Διάλογος για την Κοινωνία

Οκτώβριος 21, 2009

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΧΩΡΙΣ ΧΡΗΜΑ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΧΩΡΙΣ ΧΡΗΜΑ

 

Α. Θα ξενίζει πολλούς ο τίτλος και θα αναρωτηθούν με αρνητική θέση, εάν είναι δυνατόν να υπάρξει οικονομία χωρίς χρήμα. Πέρα από την ιστορική γνώση, όσοι γνωρίζουν τον ορισμό του χρήματος, αυτόν που γράφεται στα βιβλία και ορίζεται στους νόμους θα μπορούν εύκολα να το κατανοήσουν και οι υπόλοιποι, μετά την ανάγνωση του κειμένου, θα μπορούν εύκολα πλέον να το συλλάβουν και να το αντιληφθούν πως  ΝΑΙ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ ΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΧΩΡΙΣ ΧΡΗΜΑ και αυτή όχι μόνο μπορεί να είναι μία σύγχρονη οικονομία προόδου, αλλά και είναι επιτακτική ανάγκη να υπάρξει, για να απελευθερωθούν οι άνθρωποι και οι κοινωνίες και να βαδίσουν με ελευθερία στο μέλλον.

 

Β. Με ένα περιεκτικό γενικό ορισμό μπορούμε να ορίσουμε την οικονομία ως το σύνολο της ανθρώπινης δραστηριότητας που αποσκοπεί στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών για την κάλυψη βιοτικών αναγκών, πραγματικών και τεχνητών, ουσιωδών και μη.

Είναι σαφές ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα δεν είναι αυτόνομη και αποκομμένη, αλλά πάντοτε αναπτύσσεται μέσα στα πλαίσια της κοινωνίας. Αλλωστε οι άνθρωποι ενώθηκαν και οργανώθηκαν σε κοινωνίες για να αντιμετωπίσουν κατά τρόπο ευκολότερο τις ίδιες αυτές βιοτικές ανάγκες, το ίδιο τον αγώνα της επιβίωσης. Η οικονομία λοιπόν έχει πάντοτε και ως στόχο και τελικό προορισμό της τον άνθρωπο και δεν υπάρχει οικονομία, δεν νοείται έξω από τον άνθρωπο και τις ανάγκες του.

 

Γ.       Στην πορεία του ανθρώπου στον πλανήτη, οι βιοτικές ανάγκες και η διαχείρισή τους, δηλ. η οικονομία έγιναν το μέσο, η αιτία και η αφορμή για να δυστυχήσουν και να πεθάνουν αμέτρητες γενιές ανθρώπων και να ευημερήσουν και να αναπτυχθούν άλλες. Τούτο όμως το έχω ήδη αναλύσει και δεν θα επεκταθώ.

Το χρήμα ήλθε στην ανθρώπινη ιστορία και πρακτική ως μέσο για να συμβολίσει και να ενσωματώσει την ανταλλαγή των αξιών που κάθε κοινωνία έδινε στα παράγωγα της οικονομίας της. Ουσιαστικά και στην πραγματικότητα, το χρήμα στην σύντομη αναλογικά ιστορία του στον πλανήτη, ενσωματώνει την εκάστοτε οριζόμενη αξία των παραγώγων της ανθρώπινης δραστηριότητας και έχει μόνο ανταλλακτική και όχι πραγματική βιοτική αξία (π.χ. δεν τρώγεται, δεν προστατεύει από το κρύο ή την φωτιά).

Στην πραγματικότητα η οικονομία βασίζεται ακόμα στην ανταλλακτική αξία των αγαθών και των υπηρεσιών (τούτο είναι απότοκο της βιοτικής αξίας των αγαθών που η ανθρώπινη φύση ορίζει ως ανάγκη της και του τρόπου που η κάθε κοινωνία ανθρώπων τα αντιλαμβάνεται και τα θεωρεί). Το χρήμα είναι απλά ο βασικός σήμερα  συμβολισμός της αξίας των αγαθών.

Κατά συνέπεια και στην πραγματικότητα η οικονομία, η κάλυψη των όποιων αναγκών, μπορεί να υφίσταται χωρίς την ανάγκη της ύπαρξης του χρήματος, όπως υπήρξε και λειτούργησε χιλιάδες χρόνια τώρα.

 

Δ. Ας έλθουμε όμως στο σήμερα. Είναι βέβαιο πως ο καπιταλισμός συνδέεται άμεσα και εξαρτάται από το χρήμα και την ανταλλακτική του αξία σε αγαθά και υπηρεσίες. Δεν είναι όμως μόνο ο καπιταλισμός το σύστημα οικονομικής οργάνωσης που στηρίχτηκε στο χρήμα. Το χρήμα έχει μακρύτερη ιστορία στις ανθρώπινες κοινωνίες και στήριξε και άλλες μορφές οργάνωσης της οικονομίας, με εντελώς διάφορες πολιτικές, κοινωνικές και παραγωγικές δομές και διαδικασίες. Απλά στον καπιταλισμό, η παραγωγή και η συσσώρευσή του χρήματος έπαιξαν και παίζουν ένα κυρίαρχο συμβολικό στην πραγματικότητα ρόλο, ο οποίος είναι όμως ουσιαστικός στην οργάνωση και λειτουργία των δομών του. Στην πραγματικότητα ο καπιταλισμός δεν υπήρξε αποτέλεσμα του χρήματος, ούτε αυτός το γέννησε, απλά το χρησιμοποίησε και χρησιμοποιεί άριστα ως μέσο έκφρασης και επιβολής της ισχύος των κατόχων του, αφού το μέσο αυτό ανταλλάσσεται με αγαθά που παράγουν άνθρωποι και υπηρεσίες που προσφέρουν. Είναι κλασσική και αξεπέραστη η μαρξιστική ανάλυση στην λειτουργία και τον ρόλο του κεφαλαίου στον καπιταλισμό και είναι τόσο επιστημονική, όσο και στην πραγματικότητα εμπειρική. Είναι τέτοια η πλύση εγκεφάλου που καλλιέργησαν και καλλιεργούν οι κεφαλαιούχοι για την ισχύ του χρήματος, ώστε όχι μόνο διαμορφώθηκε η κουλτούρα του χρήματος, αλλά και μύθοι, που οδηγούν την κοινωνία μακριά από την αλήθεια και δημιουργούν εικονικές πραγματικότητες και μαζικά εσφαλμένες εντυπώσεις, όπως αυτή της ταύτισης της οικονομίας με το χρήμα.  

 

Ε. Στην μακραίωνη ιστορία του το χρήμα, οριζόταν το ίδιο από την αξία που έδιναν οι κοινωνίες στα λεγόμενα πολύτιμα μέταλλα που το απάρτιζαν και από τα οποία κατασκευαζόταν. Το χρήμα ενσωμάτωνε το ίδιο την αξία που προσέδιδε η κοινωνία στον υλικό που το απάρτιζε και που εν ολίγοις συμβόλιζε την αμετάβλητη αιωνιότητα των πολύτιμων μετάλλων (κυρίως του χρυσού και δευτερευόντως του άργυρου) έναντι των βρωτών, των ανθρώπων. Η απόκτηση των μετάλλων αυτών έγινε σκοπός και αυτοσκοπός, ζητούμενο των κοινωνιών και των ανθρώπων, αιτία λεηλασιών και πολέμων. Ποτέ όμως το χρήμα δεν αποτέλεσε τον πραγματικό σκοπό των ανθρώπων, ο πραγματικός σκοπός και στόχος ήταν τα αγαθά και η κοινωνική και πλανητική εξουσία – ισχύς που εξασφάλιζε ή σηματοδοτούσε η κατοχή τους. Αυτή είναι στην πραγματικότητα εξουσία επί των ανθρώπων, καθώς κανένα άλλο έμβιο όν στον πλανήτη δεν προσδίδει κάποια αξία στο χρήμα. Αυτό αποκαλύπτει και πάλι τον τεχνητό χαρακτήρα και φύση του.

Στις ισορροπίες αυτές κινήθηκε η ανθρωπότητα μέχρι την στιγμή που ο καπιταλισμός ξεπέρασε τα πολύτιμα μέταλλα. Μέχρι που αυτά δεν επαρκούσαν για να εκφράσουν την αξία που συμβόλιζαν τα παραγόμενα. Βέβαια, μέσα σε ένα πλαίσιο τεχνητών αξιών και αντιστοιχιών του χρήματος, των αγαθών και των υπηρεσιών, κανείς δεν μπορεί να μας βεβαιώσει ότι τούτο δεν ήταν μια εσκεμμένη ενέργεια των μεγαλύτερων κεφαλαιούχων του κόσμου για να εγκαταλειφθεί ο κανόνας του χρυσού (δηλ. η αντιστοίχηση του εκδιδόμενου χρήματος σε υπαρκτό χρυσό). Είτε ο παγκόσμιος χρυσός αποτελούσε σύνολο πεπερασμένο και ανεπαρκές για να εκφράσει τις πληθωρίζουσες αξίες και αγαθά, είτε απλά η κρίση των τελών του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα ήταν ένα έξυπνο τέχνασμα για να προσπεραστούν συνθήκες και όροι και να ενσωματωθούν σε κάποιους χρηματικές αξίες, εκφραζόμενες απλά σε χρήμα, τούτο δεν έχει ουσιαστική αξία, καθώς η αξία του χρήματός είναι πάντα τεχνητή και ξεπεράστηκε τοις πράγμασι, διαμορφώνοντας μια καινούργια πραγματικότητα. Δεν είναι βέβαια ιστορικά αμελητέο το γεγονός ότι η εγκατάλειψη του κανόνα του χρυσού και η αθρόα έκδοση χρήματος προκάλεσε δύο τεράστιους πολέμους και εκατοντάδες περιφερειακούς. Η ίδια η αμφισβήτηση της αξίας του χρήματος για τον άνθρωπο, προκάλεσε όχι μόνο αιώνιο σκεπτικισμό, αλλά και κοινωνικές αναταράξεις και επαναστάσεις [1]. Σας έδωσα ήδη τις αφορμές για πολλή σκέψη όμως ο σκοπός μου δεν είναι να μείνω στις αναλύσεις αυτού του είδους και η περαιτέρω ανάλυση, συνοδευόμενη από παραδειγματολογία θα αφήσει την ουσία να χαθεί.

         

ΣΤ.     Η ελεύθερη έκδοση χρήματος από τα κράτη αποτέλεσε πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που έδωσε ιδιοαξία στο χρήμα και το κατέστησε το ίδιο εμπορεύσιμο είδος. Στον βδελυρό κανόνα του τόκου προστέθηκε και ο κανόνας των ισοτιμιών, που προστατεύεται και επιβάλλεται ακόμα και με τα όπλα.

          Στο πλαίσιο αυτό οι κεφαλαιοκράτες του κόσμου θα έπρεπε να ελέγξουν και να εκμεταλλευτούν όχι μόνο την αξία του χρήματος, αλλά και την παραγωγική διάρθρωση κάθε οργανωμένης σε κράτος κοινωνίας και την αξία των προϊόντων που αυτή παρήγαγε. Καθώς οι λαοί κρατιούνται στο σκοτάδι και οι λακέδες τους «επιστήμονες» συνηγορούν στις επιδιώξεις τους, οι κεφαλαιούχοι κατάφεραν και τούτο πολυποίκιλα και χωρίς κανείς να καταλάβει το παιχνίδι τους. Το τελευταίο, το έσχατο στάδιο ολοκλήρωσης και ολοκληρωτισμού αυτό, είναι η οικονομική παγκοσμιοποίηση που βιώνουμε. Το ότι όλα τα αγαθά έχουν πλέον «χρηματιστηριακή» αξία, που δεν ορίζεται στο ελάχιστο από τις κοινωνίες,  αποτελεί το έσχατο στάδιο του κεφαλαιοκρατισμού (καπιταλισμού).

          Με τον τρόπο αυτό, το ελεύθερα εκδιδόμενο χρήμα πέρα από την ιδιοαξία του, έγινε και το μοναδικό μέσο μέτρησης, ολόκληρου του πλανήτη μας και των ίδιων των ανθρώπινων ζωών και μάλιστα κατά τρόπο απόλυτο, κυριαρχικό και βίαιο, που ούτε πλέον η φαντασία των ανθρώπων δεν μπορεί να αμφισβητήσει. Η «κεφαλαιοποίηση» των πάντων αποτελεί το έσχατο θεωρητικό στάδιο του καπιταλισμού και εκφράζεται σε οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα μπορεί να σκεφτεί κανείς.

          Οποιος ή όποιοι αμφισβητούν την κεφαλαιοποίηση των πάντων πολεμιούνται αλύπητα και απαξιώνονται με χίλιους δυο τρόπους, κατηγορούμενοι ακόμα και πως δεν ανήκουν στον κόσμο αυτό. Δείτε π.χ. τους «Ταλιμπάν» και τις δικές τους «αξίες», που ανήκουν στο «παρελθόν» … .

          Οι επόμενοι πόλεμοι, όπως και όλοι οι προηγούμενοι της καπιταλιστικής εποχής θα είναι «πόλεμοι για την αξία του χρήματος». Καθώς ο οιοσδήποτε μπορεί να εκδίδει όσο χρήμα θέλει και να του προσδίδει όποια αξία θέλει, οι μηχανισμοί συντήρησης – εξισορρόπησης των κεφαλαιούχων έρχονται να επιβάλλουν μια σειρά από κανόνες ή ωμή ζωώδη βία για να διατηρήσουν μόνο αυτοί τούτο το δικαίωμα. Στην πραγματικότητα ο καπιταλισμός θα φτάσει σύντομα στο επίπεδο που το μόνο πραγματικά εμπορεύσιμο και άξιο λόγου αγαθό στον πλανήτη θα είναι μόνο το χρήμα. Η πρόσφατη οικονομική κρίση ήταν η πρώτη απόπειρα. Ο παραλογισμός αυτός είναι κορυφαίος και τελικός, η παράνοια που ενσωματώνει θα είναι και το τέλος του κυματοειδούς καπιταλισμού, που θα ξαναγίνει (ήδη γίνεται) εξουσιαστικός ολοκληρωτισμός.

 

Ζ. Ας έλθουμε όμως στο ουσιώδες πρακτικά κομμάτι: στην χρήση του χρήματος.

Είναι σαφές ότι οι κεφαλαιούχοι δεν εννοούν το χρήμα που κατέχουν και εκδίδουν ως αγαθό αυτό καθεαυτό. Το χρήμα στα θησαυροφυλάκιά τους θα ήταν άχρηστο και πραγματικό βάρος. Το χρήμα έχει αξία μόνο όταν χρησιμοποιείται και χρησιμοποιείται για να γεννά τόκους και υπεραξίες (ακόμα και υπεραξίες ισοτιμίας) για να γεννά συνεχή έλεγχο και να ελέγχει τις αξίες των αγαθών, ελέγχοντας έτσι και τους ανθρώπους. Τούτο δεν προκαλείται από μόνο, ως ανάγκη των ανθρώπων, των κοινωνιών, των λαών. Προκαλείται σκόπιμα για να υπάρχει συνεχώς από τους λαούς η ανάγκη εξάρτησης από το χρήμα, δηλ. από αυτούς που το κατέχουν και ορίζουν την κίνησή του. Η κατοχή και ορισμός της κίνησης του χρήματος γεννά όλα τα τεχνητά γεννήματά του: τους τόκους, τις αν-ισοτιμίες, τις εξαρτήσεις.

