ισότητα και εν τέλει κοινοκτημοσύνη ή κοινωνική οικονομία (θα δημοσιευτεί και αυτό) .

Θα επανέλθω όμως στις «ιδιαιτερότητες» πλεονεκτήματα και μειονεξίες του κατοίκου της χώρας και της Ελλάδας, αυτής καθεαυτής.

Θα επαναλάβω ότι γνώση δεν υφίσταται, και όση υφίσταται δεν είναι κοινή. Ο μέσος Ελληνας αγρότης π.χ. δεν γνωρίζει καν πόσο κοστίζει η καλλιέργεια του χωραφιού του ανά στρέμμα, πόσο την επηρεάζει η άνοδος της τιμής του πετρελαίου ή των λιπασμάτων ανά λεπτό του Ευρώ; Τι είναι αποδοτικό να καλλιεργεί και για πόσα χρόνια; Πόσο μπορεί και πόσο πρέπει να πουλήσει το προϊόν του; Που πρέπει να το πουλήσει; Δεν γνωρίζει επίσης ζητήματα που αφορούν την προσωπική του υγεία, δεν γνωρίζει τίποτα ή σχεδόν τίποτα για τις νέες μορφές καλλιέργειας; Δεν γνωρίζει πως μπορεί να προστατευθεί από την αισχροκέρδεια των μεσαζόντων; Και όταν οργανωθεί σε συνεταιρισμούς δεν γνωρίζει τίποτα για την οργάνωσή τους, για την σκοπιμότητα της ύπαρξής τους, ποιους κινδύνους πρέπει να αποφύγει, αλλά και πως θα μπορέσει να ελέγξει τους εσωτερικώς δρώντες κερδοσκόπους;

Το ίδιο το φαινόμενο της ανάγκης κάποιων για ατομική κερδοσκοπία σε βάρος του συνόλου δεν έχει μελετηθεί ως προς τις αιτίες του και την δυνατότητα αντιμετώπισής του, ατομικά και κοινωνικά.

Ο Ελληνας χημικός μηχανικός για να επεκτείνω το παράδειγμα δεν γνωρίζει, εάν και με ποιους όρους μπορεί να δημιουργηθεί στην Ελλάδα μια χημική βιομηχανία με κερδοφορία, τι να πράξει και πως να την οργανώσει.

Ο εργαζόμενος, η νέα, ο νέος, ο κάθε Ελληνας ζει και λειτουργεί σε ένα πέπλο απόλυτης έλλειψης γνώσης για τον εαυτό του την χώρα του, την κοινωνία του. Η έλλειψη γνώσης μετατρέπεται πολλές φορές σε ένα πλαίσιο μοιρολατρικού αγνωστικισμού, σε απομονωτισμό, στην υπάρχουσα στην μέρες μας απογοήτευση για το μέλλον, αλλά και αντίστροφα σε υπερεκτιμήσεις του εγώ, σε μισαλλοδοξίες, σε άκρατους  ατομισμούς και σε εθνικισμούς.                    

       Θα φέρω ένα ακόμα παράδειγμα σε σχέση με την έλλειψη γνώσης. Μέσα από προγράμματα η ελληνική κοινωνία, ο Ελληνας φορολογούμενος διέθεσε τεράστια χρηματικά ποσά για την ενίσχυση νέων επιχειρηματιών ή γυναικών επιχειρηματιών. Ελάχιστα χρήματα έπιασαν τόπο, τα περισσότερα εγχειρήματα ακολουθήθηκαν από χρεωκοπίες σε ελάχιστα έτη (επιβάρυναν και αυτές το κοινωνικό σύνολο) και τα περισσότερα χρήματα πήγαν στην αγορά μηχανημάτων ξένων εταιρειών. Οι αποτυχίες και άκοπες δαπάνες αυτές θα είχαν διαφορετικό αποτέλεσμα εάν είχε μελετηθεί και υπήρχε η γνώση για το πόσα π.χ. πρατήρια άρτου ή ψιλικατζίδικα είναι κερδοφόρα ή αντέχει μία περιοχή. Ακόμα περισσότερο, εάν είχαν μελετηθεί και υπάρξει προτάσεις για το ποιες δραστηριότητες μπορεί να ήταν κερδοφόρες και σε ποιες περιοχές. Αγνοεί ο νέος μικροεπιχειρηματίας και δεν έχει πρόσβαση στην «γνώση» του ποιες είναι οι κύριες ανάγκες της επιχείρησής του, του προϋπολογισμού των αναγκών της, του υπολογισμού των τιμών πώλησης κ.ο.κ. .