Πραγματικά θα ήταν δυστυχείς και αδύναμοι οι κάτοχοι του χρήματος, εάν δεν μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν για τους σκοπούς αυτούς. Φροντίζουν λοιπόν να επιβάλλουν με ένα σωρό τρόπους την ανάγκη του χρήματος και να την επεκτείνουν για να διαιωνίζεται και να επαυξάνεται η ισχύς τους και να μεγαλώνει η εξάρτηση των λαών από αυτούς και η κλοπή τους, η λεηλασία και η καταλήστευση έναντι αυτών (π.χ. δείτε την κλοπή του ελληνικού λαού από τα ξένα funds στο «σκάνδαλο του χρηματιστηρίου» της προηγούμενης δεκαετίας). Αυξάνοντας τις τιμές, πληθωρίζουν τις αξίες των αγαθών και δημιουργούν ανάγκες δανεισμού, επιβάλλοντας ταυτόχρονα μέτρα «νομισματικής ισορροπίας» και σταθερότητας ισολογισμών. Δημιουργούν δηλ. και επιβάλλουν κατά το ειωθώς σε αυτούς, ανάγκες δανεισμού των δύστυχων κρατών και των ανθρώπων, ορίζοντας η ίδιοι το αντάλλαγμα για το χάρτινο ή εικονικό και χωρίς πραγματική αξία χρήμα. Σκοπός τους είναι να πουλάνε χρήμα με κέρδος και για να πουλήσεις χρήμα ή προϊόντα του πρέπει να δημιουργήσεις και την ανάγκη αγοράς του.  Η τυφλότητα και η ανοησία της ανθρωπότητας να υποτάσσεται σε κάτι που είναι αέρας κοπανιστός είναι πραγματικά επιβεβαίωση της αυτοκαταστροφικής βλακείας που κυριαρχεί στο ανθρώπινο είδος και επιβεβαίωση της στυγνής εκμετάλλευσης των βιοτικών του αναγκών. Ζούμε στην ζούγκλα ακόμα και υπακούουμε ακόμα στους νόμους της, δεν έχουμε ξεφύγει από αυτή … . Για να επενδύσουν δε στην ζούγκλα που τους βολεύει, στην βαρβαρότητα και στην αθλιότητα, οι κεφαλαιούχοι του σύγχρονου κόσμου προστατεύουν το χρήμα τους και επιβάλλουν την θέληση και τις αξίες τους, μέσα από παγκόσμιους μηχανισμούς: Ο.Ο.Σ.Α., Δ.Ν.Τ., Παγκόσμια Τράπεζα κλπ… δεν είναι τίποτε άλλο από την συμφωνία των ισχυρών στην δική τους ισορροπία και τον μηχανισμό επιβολής των κανόνων τους και της ανάγκης δανεισμού των λαών και των ανθρώπων (αναλύστε από κάθε άποψη την δράση τους και θα το αντιληφθείτε σε ό,τι εξετάσετε). 

 

Η.      Είναι σαφές πως όσο οι κοινωνίες και οι άνθρωποι που τις απαρτίζουν εξακολουθούν να υπακούουν στην ανάγκη του μέσου – χρήματος θα βρίσκονται δέσμιοι στην ζούγκλα των κεφαλαιοκρατών που ελέγχουν τα πάντα: και το κεφάλαιο και την χρήση του και την παραγωγή και την αξία των παραγόμενων. Και δεν θα βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, αλλά ολοένα θα πηγαίνουν πιο βαθειά σε μεγαλύτερες εξαρτήσεις, ακολουθώντας την κυματοειδή πορεία του καπιταλισμού. Μόνο προσωρινά, όταν η αθλιότητά τους θα φτάνει σε τόσο μεγάλο βαθμό που θα παρέχει στους ισχυρούς παραγωγικές ευκαιρίες και ανισορροπίες κερδοσκοπίας και στυγνής εκμετάλλευσης, θα χρησιμοποιούνται και  θα σηκώνουν για λίγο παραγωγικά κεφάλι (η παραγωγή αυτή θα ανήκει ως επένδυση στους λίγους και «ισχυρούς» και θα ελέγχεται άμεσα από αυτούς – επενδύσεις δεν θέλατε), για να καταπέσουν και πάλι στην πληθωριστική απαξία και στην ανάγκη δανεισμού. Αυτός είναι ο καπιταλισμός και οι κεφαλαιούχοι που τον ορίζουν, είναι κυματοειδής, και όχι γραμμικός, ούτε κυκλικός και τόσο αναπάντεχα ηλίθιος και αυτιστικός. Δυστυχώς, ζούμε στο πλαίσιο της παγκόσμιας ηλιθιότητας και της εξουσίας της ψυχασθένειας στον πλανήτη.

 

Θ.      Στην πραγματικότητα, όπως έχω εξηγήσει, ο άνθρωπος δεν χρειάζεται καθόλου το χρήμα για να επιβιώσει ή για να περάσει καλά. Η βιολογική ταυτότητα του ανθρώπου δεν γνωρίζει το χρήμα σαν ανάγκη της. Η κάλυψη του συνόλου των βιοτικών αναγκών είναι το μοναδικό ζητούμενο για το ανθρώπινο είδος. Ετσι και η οικονομία, δεν χρειάζεται το χρήμα για να υπάρξει και να λειτουργήσει, για να επιτελέσει τον σκοπό της. Αταβιστικά και χωρίς να ξέρουν γιατί, οι πολιτικοί που προτείνουν σε δύσκολες περιόδους λιτότητα προσπαθούν να περιορίσουν το χρέος των κρατών, λειτουργώντας όμως με τα αυτά καπιταλιστικά κριτήρια και με την αξία των αγαθών αντικατοπτρισμένη σε χρήμα. Ετσι το μόνο που καταφέρνουν να παράγουν είναι στερήσεις και δυστυχία, προκειμένου να αποπληρώσουν τα δανεικά στους καπιταλιστές και να δανειστούν εκ νέου, αλλά και αύξηση της πραγματικής αξίας του χρήματος σε σχέση με τα αγαθά. Ετσι εξηγείται γιατί στον καπιταλισμό υπάρχει η ακολουθία ύφεσης – πληθωρισμού. Είναι σαφές ότι οι πολιτικές λιτότητας, επειδή ανεβάζουν την αξία του χρήματος δεν οδηγούν πουθενά, αλλά σε νέα χειρότερα αδιέξοδα.

Η μία θεώρηση της λύσης για το πρόβλημα είναι να πάρουμε ως λαοί δανεικά και να μην τα αποπληρώσουμε. Η λύση χωλαίνει στην θεωρητική της βάση, διότι δεν αντικαθιστά, δεν καταργεί την αξία του χρήματος (το αντίθετο) και στην πρακτική της βάση, καθώς η εμπειρία δείχνει ότι οι καπιταλιστές και τα κράτη όργανά τους έχουν βρει μια σειρά από ζωώδεις τρόπους για να επιβάλουν την θέλησή τους (πόλεμοι, εμπάργκο, στερήσεις, ασθένειες, κακουχίες, δολοφονίες, εμφύλιοι, ανατροπές …).

           Η άλλη λύση, ίσως η μοναδική για την ανθρωπότητα, είναι αυτή που έχω προτείνει, η λύση που έχει να κάνει με την κατανόηση του ανθρωπίνου είδους και την εξυπηρέτηση των βιοτικών του αναγκών, η κατάργηση των επίπλαστων αξιών και υπεραξιών και η πραγματιστική καθιέρωση της χρήσης – απόλαυσης των βιοτικών αναγκών.  Αυτό στην οικονομία μιας κοινωνίας, καθώς γνωρίζουμε τον μοναδικό βέβαιο σκοπό του δανειστή: το κέρδος, έχει το ουσιαστικό και χειροπιαστό της αποτέλεσμα. 

          Δεν προτείνω βέβαια την επαναφορά της ανταλλακτικής οικονομίας, γιατί είναι και αυτή μια οικονομία των αξιών και των υπεραξιών., είναι μια οικονομία που περιέχει την πλαστότητα, την πλαστογραφία πραγματικών, των γνήσιων βιοτικών αναγκών, της εξουσιαστικής επιβολής και της εκμετάλλευσης των βιοτικών αναγκών (ακόμα και την δημιουργία τεχνητών αναγκών και αξιών). Προτείνω την κοινωνική οικονομία των βιοτικών αναγκών όπως την έχω αναλύσει και εκθέσει. Προτείνω σχηματικά την εργασία για την κάλυψή τους και το αυτονόητο, αυτόθροο δικαίωμα του κοινωνού – ανθρώπου, κάθε ανθρώπου στην βεβαιότητα της κάλυψής τους, Αυτή είναι η οικονομία του ανθρώπου, η οικονομία της ουσίας και της ανθρώπινης απελευθέρωσης, της πραγματικής προόδου του ανθρώπινου είδους.  

 

Η.      Ο ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΜΙΑΣ «ΕΞΥΠΝΗΣ» ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

 

Πας μακριά στο μέλλον θα μου πουν κάποιοι και θα έχουν δίκιο, ανεξάρτητα του ότι το μέλλον αυτό μπορεί να προκύψει ως αναγκαιότητα πολύ σύντομα μετά το τελικό στάδιο του καπιταλισμού.

          Μπορούμε όμως από τώρα ως κοινωνία, να σχεδιάζουμε μια «έξυπνη» οικονομία, σιωπηλής, αλλά ολοένα και μεγαλύτερης απεξάρτησης από την χρήση κεφαλαίων, που δεν θα μας καθιστά πελάτες των κεφαλαιούχων, που θα έχει μικρότερες ανάγκες από τον πολύπλευρα επιβαλλόμενο δανεισμό κάθε είδους και την χρήση του χρήματος (διότι δανεισμός είναι και η παραγωγική ανεπάρκεια). Σε κάθε κίνησή μας θα πρέπει να προσπαθούμε να εξοικονομίσουμε πόρους, να ψάχνουμε για τις τακτικές με τις οποίες μπορούμε να το καταφέρουμε, να οργανώνουμε τα πράγματα κατά τρόπο ευρηματικό, βρίσκοντας και λύσεις που στηρίζουν την εγχώρια παραγωγή και παραγωγικότητα ή σχεδιάζοντας και επιλέγοντάς τις. Αυτό θα έχει πολύπλευρες θετικές συνέπειες (π.χ. ανταγωνιστικότητα προϊόντων).

Στην τακτική αυτή, περά από την συνειδητοποίηση του λαού μας με την διδαχή του, δύο είναι οι βασικοί άξονες:

– Η πολύπλευρη παραγωγική επάρκεια και αυτάρκεια, ιδίως των πραγματικών βασικών βιοτικών αναγκών και

– Η μείωση της χρήσης του χρήματος, χωρίς τούτο να προκαλεί στους ανθρώπους ελλείμματα και στερήσεις βιοτικών αναγκών και αγαθών.

 

Την πρώτη την έχω αναλύσει ήδη και περιλαμβάνει μια σειρά από πολιτικές παραγωγικής αυτάρκειας της χώρας, σχεδιασμού της παραγωγής και των διαδικασιών της, παραγωγικής τομής – αναδιάταξης του προσανατολισμού των ανθρώπων στην παραγωγή. Ολες οι λύσεις ξεκινούν από την θεωρία των βιοτικών αναγκών: την συνειδητοποίησή τους και το δικαίωμα όλων στην απόλαυσή τους. Το δικαίωμα αυτό, αυτονόητο δικαίωμα ενός ανθρώπου που μετέχει σε μία κοινωνία που έχει ξεφύγει από την βαρβαρότητα της ζούγκλας, συναρτάται με την παραγωγική εργασία και απεξαρτάται από την χρήση χρήματος. Μια απλή λύση, μια μηχανή που διανέμει είδη (π.χ. μήλα ή ψωμί που παράγεται από Ελληνες) με την χρήση απλά μιας κάρτας που κατέχει κάθε εργαζόμενος άνθρωπος και θεσπίζονται ως βιοτική ανάγκη που έχουν δικαίωμα ίσης ελεύθερης κοινωνικής απόλαυσης όλοι, όχι μόνο απεξαρτά κάποιους ανθρώπους από την παροχή των σχετικών υπηρεσιών και τους τοποθετεί στην παραγωγή (όπερ σημαίνει μεγαλύτερες παραγωγικές δυνατότητες και λιγότερο χρόνο εργασία ςγια όλους),  αλλά και περιορίζει την ανάγκη χρήσης χρήματος. Απεξαρτά την κοινωνία από τον επαίσχυντο φόρο υποτέλειας στους κατόχους του χρήματος.

Εχω αναλύσει σε πολλά κείμενά μου τις επιμέρους συνθήκες και λειτουργίες του συστήματος κοινωνικής οικονομίας των βιοτικών αναγκών και πως η ανθρώπινη δραστηριότητα και τα αποτελέσματά της ανήκουν στις κοινωνίες, σε όλους και όχι σε ελάχιστους. Ας αρχίσουμε να θέτουμε τις βάσεις για μία τέτοια οικονομία, ας αρχίσουμε να θεωρούμε κάποια αγαθά βιοτικές ανάγκες τις οποίες πρέπει να απολαμβάνουν όλοι, χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα. Θα είναι ένα καλό ξεκίνημα.  

 

 –       Η μείωση της χρήσης του χρήματος είναι ένας επίσης βασικός όρος. Ο πληθωρισμός που είναι στην πραγματικότητα η υπερβολική χρήση – ανάγκη χρήματος σε σχέση με τα αγαθά στα οποία αντιστοιχεί, είναι μια τακτική που χρησιμοποιεί συνεχώς το κεφάλαιο για να επεκτείνει την ισχύ του απέναντι στους απλούς ανθρώπους και να πουλάει περισσότερο και ακριβότερο χρήμα. Εάν η απαράδεκτη κοινωνικά «ελευθερία της αγοράς», η συνεχής κλοπή τιθασσευόταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, εάν επερχόταν μία ισορροπία αξιών θεσπισμένη από την κοινωνία, είναι βέβαιο ότι η χρήση ολοένα και περισσότερου χρήματος, που προβάλει σήμερα ως ανάγκη για την κάλυψη βιοτικών αναγκών, θα πάγωνε και θα μπορούσε να μειωθεί. Η μείωση της χρηματικής αξίας των αγαθών και ο κοινωνικός ελεγχός της, θα προκαλούσε αυτονόητα, στους ανθρώπους και στο κράτος μικρότερες ανάγκες χρήσης χρήματος για οτιδήποτε, κατά συνέπεια και δανεισμού.  Είναι σαφές ότι οι θεωρίες περί ύφεσης, που σκόπιμα έχουν καλλιεργήσει οι κεφαλαιούχοι και σκόπιμα έχουν προκαλέσει τα σχετικά παραδείγματα, με ελεγχόμενα στημένα πειράματα στον εαυτό τους ή σε  θύματά τους που διοικούνται από ξεπουλημένους σε αυτούς, δεν πείθουν, αλλά χρησιμοποιούνται σκόπιμα για να σηματοδοτήσουν την ανάγκη χρήσης (δανεικού) χρήματος. Είναι σαφές ότι οι θεωρίες περί ύφεσης αφορούν μόνο το πλαίσιο λειτουργίας του δικού τους καπιταλισμού και θίγουν μόνο τα συμφέροντά τους και όχι τα συμφέροντα των λαών. Η οικονομία μιας κοινωνίας στην πραγματικότητα δεν πρέπει να εξαρτάται από το χρήμα και μπορεί να υπάρξει οικονομία χωρίς αυτό.

          Μια οικονομία που παράγει αγαθά και τα μοιράζει σε όλους … αυτός είναι ο σκοπός μιας κοινωνίας, για αυτό δημιουργήθηκε και προς αυτό πρέπει να πορευθεί !!!.

 


[1] Αξίζει όμως να επισημάνω ότι η λογικη του Κεϋνσιανισμού για το χρήμα και την χρήση του, θα έπρεπε να έχει μόνο συγκεκριμένη χρονική διάρκεια.

Φεβρουαρίου 6, 2009

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

 

Ένα βασικό πρόβλημα της χώρας μας, όπως και πολλών μεσαίων (μην πω «μικρομεσαίων») κρατών είναι ότι το διεθνές σύστημα της έχει τάξει τον ρόλο εκμεταλλευόμενου νεροκουβαλητή.

Όχι βέβαια πως δεν φταίμε και οι ίδιοι και κυρίως το ντόπιο «υπηρετικό» προσωπικό ή, καλύτερα, οι επιστάτες και οι εργοδηγοί του εργοταξίου.

Από την πορεία της χώρας μας, είναι βέβαιο πως το σύστημα του παγκοσμιοποιημένου νέο-φιλελευθερισμού δεν μας ταιριάζει, μας οδηγεί στην συνεχή απομύζηση και απαξίωση.

Για το εάν μπορούμε κάτι άλλο, έχω γράψει.

Υπάρχει όμως ένα βασικό ζήτημα: το πώς θα το κάνουμε (ειδικά χωρίς κεφάλαια).

Ας σκεφτούμε μία βασική παράμετρο, αυτήν που λέγεται άνθρωπος.

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος και η ανθρώπινη δράση είναι ένα τεράστιο «κεφάλαιο» τόσο ατομικό όσο και κοινωνικό.

Μεταξύ των «επιτευγμάτων» του νεοελληνικού κράτους του καπιταλισμού και του κανιβαλισμού, είναι το κατόρθωμα να τρώει τα παιδιά του. Ισως να είναι συμβολικό Κρόνειο συμπλεγματικό απωθημένο, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος και η ανθρώπινη δράση στην χώρα μας (και σε όλο το υπηρετικό προσωπικό του καπιταλισμού) είτε ωθείται προς την απαξίωση είτε προς την αδρανοποίηση.

Για όσους με θεωρούν δυσνόητο θέλω να πω ότι το σύστημα, επιδιώκοντας να διαθέτει πλειάδα πειθήνιων ανθρώπων και να ελέγχει την δημιουργικότητά τους (να μην κινδυνέψει κιόλας το ίδιο) έχει αχρηστεύσει τις δυνατότητες εκατομμυρίων ανθρώπων. Τους έχει θέσει σε νάρκη και απαξίωση μέσα από πολλές πρακτικές, τους έχει εγκλωβίσει στα δικά του δεδομένα.

Αντί να δίνει διεξόδους, να ανοίγει πόρτες και οδούς, το σύστημα αναπαράγει την φαυλότητά του και κλείνει τους ανθρώπους σε αδιέξοδα για να μπορεί να ελέγξει την κίνησή τους και να μην μπορεί να απειληθεί το ίδιο από την δράση τους.

Ανοίγει λίγο – λίγο την πορτούλα για να πάρει μερικούς που συνωστίζονται και να τους οδηγήσει στις υπηρεσίες του και μετά την ξανακλείνει, ώστε να υπάρχει ελπίδα για τους εγκλωβισμένους και εκμετάλλευση για το ίδιο το σύστημα.

Δεν θέλω να γράψω πολλά, είναι ευνόητα τα αδιέξοδα.

 

Θέλω να γράψω για την δυναμική και την αξία του να μπορεί να αξιοποιηθεί το ανθρώπινο δυναμικό της χώρας μας μέσα από την απελευθέρωση των ανθρώπων, των νέων ανθρώπων. Αυτή είναι η μόνη διέξοδος, αυτή είναι η μόνη λύση για όλους μας.

Απελευθέρωση δεν είναι η μόδα, το Lifestyle, η Μύκονος και το χιονοδρομικό, αυτά είναι που σε κάνουν υπηρέτη του συστήματος.

Απελευθέρωση για εμένα είναι η γνώση και η κατάκτηση του μηχανισμού της, ένα σύστημα παιδείας που δεν καταπιέζει αλλά απελευθερώνει, που διδάσκει την ελεύθερη πρόσβαση στην γνώση,  την ανάλυση, την σύνθεση.

Και μετά, απελευθέρωση είναι το να μελετηθούν οι δυνατότητες, οι κλίσεις, τα ταλέντα των νέων και να υπάρξει πανεπιστημιακή εκπαίδευση πάνω σε αυτές. Να στηριχθεί ανοικτά και ελεύθερα το γνωσιακό επίπεδο πάνω σε πραγματικές σχολές και ανάγκες. Όχι στις σχολές που βγάζουν καταδικασμένα φυτά. Όχι π..χ. στην σχολή που βγάζει «φυσικούς» για να γίνουν άνεργοι καθηγητές. Ετσι ο νέος άνθρωπος σκλαβώνεται, φυλακίζεται σε ένα καθεστώς απραξίας, συντήρησης, υποτέλειας, έτσι φυλακίζεται και το μέλλον μας.

Θα μπορούσε αυτή η σχολή να βγάζει ανθρώπους της πράξης σε μία από τις αρκετές εκατοντάδες εφαρμογές της φυσικής. Το ίδιο στην χημεία, στα μαθηματικά, παντού.

Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να φυλακίζει, να εγκλωβίζει τους νέους ανθρώπους.

Ολοι έχουμε την υποχρέωση, το καθήκον, να απεγκλωβίσουμε το μέλλον, να του δώσουμε διάσταση ελευθερίας, δρόμους, νέες δυνατότητες.

 

Και μετά, τι ;  Θα παραδώσουμε μήπως καλύτερους υπαλλήλους στα αφεντικά ;

Όχι, έτσι δεν αλλάζει τίποτα, χειρότερα γίνονται τα πράγματα και όχι καλύτερα.

Πρέπει να δώσουμε και παραγωγικές διεξόδους που απελευθερώνουν τους νέους ανθρώπους από την δουλεία της εξαρτημένης εργασίας, γιατί έτσι θα απελευθερώσουμε την ίδια την κοινωνία από τους δυνάστες της και θα της δώσουμε το προτέρημα της συλλογικότητας.

Μπορούμε και πρέπει να ετοιμάσουμε και το επόμενο βήμα.

Εχω γράψει μια πρόταση για το πώς τα πανεπιστήμια θα παράγουν γνώση για όλη την κοινωνία. Η ίδια η γνώση θα οδηγήσει στην άλλη πρόταση, αυτή των αυτοδιαχειριζόμενων δημοκρατικών κοινωνικών παραγωγικών μονάδων. Αυτές πρέπει να ετοιμάσουμε ως πρόταση διεξόδου και απελευθέρωσης των νέων ανθρώπων, με πραγματική δημοκρατία, συγκυριότητα, συναπόφαση, κοινωνική συμμετοχή, ποιοτική παραγωγική διέξοδο.

Μετά θα τους στείλουμε μία επιστολή σε όσους βρήκαμε με την ανθρωπογεωγραφία της «ενδοσκόπησης», ότι θέλουν, ότι θα τους αρέσει αυτό που τους προτείνουμε και θα τους καλούμε να μετάσχουν στο πείραμα της δικής τους ομάδας, που θα λειτουργεί όχι για να ανταγωνιστεί, αλλά για να παράγει χρήσιμα ποιοτικά αγαθά. Με την κοινωνία δίπλα, να ελέγχει και να συμβουλεύει και το κράτος να στηρίζει, όχι ως αφεντικό και με κανένα διοικητικό δικαίωμα – αυτό θα είναι αντικείμενο της δικής τους δημοκρατικής εκλογής – αλλά για να προσφέρει γνώσεις και δυνατότητες.

 Ας σταθούν δίπλα ο ένας στον άλλον για να παράγουν, να πετύχουν, να μοιραστούν το εισόδημα που θα πετύχουν και να δείξουν ότι οι συλλογικότητες μπορούν να υποκαταστήσουν τις ατομικότητες των άλλων, της ολιγαρχίας.

 Είναι η αρχή της απελευθέρωσης των κοινωνιών … τα έχω ξαναγράψει και θα τα γράφω μέχρι να το καταλάβουμε.

Όχι άλλους άνεργους νέους, όχι άλλους σκλαβωμένους ανθρώπους, όχι άλλα θύματα των ολιγαρχιών.

Η λύση για όλους μας περνά μέσα από την ελευθερία των δυνατοτήτων των νέων μας.

Ιανουαρίου 27, 2009

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ, ΠΑΙΔΕΙΑ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ: ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ: ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

 

Θα μιλήσω με τον δικό μου τρόπο για «τo δικό μου Πανεπιστήμιο», το Πανεπιστήμιό μας, το Πανεπιστήμιό μας … .           

Θέλω να ξέρετε ότι οι σκέψεις μου για το Πανεπιστήμιο εντάσσονται σε ένα πλαίσιο κοινωνικοποίησής του και κοινωνικοποίησης της γνώσης.

 

ΜΕΡΟΣ Α’             

Θα ξεκινήσω από το φαύλο σημερινό σύστημα και δεν θα ρίξω την ευθύνη φυσικά στους φοιτητές, όπως κάνουν κάποιοι εξουσιολάγνοι και παπαγαλίζοντες αντιδραστικές θεωρίες. Καλά κάνουν οι φοιτητές και δεν θέλουν ένα τέτοιο πανεπιστήμιο.

Το σύστημα δεν αυτογεννάται, δεν αυτοδημιουργείται από παρθενογέννεση, το σύστημα εκφράζει σήμερα την ίδια φαυλότητα της κοινωνικής διάστασης της εξουσίας (και δεν εννοώ μόνο της πολιτικής, αλλά και των αναγκών των εξουσιαστικών ολιγαρχιών).

Τα πανεπιστήμια λειτουργούν υπό ένα συγκεκριμένο νομικό καθεστώς. Αυτό το καθεστώς θα πρέπει να εξεταστεί πρωτίστως. Επισημαίνω ότι το υπάρχον νομικό καθεστώς εξασφαλίζει στα Πανεπιστήμια αυτονομία από τον κοινωνικό έλεγχο. Στην πραγματικότητα τα πανεπιστήμια βρίσκονταν πάντα εκτός αμέσου κοινωνικού ελέγχου (η εμμεσότητα της κυβερνητικής παρέμβασης είχε πάντα οργανωτικό χαρακτήρα). Τα πανεπιστήμια ήταν σχεδόν πάντα υπό τον έλεγχο ολιγαρχιών και αυτές εξυπηρετούσαν. Την παρτίδα πάντα διέσωζαν κάποιοι διδάσκοντες και πολλοί φοιτητές τους. Οι γνωστές δημιουργικές μειοψηφίες.

Είναι σαφές ότι οφείλουμε να απαιτήσουμε την αλλαγή της καταστατικής νομικής φύσης του Πανεπιστημίου. Να μετατραπεί από όργανο μιας ολιγομελούς ομάδας (καθηγητών, πολιτικών, επιχειρηματιών) σε όργανο της ίδιας της κοινωνίας.

Για τον λόγο αυτό (και όσους αναλύονται πιο κάτω) είναι αναγκαία η επανίδρυση των Πανεπιστημίων. Με νέο νομικό πλαίσιο και νέους στόχους.

Αντικείμενο και στόχος των Πανεπιστημίων δεν πρέπει να είναι άλλο πια η παραγωγή υποψηφίων εργαζομένων, αλλά κοινωνικής γνώσης.

Για αυτό ο σκοπός των Πανεπιστημίων και όλων των ανωτάτων και ανωτέρων ιδρυμάτων πρέπει να είναι καθαρά η πλατειά παραγωγή κοινωνικής γνώσης. Γνώσης για τους φοιτητές, γνώσης – επιμόρφωσης για τις παραγωγικές ομάδες, γνώσης ελεύθερης για όλη την κοινωνία.      

Το πώς μπορούμε να πάμε σε μία τέτοια λύση ακολουθεί …

Στο «δικό μου πανεπιστήμιο» δεν διοικεί το διδακτικό προσωπικό, τουλάχιστον δεν διοικεί με την ένταση που παρατηρείται σήμερα. Το διδακτικό προσωπικό έχει ως σκοπό της ύπαρξης και παρουσίας του, την διδασκαλία. Εχει μια ιδιόρρυθμη σχέση μισθωτού και δεν μπορεί ταυτόχρονα να διοικεί, να αποφασίζει αυτό (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η γνώμη του δεν έχει βαρύνουσα εξ αντικειμένου θέση). Στο «δικό μου πανεπιστήμιο» η διοίκηση μεταβαίνει και ανήκει στην κοινωνία που αποφασίζει δημοκρατικά σε δύο επίπεδα:

α) Στο επίπεδο μιας δημοκρατικής αρχής διοίκησης και ελέγχου, η οποία διοικεί το πανεπιστήμιο. Μιας αρχής  που εκλέγεται με άμεση καθολική ψηφοφορία, είναι πολυμελής για να μην χρηματίζεται, από ενιαίο ψηφοδέλτιο για να μην κομματίζει και να εκφράζει τις κοινωνικές απόψεις. Με διετή θητεία για να μην μεταβάλλεται σε εξουσιαστικό καθεστώς και με δικαίωμα επανεκλογής για μία μόνο φορά. (τα επιμέρους θα τα εξηγήσω και θα τα θέσω αναλυτικά γράφοντας για την δημοκρατία στην κοινωνία).

Β) Στο επίπεδο άμεσης δημοκρατικής εντολής, στο δικαίωμα με συγκεκριμένο αριθμό υπογραφών ή με την βούληση της επιτροπής να τίθενται σε δημοψήφισμα κάποια ζητήματα.

Πέρα από τα άμεσα εκπαιδευτικά καθήκοντα, τα ΑΕΙ και τα ΑΤΕΙ πρέπει να είναι επιφορτισμένα με την κοινωνική επιμόρφωση και το ανοιχτό κοινωνικό πανεπιστήμιο.   

Ως κοινωνική επιμόρφωση ορίζω και εννοώ την δυνατότητα  κοινωνικών ομάδων και συλλογικοτήτων να ζητούν την δημιουργία συγκεκριμένων μορφωτικών και επιμορφωτικών προγραμμάτων.

Τα του ανοικτού πανεπιστημίου είναι γνωστά και βέβαια θα έλεγα ότι και η κύρια εκπαιδευτική διαδικασία θα πρέπει να είναι ανοικτή στους πολίτες, αλλά αυτό ας το αφήσουμε ως πιο μακρινό στόχο.

Είναι κρίσιμο να μπορούν π.χ. οι αγρότες, να ζητήσουν την δημιουργία μιας σχολής γεωπονίας με συγκεκριμένο προσανατολισμό ή μιας σχολής επιμόρφωσης αγροτών και αυτό να καθίσταται αντικείμενο καθολικής ψηφοφορίας και απόφασης ή απόφασης της επιτροπής δημοκρατικής κοινωνικής διοίκησης. Αυτό σημαίνει δημοκρατικό κοινωνικό πανεπιστήμιο.

Η φαυλότητα της σημερινής κατάστασης έφτασε μέχρι του σημείου να ιδρύει σειρά σχολών και πανεπιστημίων για να τονώσει τοπικές οικονομίες με τα έξοδα διαβίωσης των φοιτητών, χωρίς υποδομές, χωρίς καν εκπαιδευτικό προσανατολισμό. Φτιάχτηκαν δεκάδες σχολές χωρίς ουσιαστικό κοινωνικό προσανατολισμό με τυφλά και μικρόπνοα οικονομίστικα κριτήρια. Διογκώθηκε έτσι ουσιαστικά το κοινωνικό πρόβλημα και ο ανταγωνισμός στην αγορά εργασίας, με αποτέλεσμα την γενιά των 700 Ευρώ και την ενασχόληση των πτυχιούχων με άλλα πράγματα από αυτά που σπούδασαν. Μόνο το κεφάλαιο είναι ευνοημένο από αυτή την φαυλότητα, όλοι οι άλλοι χάσαμε και κυρίως οι νέες γενιές που ζουν στην αποθήκη της απαξίωσης, στην αποθήκη της φτηνής για κάποιους εργασίας.

 

Χρειάζεται θαρρώ η δημιουργία σχολών επιστημονικά εξειδικευμένων. Δεν μπορούμε πλέον να έχουμε σχολές που βγάζουν απλά «φυσικούς», «χημικούς» ή «μαθηματικούς», που θα γίνουν φροντιστές ή καθηγητές, όταν οι ειδικές εφαρμογές των επιστημών αυτών είναι τεράστιες. Καταστρέφουμε έτσι ένα τεράστιο δυναμικό φαιάς ουσίας και το μετασχηματίζουμε σε άμορφη κοινωνική μάζα.

Χρειάζεται να δούμε τα πράγματα και την παιδεία όχι ως αποθήκη προσδοκιών και ανθρώπων, αλλά ως πεδίο περαιτέρω επαφής με την γνώση.

 

Το δικό μας πανεπιστήμιο δεν λειτουργεί ως εξεταστικό κέντρο, κυρίως επειδή αυτό βολεύει ποικιλοτρόπως το καθηγητικό προσωπικό, που δεν εντείνει τις προσπάθειές του στην διδασκαλία, αλλά αρκείται στην εξουσία της εξέτασης. Το δικό μου πανεπιστήμιο είναι πανεπιστήμιο γνώσης και όχι εξουσιαστικής θολούρας, που επιτρέπει την αυθαιρεσία και την νόσφιση εργασίας άλλων – κυρίως φοιτητών (τούτο αναλύεται και στο δεύτερο τμήμα του παρόντος).