       Θα μπορούσε κανείς να σκεφθεί μια ατελείωτη σειρά από ζητήματα και θέματα, προσωπικού, κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα, όπου η γνώση απουσιάζει από την κοινωνία και ταυτόχρονα απουσιάζουν και οι ορθολογικές πολιτικές λύσεις. Πιο λιγότερο χρονοβόρο να σκεφθεί κάποιος που υπάρχουν οι μελέτες και οι λύσεις, που υπάρχει η γνώση.

       Γενικεύοντας,  η ελληνική κοινωνία και ο Ελληνας, ζούν και οδεύουν στο άγνωστο, πειραματιζόμενοι και εισπράττοντας τις συνέπειες.

       Πέρα από τις εκτιμήσεις μου, εάν το τεράστιο έλλειμμα γνώσης αποτελεί συνειδητή επιλογή κάποιων προσώπων και μηχανισμών, και πέρα από τις προσωπικές ατομικές αρνητικές συνέπειες που προπεριέγραψα, το αποτέλεσμα του ελλείμματος γνώσης είναι ευρύτερα κοινωνικό και καθιστούν την χώρα μας ουραγό ακόμα και σε τομείς που θα μπορούσε να έχει ατομικό, κοινωνικό και οικονομικό πλεονέκτημα.

       Η δημιουργία δεδομένων γνώσης και η ελεύθερη πρόσβαση σε αυτά θα μπορούσε να ανατρέψει άρδην τα πράγματα σε προσωπικό, κοινωνικό και εθνικό επίπεδο. Οσα αρνητικά περιγράφηκαν πιο πάνω, θα μπορούσαν να μετατραπούν σε θετικά. Τα δε θετικά είναι αυτονόητα σε όποιον αφιερώσει λίγα λεπτά σκέψης και προβληματισμού.

       Πολιτικά, προσωπικά και κοινωνικά, η γνώση δύναται να παίξει τον ρόλο της, ώστε να δημιουργηθεί μια κοινωνία ελευθέρων από εξαρτήσεις, ισότιμων ανθρώπων, μια πολιτεία και κοινωνία δημοκρατική και σοσιαλιστική, μέσα από την προσωπική και κοινωνική αυτάρκεια και ευδαιμονία (πνευματική και υλική).

            

Ε. ΠΩΣ ΘΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ: Η ΠΡΟΤΑΣΗ.

       Η παραγωγή ελεύθερα προσβάσιμης γνώσης, υπό το υπάρχον διεθνές και ημεδαπό πολιτικό και νομικό πλαίσιο, δεν θα μπορούσε να είναι αντικείμενο παρά μόνο κρατικής δραστηριότητας, αφού μόνο το κράτος εξ ορισμού ενεργεί και το κοινό, ελεύθερα προσβάσιμο αγαθό της γνώσης. Θα ήταν αστείο και άτοπο να θεωρήσει κανείς ότι η «κρατική μηχανή» θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε μία τέτοια αναγκαιότητα, να παράγει και να προσφέρει γνώση. Αλλωστε οι κρατικοί μηχανισμοί στην Ελλάδα δεν είναι σχεδιασμένοι για τέτοιες λειτουργίες, αλλά είναι συνήθως προορισμένοι για ελέγχους και κυρώσεις επιβεβαίωσης της κρατικής εξουσίας .

       Η δημιουργία «γνώσης» έχει επίσης ένα τεράστιο κόστος, είτε αυτό είναι αντικείμενο της κρατικής μέριμνας είτε της ιδιωτικής και αυτό συμβαίνει σε όλες τις χώρες του καπιταλιστικού πλανήτη.