Το δικό μας πανεπιστήμιο δεν λειτουργεί ως προθάλαμος της αγοράς εργασίας, έχει σκοπό την γνώση και η κατοχή της είναι ευνόητο ότι μπορεί να οδηγήσει σε άλλα επίπεδα, χωρίς να υπάρχει αυτός ο προσανατολισμός.

Το δικό μας πανεπιστήμιο είναι πανεπιστήμιο έρευνας, δημιουργίας και κοινωνικής προσφοράς. Φοιτητές και διδάσκοντες αποφασίζουν για την προώθηση προτάσεων έρευνας και φτιάχνουν το πλάνο συμμετοχής και εργασίας πάνω σε αυτό. Η ίδια η κοινωνία προτείνει και ελέγχει.

Στο δικό μας πανεπιστήμιο (όπως έχω και παλαιότερα προτείνει) ο φοιτητής αποκτά άμεση εμπειρία μέσω της αντικατάστασης των εξετάσεων από μελέτες και έρευνες κοινωνικής διάστασης και προσφοράς. Η γνώση που παράγεται ανήκει στην ίδια την κοινωνία και όχι μόνο σε καθηγητές ή μόνο σε επιχειρήσεις.

Στο δικό μας πανεπιστήμιο, ο φοιτητής παύει να είναι ένας καταπιεσμένος από παντού, καταπιεσμένος άνθρωπος, που φτάνει να μισεί αυτό που είναι και αυτό που κάνει. Συμμετέχει ενεργά και ισότιμα σε όλες τις διαδικασίες και δημοκρατικά μετέχει στον έλεγχο της λειτουργίας του πανεπιστημίου υπό οιανδήποτε έκφανση.

Στο δικό μας πανεπιστήμιο, οι πόρτες είναι ανοικτές στην κοινωνία και όποιος πολίτης θέλει μπορεί να παρακολουθήσει μαθήματα (χωρίς να δικαιούται βέβαια τίτλου σπουδών).

Στο δικό μας πανεπιστήμιο, η αξιολόγηση της εργασίας των διδασκόντων είναι αναγκαία και ανήκει στην κοινωνία και στους μετέχοντες στο εκπαιδευτικό γίγνεσθαι, δηλαδή και στους φοιτητές. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν άφαντοι καθηγητές ή εξουσιαστές – βασανιστές ανάμεσα στην εκπαιδευτική κοινότητα.

Στο δικό μας πανεπιστήμιο δεν υπάρχει ένα και μοναδικό σύγγραμμα (που αποφέρει εκατοντάδες εκατομμύρια στους διδάσκοντες και στους εκδότες). Υπάρχει πλήρης ελευθερία πρόσβασης στη γνώση και επιλογής του καλύτερου. Υπάρχει επίσης η δυνατότητα ανάπτυξης συγγραμμάτων μέσα από την ίδια την φοιτητική κοινότητα.      

Στο δικό μας πανεπιστήμιο η μεταπτυχιακή εξειδίκευση δεν είναι θέμα για λίγους αλλά για όλους. Τα δίδακτρα παράλληλα καταργούνται.

Αυτά τα λίγα, κοντά σε όσα έχω ήδη γράψει, σκιαγραφούν το «δικό μας πανεπιστήμιο», το πανεπιστήμιο της κοινωνίας.  

 

ΜΕΡΟΣ Β’

 

ΤΟ ΠΛΑΤΕΜΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΩΣ ΜΟΧΛΟΣ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΙΣΟΤΗΤΑ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ & ΣΤΟΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

 

       Την πρόταση που ακολουθεί την έχω υποβάλλει από το έτος 2004, η πρόταση αυτή έχει φυσικά αγνοηθεί από τα κομματικά πολιτικά επιτελεία, παρά την σημασία της και τους δρόμους που κατά την γνώμη μου ανοίγει για μια κοινωνία ισότητας, ουσιαστικής δημοκρατίας, ίσων ευκαιριών, μια κοινωνία ανάπτυξης και αναδιανομής του πλούτου σε όλους.

 

Α.    Η ΓΝΩΣΗ

 

       Εχουν πολλά γραφεί ανά τους αιώνες για την αξία της γνώσης. Ο,τι και να γραφεί στο κείμενό μου θα είναι λίγο μπροστά στα όσα έχουν ήδη επισημάνει άλλοι, σοφότεροι εμού. Η γνώση αποτελεί προαιώνιο ζητούμενο για το ανθρώπινο είδος, τόσο αιώνιο που είναι συνυφασμένο με τον ίδιο τον άνθρωπο και την παρουσία του σε αυτόν εδώ τον πλανήτη. Είναι εύκολο να φανταστούμε σε ποιες σπηλιές θα ζούσαμε (εάν υπήρχαμε ως είδος) και σε ποια πρωτόγονη, ζωώδη κατάσταση, εάν δεν υπήρχε η αναζήτηση για την γνώση, εάν δεν υπήρχε η γνώση αυτή καθεαυτή ως παραγόμενο του ανθρώπινου νου. Θεόσταλτο αγαθό ή γονιδιακό προνόμιο ακόμα και τα δύο ή και άλλα πολλά, δεν έχει πραγματικά σημασία ποια είναι η πραγματική βαθύτερη αιτία της ύπαρξης του μηχανισμού της γνώσης στην ανθρώπινη φύση. Συνυφασμένη με τον ανθρώπινο νου, γλωσσολογικά δεμένη με αυτόν στην ελληνική γλώσσα (γνω – εν νοώ)  η γνώση αποτελεί την βάση για κάθε ανθρώπινη ενέργεια.

Σε ένα κείμενο, όπως αυτό, που αφορά την κοινωνική πραγματικότητα και την χρήση της γνώσης από την κοινωνία και τον άνθρωπο – πολίτη δεν θα ήταν ορθό να επεκταθώ στην φιλοσοφική αναζήτηση της βάσης της γνώσης, γι αυτό θα την προσεγγίσω ως προς τα αποτελέσματά της στον άνθρωπο ως άτομο και την κοινωνία ως σύνολο ανθρώπων.

Είναι σαφές ότι τον άνθρωπο πέρα και πλέον των λοιπών βιοτικών του αναγκών τον «κινεί» ως όν και ως κομμάτι της κοινωνίας η ανάγκη κατάκτησης της γνώσης, της γνώσης για τον ίδιο του τον εαυτό, της γνώσης για την φύση, το σύμπαν και τις δυνάμεις του.

Εάν θα θέλαμε να θέσουμε ένα άξονα ή ένα μοχλό που κυρίαρχα οδηγεί στην εξέλιξη – ανάπτυξη του ανθρώπου (ατομικά, κοινωνικά και ιστορικά) αυτός δεν θα ήταν ο μοχλός της οικονομίας, αλλά ο μοχλός της γνώσης. Η γνώση κινεί τον κόσμο προς το μέλλον, η γνώση τον ωθεί προς την ανάπτυξη. Χωρίς την γνώση επιστρέφουμε στον άνθρωπο – ζώον, στην αρχή της ιστορίας μας στον πλανήτη. 

Μιλώντας κατ’ ανάγκη συνοπτικά θα πρέπει να επισημάνω μόνο ότι η γνώση προσφέρει στον άνθρωπο όλα εκείνα τα στοιχεία που λειτουργούν αποφασιστικά στην κατανόηση του εαυτού του (ψυχολογική, βιολογική, πνευματική) και στην ανάπτυξή του σε κάθε πιθανό τομέα. Η ίδια η γνώση προσφέρει στις κοινωνίες την κατανόηση του ρόλου τους, την κατανόηση των πολιτικών και ιστορικών φαινομένων, την κατάκτηση του συνόλου του παγκοσμίου γίγνεσθαι.

Ας σκεφτεί ο καθένας και η κάθε μία από εμάς την σημασία και την προσφορά της γνώσης στον άνθρωπο και την κοινωνία, από την κατάκτηση της φωτιάς και των πρώτων όπλων μέχρι τις βαθύτερες φιλοσοφικές αναζητήσεις και άμεσα θα εννοήσει την πρωταρχική και θεμελιώδη σημασία της στην ανθρώπινη πορεία.

       

Β. ΤΟ ΠΛΑΤΕΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΓΝΩΣΗ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ

       Είναι σαφές και ευνόητο ότι η πρόσβαση στην γνώση δεν είναι η ίδια για όλους τους ανθρώπους. Η πρόσβαση στην γνώση δεν είναι ελεύθερη για όλους και σε όλο τον πλανήτη. Ακόμα και εκεί που υπάρχει δημόσια εκπαίδευση, αυτή είναι συνήθως περιορισμένη και αφορά διάφορα μερικά δεδομένα της ανθρώπινης γνώσης, φιλτραρισμένα μέσα από πολιτικές, κοινωνικές, ιστορικές, οικονομικές και κάθε είδους σκοπιμότητες, ακόμα και δοξασίες.

       Για μια πολιτική φιλοσοφία που αποσκοπεί στην ισότητα και την απελευθέρωση του ανθρώπου, το πλάτεμα στην δυνατότητα των ανθρώπων να νέμονται στην γνώση, η ίση και ελεύθερη πρόσβαση σε αυτή, αποτελεί πολιτικό ζητούμενο με το οποίο έχουν ασχοληθεί σχεδόν όλοι οι διανοητές που τον θεμελίωσαν και τον ανέπτυξαν.        Η ελεύθερη πρόσβαση στην γνώση από όλους εξισώνει και καταργεί μία βασική ατομική και κοινωνική ανισότητα, που καλλιεργούν και φροντίζουν συνεχώς να υφίσταται, τα κοινωνικοοικονομικά συστήματα που στηρίζονται στις ανισότητες, όπως ο καπιταλισμός. Η δόμηση του καπιταλισμού πάνω στις ατομικές και κοινωνικές ανισότητες, αποτελεί το θεμέλιό της ύπαρξής του και την αιτία της κυριαρχίας του.      

Για εμάς, είτε σκεπτόμαστε με όρους παγκοσμιότητας είτε σκεπτόμαστε περισσότερο εθνικά, το ζήτημα της ισότητας στην ελεύθερη πρόσβαση στην γνώση, αποτελεί ένα κορυφαίο πολιτικό κοινωνικό στόχο και σίγουρα ένα από τα πιο σημαντικά ζητούμενα για να επιτευχθεί η ανάπτυξη ανθρώπων και κοινωνιών μέσα από συνθήκες ισότητας, ισοτιμίας και δημοκρατίας.

Σήμερα, έχοντας σκοπό τον μετασχηματισμό της κοινωνίας με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά, εάν θέλαμε να στραφούμε στο έτερο στοιχείο της καπιταλιστικής ανισότητας, αυτό της ιδιοκτησίας, επιδιώκοντας να το καταργήσουμε ως ατομικό προνόμιο και να το εντάξουμε στο πλαίσιο των κοινόκτητων κοινωνικών αγαθών, θα συναντούσαμε σειρά αντιδράσεων τυπικού και ουσιαστικού περιεχομένου. Παρά το γεγονός ότι δεν απορρίπτω την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά αντίθετα την θεωρώ κεφαλαιώδες ζητούμενο που οδηγεί στην κοινωνία των ανθρώπων και όχι των ανθρωπόμορφων ζώων, έχω ρεαλιστικά την θέση ότι μπορούμε να προσπαθήσουμε να μετατρέψουμε τα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα με άλλους τρόπους από αυτούς που αναμένει ο πολιτικός αντίπαλος και ότι η εγκατάλειψη της ατομικής ιδιοκτησίας, ακόμα και για εμάς τους ίδιους είναι εγχείρημα ιδιαιτέρως δύσκολο που απαιτεί τεράστια προσωπική προετοιμασία και παιδεία – γνώση. Αλλωστε, μια τέτοια απόπειρα θα επιφέρει τεράστιες αντιδράσεις, σχάσεις και συγκρούσεις … . Μια σειρά από νομικά και κοινωνικά ζητήματα θα εγείροντο και θα απαιτούσαν άμεσες λύσεις, ρήξεις και συγκρούσεις.

Η ελεύθερη πρόσβαση στην γνώση, ως προαιώνια ανθρώπινη ανάγκη, αποτελεί όμως ένα ζητούμενο με ηπιότερο κατά την εξωτερίκευσή του χαρακτήρα. Η πρόσβαση στην γνώση αποτελεί ένα ζητούμενο που δεν μπορεί να αρνηθεί ο καπιταλισμός, ένα ζητούμενο που αποτελεί ατομικό και κοινωνικό δικαίωμα και αγαθό κατοχυρωμένο νομικά και κοινωνικά. Ο λόγος της μη άρνησης είναι ότι η γνώση αποτελεί και για τον καπιταλισμό αγαθό, αντίστοιχο της ιδιοκτησίας, που στηρίζει την παραγωγή και την οικονομία. Ενώ όμως η ιδιοκτησία λειτουργεί στο καπιταλισμό ως ιδιωτικό ατομικό δεδομένο, η γνώση και η πληροφορία (όπως εσχάτως την αποκαλούν) έχει επικοινωτικό χαρακτήρα, προσφέρεται σε όλους και λειτουργεί προκειμένου να ελέγχονται οι συνειδήσεις και οι κοινωνίες. Θα μπορούσε κανείς να μπει στον πειρασμό να αναλύει επί ώρες και ημέρες την σχέση του καπιταλισμού με την γνώση – πληροφορία και την χρήση της από αυτόν.

Σκοπός όμως δικός μας είναι η ελεύθερη πρόσβαση όλων στην γνώση, ακόμα και η παραγωγή της και σκοπός του γραπτού μου είναι να βρεθούν και να δοθούν οι πρακτικές πολιτικές για να πραγματωθεί κάτι τέτοιο, χωρίς να υφίσταται το ενδεχόμενο νομικών και κοινωνικών συγκρούσεων.      

 

Γ. Η «ΓΝΩΣΗ» ΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ. Ο ΣΚΟΠΟΣ ΜΑΣ.

       Είναι σαφές ότι ο καπιταλισμός που κυριαρχεί στον πολιτικό και οικονομικό γίγνεσθαι του πλανήτη, θεωρεί τις έννοιες γνώση, παιδεία, πληροφορία ως κεφάλαιο προς πολλαπλή, θετική και αρνητική εκμετάλλευση και ως μέσο για την διαιώνισή του. Για τον λόγο αυτό τα εκπαιδευτικά συστήματα και η έρευνα είναι ενταγμένα άρρηκτα σχεδόν στην παραγωγική οικονομική διαδικασία, λειτουργώντας κατά το πρότυπο αυτής και εξυπηρετώντας της άμεσα και έμμεσα. Επιπλέον μια σειρά αποκλεισμών και «αναγκών» του εκπαιδευτικού συστήματος αντίστοιχες με εκείνες του καπιταλισμού, όχι μόνο καθιστά την εκπαιδευτική διαδικασία εμπορικό αγαθό, αλλά διευρύνει και διαιωνίζει τις προσωπικές και κοινωνικές ανισότητες.

       Με ένα πλαίσιο νομικών διατάξεων, διεθνών και ημεδαπών, το σύστημα θωρακίζει τις ανισότητες στην γνώση, ευνοώντας την επένδυση σε αυτές.   

       Ο ελεύθερα σκεπτόμενος άνθρωπος δεν είναι δυνατόν να δέχεται τις λειτουργίες αυτές, των αποκλεισμών και ανισοτήτων που στερούν από τους ανθρώπους και τις κοινωνίες τους την ελεύθερη ισότιμη πρόσβαση στην γνώση, ούτε να αποδέχεται την λειτουργία του κοινωνικού εκπαιδευτικού συστήματος προς όφελος όχι του ανθρώπου και της κοινωνίας, αλλά της προσωποπαγούς οικονομίας των λίγων.

       Η εκ βάθρων αναθεώρηση του εκπαιδευτικού συστήματος, ώστε να παρέχεται ελεύθερα και ισότιμα γνώση και ουσιαστική παιδεία, απεξαρτημένη από τα κερδώα οφέλη κάποιων, αποτελεί άμεση προτεραιότητα για την οποία πρέπει να βρεθούν, προταθούν και εφαρμοστούν πολιτικές πρακτικές με σαφείς αρχές και κατευθύνσεις. Όπωσδήποτε πρόκειται για μία δύσκολη διαδικασία.

       Επανέρχομαι όμως στην χρήση της έννοιας γνώση (και των συνυφασμένων με αυτή εννοιών παιδεία, εκπαίδευση, πληροφορία, έρευνα κλπ..) από το υπάρχον πολιτικοοικονομικό σύστημα. Εννοείται, βεβαίως ότι πέραν του αντικειμένου γνώση, αντίστοιχη χρήση γίνεται και στο υποκείμενο άνθρωπος, ως φορέα και παραγωγού της γνώσης, ως μετέχοντα και μη μετέχοντα σε αυτή. Είναι σαφές ότι η γνώση εξυπηρετεί την παραγωγή και παροχή υπηρεσιών, ως εδώ είναι ευνόητο και αχρωμάτιστο πολιτικά, όμως η ίδια η γνώση αποτελεί για το υπάρχον πολιτικοοικονομικό σύστημα αγοραίο αγαθό που δεν το νέμονται όλοι, αλλά μόνο οι έχοντες την οικονομική δυνατότητα να το αποκτήσουν. Η συγκέντρωση και η ύπαρξη της γνώσης (ανθρώπων και πληροφοριών) αποτελεί με τον τρόπο αυτό προνόμιο που πρώτιστα κατέχουν οι οικονομικά ισχυροί (εταιρικά μορφώματα και πρόσωπα). Αυτοί, έχουν την δυνατότητα, στο καπιταλιστικό σύστημα να αποκτήσουν την γνώση, ακόμα και να την παράγουν και να την κατευθύνουν, αφήνοντας τους υπόλοιπους σε όποιο επίπεδο σκότους επιθυμούν. Όταν μία «γνώση» έχει τύχει της εκμετάλλευσής τους τότε την αφήνουν ελεύθερη, την περιγράφουν και την περιαγάγουν σε κτήμα όλων ή αρκετών, πολλές φορές παραπλανώντας τις κοινωνίες ως προς την χρήση της και ενώ οι ίδιοι βρίσκονται σε άλλα επίπεδα παραγωγικού και κοινωνικού σχεδιασμού. Η δικτατορία του σκοταδισμού, που στηρίζεται στην γνώση θα πρέπει να εξαφανιστεί, ώστε να χαθεί το συγκριτικό πλεονέκτημα αυτής της ολιγαρχίας.

       Στον ελλαδικό χώρο τώρα, με τα χίλια μύρια προβλήματα, η γνώση ελάχιστα παρέχεται μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα, που λειτουργεί με αποκλεισμούς και ανισότητες. Η γνώση στην Ελλάδα ανήκει σε μία κάστα πανεπιστημιακών και στα μεγάλα εταιρικά μορφώματα που έχουν την δυνατότητα να χρησιμοποιούν είτε τους πανεπιστημιακούς είτε πρόσωπα εκπαιδευμένα στην παραγωγή γνώσης. Πρακτικός σκοπός τους είναι η διατήρηση της ηγετικής τους δύναμης στις αγορές (σε όσες δύνανται) με ταυτόχρονο έλεγχο των πολιτικών συστημάτων και επιλογών. Στο πλαίσιο της ανισότητας τα μεγάλα εταιρικά μορφώματα και προσωπικά οι φορείς τους έχουν την δυνατότητα να αναλύουν με την χρήση των ανωτέρω προσώπων, να μελετούν και να εφαρμόζουν τις μελέτες που στηρίζονται στην «γνώση».

Το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας όμως, παραγωγικές και μη τάξεις, παραμένουν στην άγνοια και δεν δύνανται, ούτε μελέτες να διεξάγουν, ούτε έχουν γνώση κεφαλαιωδών ζητημάτων που αφορούν την ίδια την προσωπική τους συγκρότηση, αλλά και την παραγωγική διαδικασία στην οποία είναι ενταγμένες.

Το τεράστιο έλλειμμα γνώσης δημιουργεί δυσμενείς κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, που εντείνουν τις ανισότητες, δημιουργούν ανθρώπους και επιμέρους κοινωνίες «εξαρτόμενα», παρεμποδίζουν την προσωπική και πολιτική ελευθερία, την δημοκρατία, την ισότητα και την κοινή κατοχή και πρόσβαση στα κοινωνικά αγαθά. Εν ολίγοις παρεμποδίζουν ανθρώπους και κοινωνίες να κινηθούν προς τα ιδεατά του κοινωνισμού. 

                

Δ.    Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΛΑΤΕΜΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΩΣ  ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ.

 

       Τούτη εδώ η χώρα την οποία κατοικούμε και οι κάτοικοί της (όπως κάθε χώρα) έχουν μια σειρά από ιδιαιτερότητες. Οι ιδιαιτερότητες είτε αναφέρονται στο κλίμα, στο έδαφος είτε στην ιδιοσυγκρασία των κατοίκων, στην κουλτούρα και στις συνήθειές τους, είτε σε μία ολόκληρη ατελεύτητη σειρά παραγόντων, αποτελούν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα που εντάσσονται και επηρεάζουν την κοινωνική συγκρότηση. Μέσα στην κοινωνική συγκρότηση εντάσσεται φυσικά και η παραγωγική διαδικασία, αλλά και οι κοινωνικές και ατομικές συμπεριφορές.

Η γνώση για τις «ιδιαιτερότητες» αυτές που ουσιαστικά συγκροτούν την γνώση για τους ίδιους μας τους εαυτούς και την χώρα μας, είναι συνολικά κάτι ουσιαστικά άγνωστο για την ελληνική κοινωνία. Η γνώση για τους μηχανισμούς και τις αιτίες τους είναι επίσης άγνωστη. Γενικόλογες εμπειρικές προσεγγίσεις που κατά καιρούς εκφράζονται, έχουν μόνο αόριστο χαρακτήρα (π.χ. εμείς οι Ελληνες είμαστε Χ …, οι ο Ελληνας θέλει …, η Ελλάδα είναι χώρα …) και δεν προσφέρουν λύσεις, παρά δημιουργούν προβλήματα μοιρολατρικής συμπεριφοράς.

Το μέγιστο πολιτικό ζητούμενο είναι για εμάς να δημιουργήσουμε την γνώση αυτή, να μελετηθούν από κάθε δυνατή σκοπιά και ανάλυση τα ατομικά, κοινωνικά και εδαφικά με την ευρεία έννοια δεδομένα της χώρας, να αναλυθούν και να εξηγηθούν οι μηχανισμοί και τα αίτια των «ιδιαιτεροτήτων», ώστε με επιστημονικά ορθολογικά δεδομένα να δοθούν λύσεις και κατευθύνσεις. Το ίδιο σημαντικό ζητούμενο είναι η διάσωση παραδοσιακών τρόπων και μεθόδων παραγωγής και του φυτικού και ζωικού δυναμικού πρίν επιμολυνθεί με μεταλλαγμένα και γενετικά τροποποιημένα είδη.

Το μέγιστο πολιτικό ζητούμενο όμως είναι για εμάς η γνώση αυτή να είναι ελεύθερα προσβάσιμη, ανοικτή για όλους τους κατοίκους της χώρας αυτής ώστε να χρησιμεύσει, όχι μόνο για την προσωπική, κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη, αλλά ως υψίστης σημασίας κοινωνικό αγαθό να αποτελέσει την βάση για μια κοινωνία δημοκρατίας, ελευθερίας, ισότητας και σοσιαλισμού, διότι η κοινή γνώση οδηγεί στην κοινότητα της απόλαυσης των αγαθών (όπως τα ορίζει και τα επιλέγει αυτά ο καθένας ως ενεργός πολίτης σε ένα πλαίσιο ατομικής ελευθερίας). Μετά μπορούν να συναποφασιστούν ελεύθερα και αδέσμευτα και άλλες πολιτικές που θα οδηγούν στην θεμελίωση και θωράκιση πολιτικών θεσμών με στόχο την προσωπική και κοινωνική (ακόμα και παραγωγική) ισότητα και εν τέλει κοινοκτημοσύνη ή κοινωνική οικονομία (θα δημοσιευτεί και αυτό) .

Θα επανέλθω όμως στις «ιδιαιτερότητες» πλεονεκτήματα και μειονεξίες του κατοίκου της χώρας και της Ελλάδας, αυτής καθεαυτής.

Θα επαναλάβω ότι γνώση δεν υφίσταται, και όση υφίσταται δεν είναι κοινή. Ο μέσος Ελληνας αγρότης π.χ. δεν γνωρίζει καν πόσο κοστίζει η καλλιέργεια του χωραφιού του ανά στρέμμα, πόσο την επηρεάζει η άνοδος της τιμής του πετρελαίου ή των λιπασμάτων ανά λεπτό του Ευρώ; Τι είναι αποδοτικό να καλλιεργεί και για πόσα χρόνια; Πόσο μπορεί και πόσο πρέπει να πουλήσει το προϊόν του; Που πρέπει να το πουλήσει; Δεν γνωρίζει επίσης ζητήματα που αφορούν την προσωπική του υγεία, δεν γνωρίζει τίποτα ή σχεδόν τίποτα για τις νέες μορφές καλλιέργειας; Δεν γνωρίζει πως μπορεί να προστατευθεί από την αισχροκέρδεια των μεσαζόντων; Και όταν οργανωθεί σε συνεταιρισμούς δεν γνωρίζει τίποτα για την οργάνωσή τους, για την σκοπιμότητα της ύπαρξής τους, ποιους κινδύνους πρέπει να αποφύγει, αλλά και πως θα μπορέσει να ελέγξει τους εσωτερικώς δρώντες κερδοσκόπους;

Το ίδιο το φαινόμενο της ανάγκης κάποιων για ατομική κερδοσκοπία σε βάρος του συνόλου δεν έχει μελετηθεί ως προς τις αιτίες του και την δυνατότητα αντιμετώπισής του, ατομικά και κοινωνικά.

Ο Ελληνας χημικός μηχανικός για να επεκτείνω το παράδειγμα δεν γνωρίζει, εάν και με ποιους όρους μπορεί να δημιουργηθεί στην Ελλάδα μια χημική βιομηχανία με κερδοφορία, τι να πράξει και πως να την οργανώσει.

Ο εργαζόμενος, η νέα, ο νέος, ο κάθε Ελληνας ζει και λειτουργεί σε ένα πέπλο απόλυτης έλλειψης γνώσης για τον εαυτό του την χώρα του, την κοινωνία του. Η έλλειψη γνώσης μετατρέπεται πολλές φορές σε ένα πλαίσιο μοιρολατρικού αγνωστικισμού, σε απομονωτισμό, στην υπάρχουσα στην μέρες μας απογοήτευση για το μέλλον, αλλά και αντίστροφα σε υπερεκτιμήσεις του εγώ, σε μισαλλοδοξίες, σε άκρατους  ατομισμούς και σε εθνικισμούς.                    

       Θα φέρω ένα ακόμα παράδειγμα σε σχέση με την έλλειψη γνώσης. Μέσα από προγράμματα η ελληνική κοινωνία, ο Ελληνας φορολογούμενος διέθεσε τεράστια χρηματικά ποσά για την ενίσχυση νέων επιχειρηματιών ή γυναικών επιχειρηματιών. Ελάχιστα χρήματα έπιασαν τόπο, τα περισσότερα εγχειρήματα ακολουθήθηκαν από χρεωκοπίες σε ελάχιστα έτη (επιβάρυναν και αυτές το κοινωνικό σύνολο) και τα περισσότερα χρήματα πήγαν στην αγορά μηχανημάτων ξένων εταιρειών. Οι αποτυχίες και άκοπες δαπάνες αυτές θα είχαν διαφορετικό αποτέλεσμα εάν είχε μελετηθεί και υπήρχε η γνώση για το πόσα π.χ. πρατήρια άρτου ή ψιλικατζίδικα είναι κερδοφόρα ή αντέχει μία περιοχή. Ακόμα περισσότερο, εάν είχαν μελετηθεί και υπάρξει προτάσεις για το ποιες δραστηριότητες μπορεί να ήταν κερδοφόρες και σε ποιες περιοχές. Αγνοεί ο νέος μικροεπιχειρηματίας και δεν έχει πρόσβαση στην «γνώση» του ποιες είναι οι κύριες ανάγκες της επιχείρησής του, του προϋπολογισμού των αναγκών της, του υπολογισμού των τιμών πώλησης κ.ο.κ. .

       Θα μπορούσε κανείς να σκεφθεί μια ατελείωτη σειρά από ζητήματα και θέματα, προσωπικού, κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα, όπου η γνώση απουσιάζει από την κοινωνία και ταυτόχρονα απουσιάζουν και οι ορθολογικές πολιτικές λύσεις. Πιο λιγότερο χρονοβόρο να σκεφθεί κάποιος που υπάρχουν οι μελέτες και οι λύσεις, που υπάρχει η γνώση.

       Γενικεύοντας,  η ελληνική κοινωνία και ο Ελληνας, ζούν και οδεύουν στο άγνωστο, πειραματιζόμενοι και εισπράττοντας τις συνέπειες.

       Πέρα από τις εκτιμήσεις μου, εάν το τεράστιο έλλειμμα γνώσης αποτελεί συνειδητή επιλογή κάποιων προσώπων και μηχανισμών, και πέρα από τις προσωπικές ατομικές αρνητικές συνέπειες που προπεριέγραψα, το αποτέλεσμα του ελλείμματος γνώσης είναι ευρύτερα κοινωνικό και καθιστούν την χώρα μας ουραγό ακόμα και σε τομείς που θα μπορούσε να έχει ατομικό, κοινωνικό και οικονομικό πλεονέκτημα.

       Η δημιουργία δεδομένων γνώσης και η ελεύθερη πρόσβαση σε αυτά θα μπορούσε να ανατρέψει άρδην τα πράγματα σε προσωπικό, κοινωνικό και εθνικό επίπεδο. Οσα αρνητικά περιγράφηκαν πιο πάνω, θα μπορούσαν να μετατραπούν σε θετικά. Τα δε θετικά είναι αυτονόητα σε όποιον αφιερώσει λίγα λεπτά σκέψης και προβληματισμού.

       Πολιτικά, προσωπικά και κοινωνικά, η γνώση δύναται να παίξει τον ρόλο της, ώστε να δημιουργηθεί μια κοινωνία ελευθέρων από εξαρτήσεις, ισότιμων ανθρώπων, μια πολιτεία και κοινωνία δημοκρατική και σοσιαλιστική, μέσα από την προσωπική και κοινωνική αυτάρκεια και ευδαιμονία (πνευματική και υλική).

            

Ε. ΠΩΣ ΘΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ: Η ΠΡΟΤΑΣΗ.

       Η παραγωγή ελεύθερα προσβάσιμης γνώσης, υπό το υπάρχον διεθνές και ημεδαπό πολιτικό και νομικό πλαίσιο, δεν θα μπορούσε να είναι αντικείμενο παρά μόνο κρατικής δραστηριότητας, αφού μόνο το κράτος εξ ορισμού ενεργεί και το κοινό, ελεύθερα προσβάσιμο αγαθό της γνώσης. Θα ήταν αστείο και άτοπο να θεωρήσει κανείς ότι η «κρατική μηχανή» θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε μία τέτοια αναγκαιότητα, να παράγει και να προσφέρει γνώση. Αλλωστε οι κρατικοί μηχανισμοί στην Ελλάδα δεν είναι σχεδιασμένοι για τέτοιες λειτουργίες, αλλά είναι συνήθως προορισμένοι για ελέγχους και κυρώσεις επιβεβαίωσης της κρατικής εξουσίας .

       Η δημιουργία «γνώσης» έχει επίσης ένα τεράστιο κόστος, είτε αυτό είναι αντικείμενο της κρατικής μέριμνας είτε της ιδιωτικής και αυτό συμβαίνει σε όλες τις χώρες του καπιταλιστικού πλανήτη.