       Το ζητούμενο παραμένει πως θα καταφέρουμε να δημιουργήσουμε τεράστια «γνώση» ελεύθερα προσβάσιμη από ην κοινωνία, χωρίς να υπάρχει το τεράστιο κόστος που συνεπάγεται αυτή ;

       Η λύση που προτείνω και πιστεύω ότι πρέπει να εφαρμοστεί έχει να κάνει με το δημόσιο σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρχεται να προσδώσει αξία και σημασία στο ίδιο, αλλά και στους νέους της χώρας.

          Το τριτοβάθμιο εκπαιδευτικό σύστημα και η ψυχή του, οι φοιτητές, ταλανίζονται από ένα καθηγητικό κατεστημένο (το ίδιο το σύστημα είναι «καθηγητοκεντρικό»), που αρνείται να παράγει, λειτουργεί πολλές φορές εξουσιαστικά και αυταρχικά (αντί να λειτουργεί ακαδημαϊκά και εκπαιδευτικά) και εκμεταλλεύεται πολύπλευρα την ανάγκη των νέων να ενταχθούν στο οικονομικό μοντέλο – σύστημα. Οι φοιτητές ταλαιπωρούνται από όλα τα ανωτέρω και από την αποστήθιση παρωχημένων γνώσεων. Δεν έχουν δε, την δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας σε σχέση με το γνωστικό τους αντικείμενο, το οποίο και είναι στις πλείονες των περιπτώσεων ξεκομμένο και με την κοινωνική και επαγγελματική τους πραγματικότητα. Στο ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα αναπαράγεται επίσης, ο άκρατος ατομισμός και θεοποιείται το ατομικό συμφέρον. Είναι βέβαια και αυτά προβλήματα που μπορούν μέσα από την πρόταση που ακολουθεί να βρουν ουσιαστική λύση.

Η πρόταση – λύση για την δημιουργία σε ελάχιστο χρόνο τεράστιου όγκου ελεύθερα προσβάσιμης γνώσης:

      

Επί σειρά ετών οι φοιτητές και οι φοιτήτριες μας αναγκάζονται να δίνουν εξετάσεις πάνω σε βιβλία γραμμένα ακόμα και δεκαετίες πριν, αναγκάζονται να λειτουργούν ως υποκείμενα στείρου αναμασήματος και αναπαραγωγής θέσεων και απόψεων διαφόρων «αυθεντιών», εξεταζόμενοι στην πιστή αποστήθιση των «ιερών» κειμένων. Αντί  λοιπόν να δεσμεύουν την παραγωγικότητα, την φαντασία τους ακόμα και τις δυνατότητες γνώσης σύγχρονων επιστημονικών γνώσεων, δίνοντας τέτοιου είδους εξετάσεις, οι φοιτήτριες και οι φοιτητές μας, οι σπουδαστές και οι σπουδάστριές μας, θα μπορούσαν αυτοί να δημιουργήσουν τις μελέτες και να παράγουν την γνώση που έχει ανάγκη η χώρα μας, δίνοντας ουσιαστικό κοινωνικό ρόλο και στους καθηγητές τους, αλλά και στην εκπαίδευση γενικότερα.

       Στο πλαίσιο αυτό και σε αντικατάσταση του στείρου αναχρονιστικού θεσμού των εξετάσεων κάθε σχολή και τμήμα με φοιτητές και φοιτήτριες διαιρεμένους σε θεματικές ομάδες, θα πρέπει να μελετά και να καταλήγει σε πόρισμα – πρόταση για συγκεκριμένα θέματα. Αυτό, είτε ολικά για κάθε έτος με θεματολογία που θα προϋποθέτει την σαφή γνώση των μαθημάτων του ετήσιου κύκλου σπουδών, είτε – και τούτο είναι η γνώμη μου – από τελειόφοιτους φοιτητές από το εξεταστικό αντικείμενο των οποίων θα αφαιρείται σεβαστός αριθμός μαθημάτων, τα οποία θα σχετίζονται με την διενεργούμενη μελέτη.    

Για παράδειγμα ας πάρουμε ένα γεωργικό προϊόν: την πατάτα. Η γεωπονική σχολή θα πρέπει να μελετήσει και να δώσει προτάσεις για τις εδαφικές ανάγκες, τις ποικιλίες ανά είδος εδαφών, την ορθή καλλιέργεια και συγκομιδή (και σειρά άλλα θέματα τα οποία άπτονται του επιστημονικού της αντικειμένου), η γεωλογική σχολή θα πρέπει να μελετήσει τα καλλιεργήσιμα εδάφη και την σύστασή του σε στοιχεία, οι οικονομικές και εμπορικές σχολές θα πρέπει να μελετήσουν το κόστος παραγωγής και να προτείνουν την τιμή πώλησης του παραγόμενου προϊόντος, τις δυνατότητες ή μη πώλησης του προϊόντος αυτού, τις διεθνείς οικονομικές συνθήκες, που μπορεί να εξαχθεί το προϊόν και υπό ποία μορφή, τον ανταγωνισμό ίσως από τρίτες χώρες και εάν μπορεί το προϊόν να καταστεί αποδοτικό και υπό ποίους όρους, οι βιομηχανικές σχολές, οι σχολές χημικών μηχανικών και χημικών τροφίμων, οι νομικές σχολές, ακόμα και οι σχολές σχεδιασμού του προϊόντος (design) που τόσο λείπουν από την χώρα και πρέπει να δημιουργηθούν άμεσα. Ολοι μπορούν και έχουν να βάλλουν ένα λιθαράκι στην διαδικασία μελέτης και τούτο μπορεί και πρέπει να γίνει σε κάθε τομέα, από την αγροτική οικονομία και την βιομηχανία μέχρι την προσέγγιση κοινωνικών θεμάτων (π.χ. τις επιπτώσεις της ανεργίας στο Πέραμα και αλλού) και τον πολιτισμό και μάλιστα και αναγκαία με την πρόταση λύσεων και νέων ιδεών. Ολη αυτή η εργασία και προσπάθεια της νεολαίας μας, ανά πανεπιστήμιο και ανά έτος θα συγκεντρώνεται και θα τυπώνεται με δαπάνες του κράτους, πωλούμενη σε τιμή η οποία να καλύπτει τις δαπάνες έκδοσης και να αφήνει και ένα μικρό ποσό για την χρηματοδότηση των πανεπιστημίων, ενώ παράλληλα οι κρινόμενες ως καλύτερες μελέτες, πλέον την επιβράβευσης της προαγωγής των φοιτητών θα βραβεύονται από το κράτος και θα χορηγούνται υποτροφίες για μεταπτυχιακές σπουδές.

Αντίστοιχα, θα δημιουργείται και ηλεκτρονική βάση δεδομένων, προσβάσιμη ελεύθερα ή με μία συμβολική εφάπαξ συνδρομή ( εμείς ως κοινωνία θα το κρίνουμε και η δική μου πρόταση είναι «ελεύθερα προσβάσιμη»). 

 Με τον τρόπο αυτό και μόνο μπορούμε όλοι οι Ελληνες να αποκτήσουμε  – και μάλιστα  με ελάχιστο κόστος – γνώση και συγκεντρωμένες εξειδικευμένες μελέτες για κάθε ατομικό, κοινωνικό και παραγωγικό ζητούμενο, με βάση την κοινοκτημοσύνη της γνώσης.

       Μέσα από τα πάμπολλα οφέλη της διαδικασίας αυτής για την Ελληνική κοινωνία και τις άπειρες θετικές εκφάνσεις της, θα πρέπει να επισημάνω ότι σε κάθε περίπτωση η διαδικασία αυτή θα δημιουργήσει μία νεολαία δημιουργική και χειραφετημένη κοινωνικά έτοιμη να προοδεύσει και να δημιουργήσει, εργαζόμενη και ομαδικά, με βάση τα στοιχεία που συνθέτουν το μεγαλείο της ελληνικής σκέψης, την φαντασία, την ανάλυση και την σύνθεση, την δημιουργία και την ελεύθερη σκέψη και στοχασμό.       

            Το πως η ίδια η νέα γενιά θα μετάσχει μέσα από κοινωνικές συλλογικότητες στην παραγωγική αξιοποίηση του πλούτου που θα προκύψει, καθιστώντας αυτόν κοινωνικό κτήμα αφορά το τρίτο μέρος όσων γράφω. Είναι βέβαιο πως εύκολα μπορούμε να προχωρήσουμε … .