       Το ζητούμενο παραμένει πως θα καταφέρουμε να δημιουργήσουμε τεράστια «γνώση» ελεύθερα προσβάσιμη από ην κοινωνία, χωρίς να υπάρχει το τεράστιο κόστος που συνεπάγεται αυτή ;

       Η λύση που προτείνω και πιστεύω ότι πρέπει να εφαρμοστεί έχει να κάνει με το δημόσιο σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρχεται να προσδώσει αξία και σημασία στο ίδιο, αλλά και στους νέους της χώρας.

          Το τριτοβάθμιο εκπαιδευτικό σύστημα και η ψυχή του, οι φοιτητές, ταλανίζονται από ένα καθηγητικό κατεστημένο (το ίδιο το σύστημα είναι «καθηγητοκεντρικό»), που αρνείται να παράγει, λειτουργεί πολλές φορές εξουσιαστικά και αυταρχικά (αντί να λειτουργεί ακαδημαϊκά και εκπαιδευτικά) και εκμεταλλεύεται πολύπλευρα την ανάγκη των νέων να ενταχθούν στο οικονομικό μοντέλο – σύστημα. Οι φοιτητές ταλαιπωρούνται από όλα τα ανωτέρω και από την αποστήθιση παρωχημένων γνώσεων. Δεν έχουν δε, την δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας σε σχέση με το γνωστικό τους αντικείμενο, το οποίο και είναι στις πλείονες των περιπτώσεων ξεκομμένο και με την κοινωνική και επαγγελματική τους πραγματικότητα. Στο ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα αναπαράγεται επίσης, ο άκρατος ατομισμός και θεοποιείται το ατομικό συμφέρον. Είναι βέβαια και αυτά προβλήματα που μπορούν μέσα από την πρόταση που ακολουθεί να βρουν ουσιαστική λύση.

Η πρόταση – λύση για την δημιουργία σε ελάχιστο χρόνο τεράστιου όγκου ελεύθερα προσβάσιμης γνώσης:

      

Επί σειρά ετών οι φοιτητές και οι φοιτήτριες μας αναγκάζονται να δίνουν εξετάσεις πάνω σε βιβλία γραμμένα ακόμα και δεκαετίες πριν, αναγκάζονται να λειτουργούν ως υποκείμενα στείρου αναμασήματος και αναπαραγωγής θέσεων και απόψεων διαφόρων «αυθεντιών», εξεταζόμενοι στην πιστή αποστήθιση των «ιερών» κειμένων. Αντί  λοιπόν να δεσμεύουν την παραγωγικότητα, την φαντασία τους ακόμα και τις δυνατότητες γνώσης σύγχρονων επιστημονικών γνώσεων, δίνοντας τέτοιου είδους εξετάσεις, οι φοιτήτριες και οι φοιτητές μας, οι σπουδαστές και οι σπουδάστριές μας, θα μπορούσαν αυτοί να δημιουργήσουν τις μελέτες και να παράγουν την γνώση που έχει ανάγκη η χώρα μας, δίνοντας ουσιαστικό κοινωνικό ρόλο και στους καθηγητές τους, αλλά και στην εκπαίδευση γενικότερα.

       Στο πλαίσιο αυτό και σε αντικατάσταση του στείρου αναχρονιστικού θεσμού των εξετάσεων κάθε σχολή και τμήμα με φοιτητές και φοιτήτριες διαιρεμένους σε θεματικές ομάδες, θα πρέπει να μελετά και να καταλήγει σε πόρισμα – πρόταση για συγκεκριμένα θέματα. Αυτό, είτε ολικά για κάθε έτος με θεματολογία που θα προϋποθέτει την σαφή γνώση των μαθημάτων του ετήσιου κύκλου σπουδών, είτε – και τούτο είναι η γνώμη μου – από τελειόφοιτους φοιτητές από το εξεταστικό αντικείμενο των οποίων θα αφαιρείται σεβαστός αριθμός μαθημάτων, τα οποία θα σχετίζονται με την διενεργούμενη μελέτη.    

Για παράδειγμα ας πάρουμε ένα γεωργικό προϊόν: την πατάτα. Η γεωπονική σχολή θα πρέπει να μελετήσει και να δώσει προτάσεις για τις εδαφικές ανάγκες, τις ποικιλίες ανά είδος εδαφών, την ορθή καλλιέργεια και συγκομιδή (και σειρά άλλα θέματα τα οποία άπτονται του επιστημονικού της αντικειμένου), η γεωλογική σχολή θα πρέπει να μελετήσει τα καλλιεργήσιμα εδάφη και την σύστασή του σε στοιχεία, οι οικονομικές και εμπορικές σχολές θα πρέπει να μελετήσουν το κόστος παραγωγής και να προτείνουν την τιμή πώλησης του παραγόμενου προϊόντος, τις δυνατότητες ή μη πώλησης του προϊόντος αυτού, τις διεθνείς οικονομικές συνθήκες, που μπορεί να εξαχθεί το προϊόν και υπό ποία μορφή, τον ανταγωνισμό ίσως από τρίτες χώρες και εάν μπορεί το προϊόν να καταστεί αποδοτικό και υπό ποίους όρους, οι βιομηχανικές σχολές, οι σχολές χημικών μηχανικών και χημικών τροφίμων, οι νομικές σχολές, ακόμα και οι σχολές σχεδιασμού του προϊόντος (design) που τόσο λείπουν από την χώρα και πρέπει να δημιουργηθούν άμεσα. Ολοι μπορούν και έχουν να βάλλουν ένα λιθαράκι στην διαδικασία μελέτης και τούτο μπορεί και πρέπει να γίνει σε κάθε τομέα, από την αγροτική οικονομία και την βιομηχανία μέχρι την προσέγγιση κοινωνικών θεμάτων (π.χ. τις επιπτώσεις της ανεργίας στο Πέραμα και αλλού) και τον πολιτισμό και μάλιστα και αναγκαία με την πρόταση λύσεων και νέων ιδεών. Ολη αυτή η εργασία και προσπάθεια της νεολαίας μας, ανά πανεπιστήμιο και ανά έτος θα συγκεντρώνεται και θα τυπώνεται με δαπάνες του κράτους, πωλούμενη σε τιμή η οποία να καλύπτει τις δαπάνες έκδοσης και να αφήνει και ένα μικρό ποσό για την χρηματοδότηση των πανεπιστημίων, ενώ παράλληλα οι κρινόμενες ως καλύτερες μελέτες, πλέον την επιβράβευσης της προαγωγής των φοιτητών θα βραβεύονται από το κράτος και θα χορηγούνται υποτροφίες για μεταπτυχιακές σπουδές.

Αντίστοιχα, θα δημιουργείται και ηλεκτρονική βάση δεδομένων, προσβάσιμη ελεύθερα ή με μία συμβολική εφάπαξ συνδρομή ( εμείς ως κοινωνία θα το κρίνουμε και η δική μου πρόταση είναι «ελεύθερα προσβάσιμη»). 

 Με τον τρόπο αυτό και μόνο μπορούμε όλοι οι Ελληνες να αποκτήσουμε  – και μάλιστα  με ελάχιστο κόστος – γνώση και συγκεντρωμένες εξειδικευμένες μελέτες για κάθε ατομικό, κοινωνικό και παραγωγικό ζητούμενο, με βάση την κοινοκτημοσύνη της γνώσης.

       Μέσα από τα πάμπολλα οφέλη της διαδικασίας αυτής για την Ελληνική κοινωνία και τις άπειρες θετικές εκφάνσεις της, θα πρέπει να επισημάνω ότι σε κάθε περίπτωση η διαδικασία αυτή θα δημιουργήσει μία νεολαία δημιουργική και χειραφετημένη κοινωνικά έτοιμη να προοδεύσει και να δημιουργήσει, εργαζόμενη και ομαδικά, με βάση τα στοιχεία που συνθέτουν το μεγαλείο της ελληνικής σκέψης, την φαντασία, την ανάλυση και την σύνθεση, την δημιουργία και την ελεύθερη σκέψη και στοχασμό.       

            Το πως η ίδια η νέα γενιά θα μετάσχει μέσα από κοινωνικές συλλογικότητες στην παραγωγική αξιοποίηση του πλούτου που θα προκύψει, καθιστώντας αυτόν κοινωνικό κτήμα αφορά το τρίτο μέρος όσων γράφω. Είναι βέβαιο πως εύκολα μπορούμε να προχωρήσουμε … .

Ιανουαρίου 7, 2009

Ο ΤΟΙΧΟΣ (το τραγούδι του 15χρονου)

Filed under: ΠΑΙΔΕΙΑ — dimkaramitsas @ 5:23 μμ
Tags: , ,

Ο ΤΟΙΧΟΣ (το τραγούδι του 15χρονου)

 

Μεγάλωσα στα ονείρατα: πως θα μου ανήκει ο κόσμος.

Όταν γεννώ και εγώ τρανός, στα χρόνια πιο μεγάλος,

όλα τα κούφια όνειρα πως θα ‘ναι η ζωή μου.

«Σκύβοντας το κεφάλι σου μπορεί να μην σε δουν»,

έτσι ελέγαν όλοι τους, του κόσμου μου οι «σοφοί»

και όλοι τον δρόμο μου έδειχναν που σε οδηγεί στο μέλλον … .

 

Και όνειρα μου φτιάχνανε στον ύπνο μου να δω,

να δικαιώσω με όνειρα ζωή που δεν την ζω

και να γεμίσω πιο πολλές ψευτιές τα όνειρά τους.

Μα τώρα που πλησίασα, μόνο κραυγές ακούω,

το πόνου τα αλύγματα που είναι πίσω απ’ τον τοίχο.

 

Γιατί ένας τοίχος στέκεται,

μπροστά μου είναι χτισμένος,

μαύρος, ψηλός και απρόσιτος που τα θεριά φιλούν,

κι όσο να σκύψεις δεν μπορείς εύκολα να περάσεις.

 

«Πρέπει να σκάψεις νέε μου αν θέλεις να περάσεις»:

φωνές ακούγονται πολλές, απ’ τα ψηλά του τοίχου.

Ειν’ των σοφών και των τρανών, αυτών που τον εφτιάξαν.

«Κι αν μείνεις έξω πρόσεξε, υπάρχουν τα σκυλιά μας».

 

Μπροστά στον τοίχο σάστισα

 κι εμένα δεν μου πάει,

ούτε για τοίχους μου είπανε και ούτε για θεριά,

τον δρόμο σαν μου εδείχνανε αυτοί οι «σοφοί» δασκάλοι.

 

Κι εγώ, που δεν εφτιάχθηκα να σκύβω ή να σκάβω,

το πήρα πια απόφαση τον τοίχο να γκρεμίσω

ή γύρωθεν τους μέσα του

 να κτίσω, να πακτώσω.

 

Αστους αυτούς στο κάστρο τους

και εγώ μεσ’ στην ζωή μου,

να τριγυρνάω ελεύθερος μέχρι να εύρω κι άλλους

και τότε θα φτιάξω ονείρατα και πράγματα για ανθρώπους,

για να μπορούνε όλοι τους λουλούδια να κρατούν.

Γιατί νοιώθω πως εφτιάχθηκα

κεφάλι να μην σκύβω,

μόνο ψηλά να το κρατώ, να σκέπτομαι, να φτιάχνω

κι όσο για τα ονείρατα μίας ζωής σκυμμένης

στο τοίχο τους τα κόλλησα και έφυγα για αλλού.

 

Αστους αυτούς στον τοίχο τους να στέκουν κρεμασμένοι,

και εμείς μες στα λιβάδια μας, να ζούμε την ζωή,

μπορούμε να το κάνουμε, μόνο μια ανάσα μένει,

στον κόσμο τον ανθρώπινο να ζήσουμε εμείς.  

Δεκέμβριος 15, 2008

ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ, ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ & ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ, ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ & ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ.

Το κείμενο είναι συνοδευτικό και καταληκτικό του κειμένου ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ, ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗ: ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΘΕΛΚΤΙΚΗ, ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ που δημοσιεύτηκε στις 3 Δεκεμβρίου 2007 στο blog: https://dialogoskoinonia.wordpress.com/.

Οποιος θέλει μπορεί να ανατρέξει εκεί για να δει το σκεπτικό ( θα το έβρισκα χρήσιμο).

Εδώ τίθενται οι τελικές προτάσεις της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης στην Α’ βάθμια και Β’ βάθμια εκπαίδευση. Προτάσεις που εκφράζουν, όχι μόνο τις ανάγκες των μαθητών και των γονιών, αλλά και της ίδιας μας της κοινωνίας.

Αυτά, χωρίς να απαιτούνται πρόσθετα κονδύλια για περίεργες και ύποπτες υλικοτεχνικές υποδομές. Θεωρώ βεβαίως αυτονόητο ότι κάθε σχολείο πρέπει να έχει αναγνωστήριο, βιβλιοθήκη και επαρκή αριθμό ηλεκτρονικών υπολογιστών συνδεδεμένων με βιβλιοθήκες και «τράπεζες» πληροφοριών.   

Τι προτείνω:

Α. Την πραγματική μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος με αλλαγή φιλοσοφίας, ώστε το σχολείο να αποτελεί σχολείο δημιουργικής γνώσης. Σχολείο, όπου διδάσκεται η ελεύθερη πρόσβαση στην γνώση – πληροφορία, η κατανόηση και ανάλυσή της και η σύνθεση απόψεων και θέσεων.

Ο προσανατολισμός της παιδείας πρέπει να είναι στο να παράγει ελεύθερους και δημιουργικά σκεπτόμενους ανθρώπους. Ανθρώπους που γνωρίζουν που και πώς να ερευνήσουν, να κρίνουν και να συνθέσουν δημιουργικά και όχι ανθρώπους που έχουν βιώσει τον πειθαναγκασμό ως μόνο μέσο κοινωνικής επιβίωσης. Η δημοκρατία, η ελευθερία, ο διάλογος πρέπει να είναι απαραίτητα συστατικά στοιχεία του τρόπου εκπαίδευσης των νέων.

 

Οχι στο σημερινό σχολείο, που λειτουργεί σαν κρεατομηχανή ανθρώπων και συνειδήσεων, που διδάσκει τον άκρατο ατομικιστικό ανταγωνισμό, αντί για την κοινή προσπάθεια και συλλογικότητα, που διαχωρίζει τους ανθρώπους από τις πρώτες κιόλας τάξεις, που αυταρχικά αναγκάζει και διδάσκει την υποταγή και προσφέρει προπαρασκευασμένες υποχρεωτικές πληροφορίες, παράγει άβουλους υποψήφιους πειθήνιους εργαζόμενους, χωρίς συγκρότηση κρίσης και σκέψης και λειτουργεί ως εξεταστικό κέντρο εισαγωγικό για τα Α.Ε.Ι.

Κάποτε εμείς οι άντρες λέγαμε ότι εκεί που σταματά η λογική αρχίζει ο στρατός. Δυστυχώς σήμερα, εκεί που σταματά η λογική αρχίζει το σχολείο !!!. Αλλιώς, με ποιο τρόπο να χαρακτηρίσουμε την εξόντωση των νέων ανθρώπων, από τις πρώτες κιόλας τάξεις του δημοτικού, με ασφυκτικά προγράμματα και υποχρεωτικά πλαίσια πρόσληψης και αναμασήματος πληροφοριών, που τελικά απαγορεύεται να κρίνουν και να κατανοήσουν σε βάθος. Η γνώση δεν μπορεί να είναι εντολή και μάλιστα παράλογη από τον λοχία του τάγματος και οι διδάσκοντες δεν μπορούν να μετατρέπονται σε όργανα. Το σχολείο δεν πρέπει να είναι πειθαναγκαστικό «καψόνι»  για τους μαθητές, αλλά να γίνει τόπος ελευθερίας και γνώσης.          

Β. Τροποποίηση – αλλαγή του αντικειμένου των βιβλίων, μαθημάτων και (κυρίως) της διδασκαλίας/εξέτασης, ώστε οι μαθητές να μην γίνονται αποδέκτες, αποστηθιστές – ψιττακιστές άχρηστων ειδικών γνώσεων, αλλά πρωτίστως να μαθαίνουν και να κατανοούν την ουσιαστική σημασία κάθε μαθήματος, την έννοια της κοινωνικής – γνωσιακής του χρησιμότητας, την ανάλυση και την σύνθεση ως μέσο κατανόησης και χρήσης της γνώσης και την κριτική, δημιουργική προσέγγιση του γνωστικού αντικειμένου.