Νοέμβριος 25, 2008

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ: ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Θα μιλήσω με τον δικό μου τρόπο για «τo δικό μου Πανεπιστήμιο»… .

Θα ξεκινήσω από το φαύλο σημερινό σύστημα και δεν θα ρίξω την ευθύνη φυσικά στους φοιτητές, όπως κάνουν κάποιοι εξουσιολάγνοι και παπαγαλίζοντες αντιδραστικές θεωρίες. Καλά κάνουν οι φοιτητές και δεν θέλουν ένα τέτοιο πανεπιστήμιο  .

Το σύστημα δεν αυτογεννάται, δεν αυτοδημιουργείται από παρθενογέννεση, το σύστημα εκφράζει σήμερα την ίδια φαυλότητα της κοινωνικής διάστασης της εξουσίας (και δεν εννοώ μόνο της πολιτικής).

Τα πανεπιστήμια λειτουργούν υπό ένα συγκεκριμένο νομικό καθεστώς. Αυτό το καθεστώς θα πρέπει να εξεταστεί πρωτίστως. Επισημαίνω ότι το υπάρχον νομικό καθεστώς εξασφαλίζει στα Πανεπιστήμια αυτονομία από τον κοινωνικό έλεγχο. Στην πραγματικότητα τα πανεπιστήμια βρίσκονταν πάντα εκτός αμέσου κοινωνικού ελέγχου (η εμμεσότητα της κυβερνητικής παρέμβασης είχε πάντα οργανωτικό χαρακτήρα).

Στο «δικό μου πανεπιστήμιο» δεν διοικεί το διδακτικό προσωπικό, τουλάχιστον δεν διοικεί με την ένταση που παρατηρείται σήμερα. Το διδακτικό προσωπικό έχει ως σκοπό της ύπαρξης και παρουσίας του, την διδασκαλία. Εχει μια ιδιόρρυθμη σχέση μισθωτού και δεν μπορεί ταυτόχρονα να διοικεί, να αποφασίζει αυτό (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η γνώμη του δεν έχει βαρύνουσα εξ αντικειμένου θέση). Στο «δικό μου πανεπιστήμιο» η διοίκηση ανήκει στην κοινωνία που αποφασίζει δημοκρατικά σε δύο επίπεδα. Στο επίπεδο άμεσης καθολικής εκλογής μιας δημοκρατικής αρχής διοίκησης και στο επίπεδο άμεσης δημοκρατικής εντολής.

Να μπορούν π.χ. οι αγρότες να ζητήσουν την δημιουργία μιας σχολής γεωπονίας με συγκεκριμένο προσανατολισμό ή μιας σχολής επιμόρφωσης αγροτών και αυτό να καθίσταται αντικείμενο καθολικής ψηφοφορίας και απόφασης. Αυτό σημαίνει δημοκρατικό κοινωνικό πανεπιστήμιο.

Η φαυλότητα της σημερινής κατάστασης έφτασε μέχρι του σημείου να ιδρύει σειράς σχολών και πανεπιστημίων για να τονώσει τοπικές οικονομίες με τα έξοδα διαβίωσης των φοιτητών, χωρίς υποδομές, χωρίς καν εκπαιδευτικό προσανατολισμό. Φτιάχτηκαν δεκάδες σχολές χωρίς ουσιαστικό κοινωνικό προσανατολισμό με τυφλά και μικρόπνοα οικονομίστικα κριτήρια. Διογκώθηκε έτσι ουσιαστικά το κοινωνικό πρόβλημα και ο ανταγωνισμός στην αγορά εργασίας, με αποτέλεσμα την γενιά των 700 Ευρώ και την ενασχόληση των πτυχιούχων με άλλα πράγματα από αυτά που σπούδασαν. Μόνο το κεφάλαιο είναι ευνοημένο από αυτή την φαυλότητα, όλοι οι άλλοι χάσαμε και κυρίως οι νέες γενιές που ζούν στην αποθήκη της απαξίωσης, στην αποθήκη της φτηνής για κάποιους εργασίας.

 

Χρειάζεται θαρρώ η δημιουργία σχολών επιστημονικά εξειδικευμένων. Δεν μπορούμε πλέον να έχουμε σχολές που βγάζουν απλά «φυσικούς», «χημικούς» ή «μαθηματικούς» όταν οι ειδικές εφαρμογές των επιστημών αυτών είναι τεράστιες. Χρειάζεται να δούμε τα πράγματα και την παιδεία όχι ως αποθήκη προσδοκιών και ανθρώπων, αλλά ως πεδίο περαιτέρω επαφής με την γνώση.

Το δικό μου πανεπιστήμιο δεν λειτουργεί ως εξεταστικό κέντρο, κυρίως επειδή αυτό βολεύει ποικιλοτρόπως το καθηγητικό προσωπικό, που δεν εντείνει τις προσπάθειές του στην διδασκαλία, αλλά αρκείται στην εξουσία της εξέτασης. Το δικό μου πανεπιστήμιο είναι πανεπιστήμιο γνώσης και όχι εξουσιαστικής θολούρας, που επιτρέπει την αυθαιρεσία και την νόσφιση εργασίας άλλων – κυρίως φοιτητών.

Το δικό μου πανεπιστήμιο δεν λειτουργεί ως προθάλαμος της αγοράς εργασίας, έχει σκοπό την γνώση και η κατοχή της είναι ευνόητο ότι μπορεί να οδηγήσει σε άλλα επίπεδα, χωρίς να υπάρχει αυτός ο προσανατολισμός.

Το δικό μου πανεπιστήμιο είναι πανεπιστήμιο έρευνας, προόδου και κοινωνικής προσφοράς. Φοιτητές και διδάσκοντες αποφασίζουν για την προώθηση προτάσεων έρευνας και φτιάχνουν το πλάνο συμμετοχής και εργασίας.

Στο δικό μου πανεπιστήμιο (όπως έχω ήδη προτείνει) ο φοιτητής αποκτά άμεση εμπειρία μέσω της αντικατάστασης των εξετάσεων από μελέτες και έρευνες κοινωνικής διάστασης και προσφοράς. Η γνώση που παράγεται ανήκει στην ίδια την κοινωνία και όχι μόνο σε καθηγητές ή μόνο σε επιχειρήσεις.

Στο δικό μου πανεπιστήμιο, ο φοιτητής παύει να είναι ένας καταπιεσμένος από παντού κακομοίρης, που φτάνει να μισεί αυτό που είναι και αυτό που κάνει. Συμμετέχει ενεργά και ισότιμα σε όλες τις διαδικασίες και δημοκρατικά μετέχει στον έλεγχο της λειτουργίας του πανεπιστημίου υπό οιανδήποτε έκφανση.

Στο δικό μου πανεπιστήμιο, οι πόρτες είναι ανοικτές στην κοινωνία και όποιος πολίτης θέλει μπορεί να παρακολουθήσει μαθήματα (χωρίς να δικαιούται βέβαια τίτλου σπουδών).

Στο δικό μου πανεπιστήμιο, η αξιολόγηση της εργασίας των διδασκόντων είναι αναγκαία και ανήκει στην κοινωνία και στους μετέχοντες στο εκπαιδευτικό γίγνεσθαι. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν άφαντοι καθηγητές ή εξουσιαστές – βασανιστές ανάμεσα στην εκπαιδευτική κοινότητα.

Στο δικό μου πανεπιστήμιο δεν υπάρχει ένα και μοναδικό σύγγραμμα (που αποφέρει εκατοντάδες εκατομμύρια στους διδάσκοντες και στους εκδότες). Υπάρχει πλήρης ελευθερία πρόσβασης στη γνώση και επιλογής του καλύτερου.       

Στο δικό μου πανεπιστήμιο η μεταπτυχιακή εξειδίκευση δεν είναι θέμα για λίγους αλλά για όλους. Τα δίδακτρα παράλληλα καταργούνται.

Αυτά τα λίγα, κοντά σε όσα έχω ήδη γράψει, σκιαγραφούν το «δικό μου πανεπιστήμιο».

Blog στο WordPress.com.