Προτείνω άμεση αλλαγή του τρόπου διδασκαλίας ως εξής:

1. Ο δάσκαλος ή καθηγητής παρουσιάζει το γενικό αντικείμενο του μαθήματος και, εν συνεχεία, τις θεματικές ενότητες. Οι μαθητές έχουν το δικαίωμα να προσθέσουν και άλλες.

2.       Αντικατάσταση της στείρας, καταπιεστικής γνώσης από  μελέτες που ετοιμάζουν οι ίδιοι οι μαθητές. Παρουσίαση της μελέτης – άποψης, συζήτηση και επεξεργασία από όλους.

Δίνω ένα παράδειγμα για να καταστεί περισσότερο κατανοητό. Ας πάρουμε ως παράδειγμα το πολύπαθο μάθημα της ιστορίας.

2.1. Ο καθηγητής παρουσιάζει στα πρώτα μαθήματα τι είναι η ιστορία. Στην συνέχεια με βάση το γενικό πρόγραμμα αναφέρεται στην ύλη, στην ιστορική περίοδο και προτείνει θεματικούς κύκλους. Ας πούμε : η «Φιλική εταιρεία», οι δομές, οι δράσεις της, η συμμετοχή της στον αγώνα της επανάστασης.

2.2      Οι μαθητές ερωτώνται, εάν κάποιος θέλει να ασχοληθεί με το θέμα. Οποιος ενδιαφέρεται (ή μεταξύ περισσοτέρων επιλέγεται δημοκρατικά από τους συμμαθητές του) αναλαμβάνει σε κάποιο επαρκή χρόνο να παρουσιάσει ο ίδιος στους υπόλοιπους τα συμπεράσματά του.

2.3. Ο καθηγητής δίδει στους μαθητές κάποιες ενδεικτικές πηγές γνώσης. Ο μαθητής μπορεί ελεύθερα να ψάξει και σε άλλες πηγές.

2.4. Ο μαθητής βρίσκει τις πηγές, αναλύει ο ίδιος, επιλέγει αυτά που θεωρεί ουσιώδη (σύνθεση) και παρουσιάζει την εργασία του στους συμμαθητές του (μαζί με τις πηγές – βιβλιογραφία).

2.5.     Ακολουθεί η συζήτηση του θέματος από όλη την τάξη και για χρόνο ικανό, ώστε όλοι να μετάσχουν και το θέμα να αναλυθεί σε βάθος. Ο καθηγητής ελέγχει διακριτικά την συμμετοχή και ωθεί στην συμμετοχή.

2.6 Ακολουθεί η συνολική ελεύθερη δημοκρατική επιλογή από την τάξη της τελικής μορφής της μελέτης, ως πορίσματος.

2.7 Οι αρχικές μελέτες αλλά και τα πορίσματα, όχι μόνο δημοσιεύονται στο διαδίκτυο, αλλά  συγκεντρώνονται κάθε χρόνο και αρχειοθετούνται από κάθε σχολείο, ώστε να διασώζεται η παραγωγή απόψεων και γνώσης και να αποτελεί εργαλείο για τις επόμενες γενιές μαθητών και την κοινωνία.

2.8      Κάθε χρόνο βραβεύονται οι καλύτερες μελέτες σε επίπεδο σχολείου, αλλά και πανελλαδικά. Τόσο οι ανά σχολείο μελέτες, όσο και οι πανελλαδικά βραβευμένες μπορούν να συγκροτήσουν ενδεικτικά εγχειρίδια – βιβλία, ανά σχολείο, αλλά και πανελλαδικά, ώστε να καταργηθεί ο αναχρονιστικός και προσοδοφόρος για κάποιους θεσμός του ενός βιβλίου. Με τα χρήματα που εξοικονομούνται μπορούν να γίνουν πάρα πολλά σε θέματα υποδομών.

2.9      Είναι ευνόητο ότι οι ανωτέρω μελέτες μπορούν να είναι και ομαδικές, αλλά να φτιάξουν και να παρουσιάσουν ελεύθερα οι ενδιαφερόμενοι μαθητές και άλλες. Εισαγωγή συνεπώς και συλλογικών μελετών και συλλογικών κοινωνικών δράσεων

2.10 Διασφαλίζεται η συμμετοχή όλων στην διαδικασία αυτή και σε κάθε ένα από τους ανωτέρω ρόλους. Η εξέταση καταργείται και αντικαθίσταται από την συμμετοχή.

2.11 Τι επιτυγχάνουμε (μεταξύ πολλών άλλων) με τον τρόπο αυτό:

– Καταλύουμε την στείρα διαδικασία πρόσληψης ετεροκαθοριζόμενης «γνώσης». Ο μαθητής παύει να είναι «φυτό» και μετατρέπεται σε δημιουργικά σκεπτόμενο άνθρωπο.

– Ο μαθητής μαθαίνει που και πώς να ψάχνει την γνώση – πληροφορία, αποκτά ελεύθερη επαφή με τις πηγές.

– Ο μαθητής μαθαίνει να αναλύει τις πηγές.

– Ο μαθητής μαθαίνει να συνθέτει μέσα από το γνωστικό αντικείμενο, να διαμορφώνει άποψη και να την παρουσιάζει στους υπολοίπους.

– Ο διάλογος γίνεται κομμάτι της εκπαίδευσης.

– Η δημοκρατία εισάγεται ως τρόπος λειτουργίας της κοινωνίας των μαθητών και αυριανών πολιτών.

– Αναπτύσσεται η συλλογικότητα μεταξύ των μαθητών. Κατασιγάζεται ο άκρατος ατομικιστικός ανταγωνισμός και η γνώση γίνεται συλλογική προσπάθεια.

– Διασώζεται η γνώση που παράγουν οι μαθητές και γίνεται χρήσιμο εργαλείο για όλους.

– Διαχέεται σε όλους η γνώση, μέσα από την συλλογική εργασία και γίνεται πραγματικά αγαθό κοινωνικής ιδιοκτησίας.

Το ανωτέρω σύστημα δημιουργεί σκεπτόμενους, ελεύθερους ανθρώπους, που μπορούν να ερευνήσουν, να κρίνουν και να διαμορφώσουν θέση για καθετί που αντιμετωπίζουν στην ζωή τους. Η δημιουργία, ο διάλογος, η δημοκρατία γίνονται συνείδηση και τρόπος σκέψης και ζωής.

  Ο δάσκαλος ή ο καθηγητής απλά συντονίζει και δεν λειτουργεί ως φορέας άκριτης εξουσίας, δεν εκδίδει ατομικές κανονιστικές πράξεις ή διατάγματα, αλλά διδάσκει  τον τρόπο σκέψης, ανάλυσης και σύνθεσης. Απελευθερώνεται και γίνεται αρωγός και συμπαραστάτης των μαθητών και όχι δυνάστης και τμήμα του μηχανισμού επιβολής.

Καταργείται ο αυταρχισμός, η μονολιθικότητα, η παραγωγή πειθαναγκασμένων ανθρώπων που είναι έτοιμοι να δεχθούν ως δεδομένο το καθετί και από όποια εξουσία και εάν προέρχεται..    

Γ.      Αλλαγή του διοικητικού οργανογράμματος των σχολείων, ώστε να καταστούν πιο ανοικτά και δημοκρατικά. Ενεργός αποφασιστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών και των γονέων με θεσμούς άμεσης δημοκρατικής νομιμοποίησης, που ελέγχουν, μετέχουν στα όργανα διοίκησης και προτείνουν. 

Δ. Κατάργηση του θεσμού της αποβολής και των πειθαρχικών κυρώσεων στους μαθητές και αντικατάστασή τους από θεσμούς που προβάλλουν την γνώση, π.χ. μια εργασία που παρουσιάζεται στους συμμαθητές σχετική με το αντικείμενο που προκάλεσε την επιβολή της μελέτης. Συναπόφαση από τους συμμαθητές για την επιβολή της.

Ε.  Συγγραφή ή επιλογή βιβλίων κατά τα ήδη εκτεθέντα και σε κάθε περίπτωση βιβλίων που έχουν αρχή, μέση και τέλος, που αποτελούν ενότητα γνώσης και όχι αποσπάσματα … (αποσπασματική γνώση), φλιναφήματα ή άνωθεν επιβολές άποψης.

ΣΤ.  Τροποποίηση – αλλαγή του αντικειμένου των βιβλίων μαθημάτων, ώστε οι μαθητές να μην γίνονται αποδέκτες, αποστηθιστές – ψιττακιστές άχρηστων ειδικών γνώσεων, αλλά πρωτίστως να μαθαίνουν και να κατανοούν την ουσιαστική σημασία κάθε μαθήματος, την έννοια της κοινωνικής – γνωσιακής του χρησιμότητας, την ανάλυση και την σύνθεση ως μέσο κατανόησης και χρήσης της γνώσης, κριτική προσέγγιση του γνωστικού αντικειμένου.

Ζ. Τροποποίηση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, κατάργηση ή τροποποίηση μαθημάτων χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, εισαγωγή νέων μαθημάτων που βοηθούν στην εμβάθυνση της διαδικασίας έρευνας, ανάλυσης – σύνθεσης, κατανόησης και κριτικής σκέψης. Μαθήματα πολιτισμού, δημοκρατίας και ουσιαστικής κοινωνικής σκέψης. Δυνατότητα των μαθητών και των εκπαιδευτικών στην από κοινού διαμόρφωση τους εκπαιδευτικού προγράμματος.

Η.     Καταργούνται οι βαθμολογίες και ανά τρίμηνο δίδονται παρατηρήσεις για την παρουσία, τα θετικά στοιχεία του μαθητή με προτάσεις για την αξιοποίησή τους και τα αρνητικά με προτάσεις για την βελτίωσή τους. Τα αποτελέσματα αποτελούν αντικείμενο ανοιχτής συζήτησης στην τάξη. Επιβράβευση της ενεργούς συμμετοχής με επαίνους, αυτοί αποτελούν και τον βαθμό στο τέλος της τάξης.    

Θ.  Εξασφάλιση του αναγκαίου για κάθε άνθρωπο και μαθητή ελάχιστου ελεύθερου χρόνου με ευθύνη του σχολείου.

Ι.       Η παραπαιδεία απαγορεύεται και παύει να είναι αναγκαία. Ολοι οι άνεργοι εκπαιδευτικοί, σε πρώτο στάδιο, προσλαμβάνονται και εργάζονται παράλληλα σε σχολεία και σε φορείς κοινωνικής επιμόρφωσης.      
ΙΑ.     Θεσπίζονται φορείς εκπαιδευτικών με ευρεία δημοκρατική κοινωνική συμμετοχή που έχουν λόγο και έλεγχο σε κάθε εκπαιδευτική δραστηριότητα.

ΙΒ.     Η εισαγωγή στα Α.Ε.Ι. πρέπει να είναι ελεύθερη. Μέχρι τούτο να επιτευχθεί, η επιλογή των εισακτέων γίνεται με την αντικατάσταση των εξετάσεων σε στείρες γνώσεις από την σύνταξη μελετών – εκθέσεων που περιέχουν την αναγκαία γνώση (π.χ. στο ανωτέρω θέμα της ιστορίας).

 

Εχω την πεποίθηση πως τα ανωτέρω αποτελούν αναγκαιότητα για να λύσουμε τα κυρίαρχα ζητήματα που ταλανίζουν τα παιδιά, τους νέους μας και όλη την χώρα σχετικά με την α’ βάθμια και β’ βάθμια εκπαίδευση.

Να την μετουσιώσουμε από παιδεία της καταπίεσης, του ατομισμού και της καταστροφής ταλέντων και συνειδήσεων σε μία παιδεία των ελεύθερα και δημιουργικά σκεπτόμενων ανθρώπων. Ανθρώπων που θα έχουν κατακτήσει τον μηχανισμό της γνώσης και της κρίσης, που θα αναλύουν και θα συνθέτουν, που θα διαλέγονται και θα σκέπτονται δημοκρατικά, ανθρώπων που θα μπορούν να διαμορφώσουν ένα καλλίτερο μέλλον για την χώρα μας.  

ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΜΑΣ

Τα γράψαμε πολλοί και πολλά για τα βαθύτερα αίτια της εξέγερσης της νεολαίας. Είναι καλό πως φθάνουμε σε πολύ βαθιές και ουσιαστικές αναλύσεις. Όμως, η ανάλυση από μόνη της δεν είναι αρκετή, γιατί απλώς καταδεικνύει χωρίς να θεραπεύει.

 

Εξειδικεύοντας, πέρα από την κορυφαία γενεσιουργό αιτία των κοινωνικών προβλημάτων που είναι το ίδιο το σύστημα κοινωνικής οργάνωσης και εξουσίας, της  αδικίας και ανισότητας που λέγεται καπιταλισμός και που λογίζει τους ανθρώπους ως γρανάζια και αντικείμενα προς κερδώα εκμετάλλευση, θα πρέπει να σταθώ ειδικά στους εξεγερμένους νέους.

Πέρα από την α-συνέπεια, την διαφθορά και άλλα πολλά που βιώνει η κοινωνία μας, υπάρχουν τα βαθύτατα ζητήματα της παιδείας και της απαξίωσης της νεολαίας, που στην περίπτωση του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου έφθασε σε απαξίωση, σε ύβρη κατά της ίδιας της φυσικής υπόστασης: της ζωής.

 

Το γεγονός ότι η ζωή του Αλέξανδρου αφαιρέθηκε από ένα όργανο της εξουσίας κατά τρόπο παντελώς αναιτιολόγητο ή για μια αιτιολογία της ίδιας λογικής που κάποιος σκοτώνει ένα μυρμήγκι, όχι μόνο έχει την δική της σημειολογία ως νοοτροπία που διαχέει ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνικής εξουσίας και την διατρέχει κάθετα, αλλά αποτελεί και την άμεση απόδειξη του γεγονότος ότι την νεολαία κάποιοι της απαξιώνουν ολοκληρωτικά και την μεταχειρίζονται σαν ενοχλητικό παράσιτο και κατ’ εμέ και σαν μέλλουσα εργασιακή και κοινωνική πλέμπα.

 

Ο Αλέξανδρος και τα άλλα παιδιά που τώρα διαδηλώνουν δεν ήταν βέβαια αναρχικός ή αντιεξουσιαστής, ούτε τροτσκιστής ή κάτι άλλο. Στα 15 χρόνια του, στην Α΄ Λυκείου κανείς δεν έχει την θεωρητική προσέγγιση για να κατανοήσει και να επιλέξει ανάμεσα στις πολιτικές φιλοσοφίες αυτές. Κακώς λοιπόν κάποιοι νοσφίζονται τον Αλέξανδρο και διεκδικούν ταυτόσημη πολιτική ιδεολογία.

Ο Αλέξανδρος ήταν μάλλον ένα από τα δεκάδες χιλιάδες παιδιά που βιώνουν την αυταρχικότητα, την εντατικοποίηση και την κενότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας και αντιδρούν ζητώντας την αλλαγή της, ζητώντας την ελευθερία της ίδιας της γνώσης αλλά και της ζωής τους.

 

Εμείς έχουμε ένα τεράστιο χρέος απέναντι στα παιδιά αυτά, απέναντι σε όλα τα παιδιά της πατρίδας μας, απέναντι στην ίδια την κοινωνία και τους εαυτούς μας.

Το 1ο μας χρέος είναι να σταθούμε δίπλα τους στον αγώνα τους αυτό, να μην τα αφήσουμε ούτε μία στιγμή να σκεφτούν πως είναι μόνα τους.


           Το 2ο είναι να ανοίξουμε τον δρόμο της λύτρωσης με σαφείς προτάσεις.


          Να ζητήσουμε κατάργηση του φαύλου συστήματος παιδείας και την αλλαγή του, ώστε να διαμορφώνει ανθρώπους και πολίτες.

          Να ζητήσουμε την κοινωνική αλλαγή, τον μετασχηματισμό της κοινωνίας, σε μία κοινωνία συλλογικοτήτων που θα εγγυάται την ισότητα και τις βιοτικές ανάγκες όλων των ανθρώπων.

          Να ζητήσουμε την πραγματική δημοκρατία, το πλάτεμα της δημοκρατίας με νέους θεσμούς που θα παρέχουν στον άνθρωπο την δυνατότητα να καθορίζει το μέλλον του.

          Να ζητήσουμε διαφάνεια και δημοκρατικό έλεγχο παντού και πρώτα από όλα στην αστυνομία και στις δυνάμεις καταστολής.

Αυτά είναι τα λίγα, αλλά ουσιαστικά που έχω να θέσω και ζητώ την συμβολή σας σύντροφοι στην ταχεία διαμόρφωση ενός πλαισίου αιτημάτων.

 

Και κάποιες σκέψεις που εξέθεσα αλλού …

 

Α. Αυτό που εννοούσα ως «πανηγύρι» που τελειώνει ήταν τα σπασίματα και τα καψίματα. Τις γνωστές δηλ. ενέργειες που μπορεί να κάνει και κάθε προβοκάτορας.

Τώρα για τις καταλήψεις δημοσίων κτιρίων τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Εφόσον κάποιοι θεωρούν πως μπορούν να αναλάβουν ή να προτείνουν μια διαφορετική μορφή πολιτειακής οργάνωσης είμαι πρόθυμος πρώτα από όλα να τους ακούσω (μην γράφω και πολλά).

Εάν πρόκειται για κατάληψη διαμαρτυρίας και πάλι είναι ένα μέσο αγώνα.

 

Περιμένω να δω την πρόταση για αυτοοργάνωση της κοινωνίας και λειτουργία της.


Αλλιώς τα πράγματα είναι καταδικασμένα, μια εξέγερση είναι που θα τελειώσει με τις διακοπές των Χριστουγέννων.


Η επανάσταση προϋποθέτει την αναφορά σε κάποια μορφή άλλου τύπου οργάνωσης της κοινωνίας και αυτή δυστυχώς απουσιάζει, προϋποθέτει συγκεκριμένα αιτήματα που δυστυχώς λείπουν.

Οι βόμβες μολότοφ και οι πέτρες δεν είναι μορφή αυτοοργάνωσης, είναι απλά ένα ξέσπασμα.

Τα παιδιά, οι νέοι άνθρωποι είναι οι πρώτοι που εξεγείρονται, το ζήτημα είναι γιατί; για ποιό λόγο;

Η δολοφονία ενός μαθητή είναι μία αφορμή, τις απώτερες αιτίες τις ξέρουμε και τις περιγράφουμε, αλλά δεν πρόκειται για ανθρώπους πολιτικοποιημένους στον βαθμό προηγούμενων γενεών, ώστε να υπάρχει σαφής πολιτικός χαρακτήρας και κατεύθυνση.

Οταν έμαθα την δολοφονία, το πρώτο πράγμα που αυθόρμητα είπα είναι πως τώρα θα καίγεται επί 3 μήνες η Αθήνα.

Αλλά τελικά το ζήτημα είναι να καίγεται η Αθήνα και οι άλλες πόλεις;


Δύο πράγματα πρέπει να δούμε εμείς οι πολίτες:

Το πρώτο είναι η παραίτηση της κυβέρνησης. Το άκουσα ως σύνθημα πολλές φορές από μπλοκ της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς στην πορεία/συγκέντρωση της ΓΣΕΕ. Αυτό κάτι σημαίνει.


Το δεύτερο και σημαντικότερο είναι η εξέγερση αυτή, εάν δεν καταλήξει σε επαναστατικών διαστάσεων αλλαγή του πολιτικού συστήματος, να πιάσει τόπο για τον λαό.


Πρέπει να υπάρξουν και να υλοποιηθούν προτάσεις που θα λαμβάνουν υπόψη τους την συνιστώσα των διαδηλωτών: στην παιδεία, στην αστυνόμευση, στην λειτουργία της οικονομίας, στο ίδιο το πολιτικό σύστημα.


Β. Μέχρι σήμερα ο πολιτικός κόσμος (και οι περισσότεροι από εμάς) αγρόν αγοράζει σε σχέση με την ουσία και την όποια πιθανή πραγματική αιτία ή αιτίες της εξέγερσης.
Ολοι ή σχεδόν όλοι ασχολούνται με τις μολότοφ και αυτό είναι το πρόβλημα για αυτούς : η δράση των προβοκατόρων, των ανεγκέφαλων, των αηδιασμένων, των πλιατσικολόγων, ακόμα και των «χαβαλετζήδων».

Ομως το ζήτημα είναι εξεχόντως πολιτικό και όλη αυτή η κατάσταση έχει μία δυναμική, δείχνει μία σημαντική τάση του ελληνικού λαού. Αυτή πρέπει να λάβει σάρκα και οστά, ως πολιτικό αίτημα.

Δανείζομαι κάποια κομμάτια από την ιδρυτική διακήρυξη ενός πολιτικού κόμματος, που έμελε να κυβερνήσει για πολλά χρόνια την χώρας μας. Τα θέτω όχι για να στρέψω την κομματική επιλογή προς εκεί, αλλά για να δούμε πως κάποια αιτήματα δεν δικαιώθηκαν μέσα από τις πολιτικές πρακτικές και παραμένουν ενεργά και άλυτα ζητήματα της κοινωνίας μας, παρότι ξεχάστηκαν ακόμα και από το ίδιο το κόμμα αυτό.

 

Τι έλεγε η διακήρυξη αυτή:

“12. Επιδιώκεται η κοινωνική απελευθέρωση του εργαζόμενου Ελληνικού Λαού, που μακροπρόθεσμα ταυτίζεται με το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αυτή η πορεία προϋποθέτει για το σήμερα ορατό μέλλον:

α. Την κοινωνικοποίηση του χρηματοδοτικού συστήματος στο σύνολό του, των βασικών μονάδων παραγωγής, καθώς και του μεγάλου εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου. Ταυτόχρονα προωθείται συστηματικά η ένταξη των αγροτικών επιχειρήσεων σε συνεταιρισμούς νέας μορφής, με δραστηριότητα που θα επεκτείνεται στην προμήθεια πρώτων υλών και στην επεξεργασία, συσκευασία και διάθεση των προϊόντων τους. Οι οργανισμοί αυτοί θα καταργήσουν το μεσάζοντα που εκμεταλλεύεται το προϊόν του ιδρώτα και της γης του αγρότη. Στη βιοτεχνία προωθείται επίσης η συνεταιριστική εκμετάλλευση.


β. Τον περιφερειακά αποκεντρωμένο κοινωνικό προγραμματισμό της οικονομίας που συνδυάζεται με τον έλεγχο των παραγωγικών μονάδων από τους εργαζόμενους (δηλαδή με την αυτοδιαχείριση) και από τους αρμόδιους κοινωνικούς φορείς. Αρμόδιος κοινωνικός φορέας είναι το κράτος, η περιφέρεια, ο δήμος ή η κοινότητα, ανάλογα με το μέγεθος, τον τύπο και τη σημασία της παραγωγικής μονάδας.

 

στ. Μια καινούργια παιδεία για να καταργηθούν οι φραγμοί που εμποδίζουν το πλάτεμα της γνώσης και να δημιουργηθούν ελεύθερα σκεπτόμενοι και κοινωνικά υπεύθυνοι πολίτες. Η παιδεία είναι ευθύνη του κοινωνικού συνόλου. Η ιδιωτική εκπαίδευση καταργείται. Η δωρεάν και υποχρεωτική παιδεία εξασφαλίζεται ανεξαίρετα για όλους τους Έλληνες, θεσπίζεται εκπαιδευτική πολιτική που να εξασφαλίζει την πλατιά συμμετοχή όλων των λαϊκών στρωμάτων, καθώς και τη συμμετοχή των σπουδαστών στον προγραμματισμό της παιδείας και στη διοίκηση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.”

Ακόμα περιμένουν δικαίωση οι συντάκτες της διακήρυξης …

 

Γ.         Σήμερα η νεολαία και η κοινωνία μας αντιμετωπίζει ατομική και συνολική απαξίωση παντού, αντιμετωπίζει μία πρωτοφανή βία (σε κάθε επίπεδο) και παντελή αβεβαιότητα για το μέλλον. Δεν πρόκειται για τυχαίο γεγονός, ούτε για σημείο των καιρών.  

Oι μισθοί των 1000, 700, 400 και 300 Ευρώ είναι αποτέλεσμα της ανταγωνιστικότητας που επιβλήθηκε από τους λωποδύτες κατά της κοινωνίας. Είναι αποτέλεσμα του νεοφιλελευθερισμού και της θεμελιώδους αρχής του, που βλέπει κάθε άνθρωπο ως αξία προς είσπραξη και εκμετάλλευση. Ζει όποιος έχει «αξία» για το ετεροκαθοριζόμενο ολιγαρχικό σύστημα και δεν υπάρχουν άνθρωποι αλλά μόνο γρανάζια …  

 

Να αφήσουμε συνεπώς την ανταγωνιστικότητα των κλεφτών, που ξεκινά από το σχολείο, και να πάμε στην ουσία των πραγμάτων. Το πρόβλημα είναι η ανταγωνιστικότητα που θεσπίζει αξιακά κριτήρια (τα αναλύω στο κείμενο για την πραγματική οικονομία) σε βιοτικές ανθρώπινες ανάγκες και λειτουργίες, απαγορεύοντας ή ορίζοντας έτσι την «παραγωγή» τους, το περιεχόμενο, αλλά και την ιεραρχία τους. Αυτό δεν συμβαίνει με γνώμονα την ανθρώπινη βιοτική ουσία και με όργανο την δημοκρατία, αλλά με γνώμονα το κέρδος κάποιων ελαχίστων.

Ετσι και στην παιδεία: δεν ενδιαφέρει η γνώση, η μόρφωση, η καλλιέργεια, η κατάκτηση του μηχανισμού της γνώσης και της κρίσης (δηλ. η ουσία της βιοτικής αυτής ανάγκης)

Αντίθετα, ενδιαφέρει η επαγγελματική ανέλιξη, ο ανταγωνισμός, η άβουλη απορρόφηση πληροφοριών, η πειθαρχία, η καταπιεστική επιβολή. Εν γένει η «φυτοποίηση» του μάθητή σε ένα καταπιεστικό ανταγωνιστικό περιβάλλον που δεν επιτρέπει ούτε καν την απόλαυση, όχι μόνο της γνώσης, αλλά και θεμελιωδών ανθρωπίνων βιοτικών αναγκών.

Το Ξερατό του Ανταγωνισμού πρέπει να φύγει από το μυαλό μας.
Ανθρωποι που έχουν κατακτήσει την γνώση, όχι μόνο μπορούν να είναι καλοί σε κάθε «επαγγελματική» δραστηριότητα, αλλά θα είναι σίγουρα και περισσότερο άνθρωποι.

Και μην αρχίσει κανείς τα περί ιδιωτικής παιδείας, γιατί αυτή είναι η κατεξοχήν παιδεία του ανταγωνισμού, της επαγγελματικής κατεύθυνσης, της στειρότητας, της επιβολής συγκεκριμένων θέσεων.

 

Δ.        Τόσα χρόνια τώρα οι άνθρωποι και τα παιδιά ψάχνουν να ακουστούν, να εκφραστούν, να αυτοοριστούν και να ορίσουν το μέλλον της κοινωνίας.


Ο τεράστιος φασιστικός μηχανισμός του νεο-φιλελευθερισμού και του κεφαλαίου ορίζει τα πάντα μέσα από τις αγορές και τα καρτέλ.

 

Καρτέλ και «αγορά» πολιτικών και πολιτικών κομμάτων.

 

«Αγορά» εργασίας, δηλαδή ανθρώπινης ζωής.

 

«Αγορά» προϊόντων, αγορά συνειδήσεων, αγορά ενημέρωσης, αγορά παιδείας,

 

ΑΓΟΡΑ σε όλα.


ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΟΙ «ΑΓΟΡΑ» που φιμώνουν και σκοτώνουν τους ανθρώπους;
ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΘΑ ΟΡΙΣΟΥΝ ΤΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ, ΤΟΝ ΛΟΓΟ, ΤΗΝ ΘΕΩΡΙΑ, ΤΗΝ ΓΝΩΣΗ.

ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΘΑ ΟΡΙΣΟΥΝ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ …
και πάνω από όλα: ΓΙΑΤΙ ? !!!!!

 

Εδώ μέσα προσπαθήσαμε και αποσαφηνίσαμε τις έννοιες.
Αποκαθάραμε την ουσία από τα βδελύγματα των «αγοραίων».
Καταλάβατε γιατί κάποιοι σπάνε μαγαζιά χωρίς να ξέρουν γιατί;

Επειδή αυτά συμβολίζουν τον δυνάστη, αυτόν που έχει και ορίζει τις ζωές.
Ας δούμε τον ΑΝΘΡΩΠΟ, ας τον απαλλάξουμε από την «ΑΓΟΡΑ», ας απελευθερώσουμε τον άνθρωπο και την ζωή, από την τερατώδη εκμετάλλευση.
Ας παράγουμε αγαθά για τους ανθρώπους και όχι «αξίες» προς κερδώα ανάλωση.

Δεκέμβριος 11, 2008

Α-ΣΥΝΕΠΕΙΑ

Α-ΣΥΝΕΠΕΙΑ

 

Α. Υπάρχει μια βασική κριτική και αιτία απαξίωσης των ανθρωπίνων πράξεων, που συχνά – πυκνά εκφεύγει της παρατήρησης και της ανάλυσής μας, λόγω ιδεολογιών, καταστάσεων, πληροφόρησης και άλλων πολλών περιστάσεων.

Είναι η ανάλυση περί συνέπειας και α-συνέπειας.

 

Είναι χρήσιμο όμως για να κρίνουμε τα ανθρώπινα, για να κρίνουμε τον κόσμο μας, να προσπαθήσουμε να εξαχθούμε από όλα αυτά τα στοιχεία και να αχθούμε σε μια σφαίρα  πρώτης κρίσης, όπου θα μπορέσουμε ή θα προσπαθήσουμε να μειώσουμε στο ελάχιστο την δική μας ιδεολογία και εν τέλει ανάγκη.    

 

Η συνέπεια και η α-συνέπεια έρχεται πολλές φορές σχεδόν υποσυνείδητα στον εγκέφαλο μας, ως βασική μαθηματική πράξη, σε σημείο τέτοιο που αυθόρμητα και χωρίς πολλή περίσκεψη αναγόμαστε σε συμπεράσματα με αποτελέσματα στο θυμικό μας. Την βασική κριτική αυτή καταπνίγει μία σειρά από σκοπιμότητες.

 

Όμως η κριτική της α-συνέπειας είναι βασική για να εννοήσουμε τους άλλους, τους δρώντες, ακόμα και για να αυτοελεγχθούμε οι ίδιοι και ποτέ δεν πρέπει να την αποφεύγουμε, γιατί έτσι αποφεύγουμε και αποδιώκουμε ένα μεγάλο κομμάτι της αλήθειας και της πραγματικής ανθρώπινης προόδου.

 

Β.        Στην κριτική της συνέπειας και της α-συνέπειας μπορούμε να εντάξουμε κάθε δράση, πράξη ή λόγο κάθε ανθρώπου και κάθε ομάδας ανθρώπων.

Ο αναρχικός π.χ. που καίει τράπεζες, πολυεθνικές ή μοιράζει εμπορεύματα στον κόσμο είναι απόλυτα συνεπής με κάποιες σχολές της αναρχικής θεωρίας, είναι συνεπής με την ιδεολογία από την οποία διακατέχεται.

Ο αντιεξουσιαστής που ειρηνικά διαδηλώνει, αλλά εξοργίζεται με τις επιθέσεις των ενστόλων και μη της εξουσίας και αντιδρά, ακόμα και επιστρέφοντας την εξουσιαστική βία είναι επίσης συνεπής με τις αρχές του.

Ο πλιατσικολόγος που σπάει καταστήματα για να κλέψει είναι επίσης συνεπής με αυτό το «είναι» του. Η δράση του είναι αναμενόμενη.

Ο δημοσιογράφος που γράφει ή λέει την αλήθεια όπως την βιώνει είναι συνεπής προς το επαγγελματικό καθήκον και τον κοινωνικό ρόλο του λειτουργήματός του.

Ο αστυνομικός που προστατεύει τους πολίτες με τον τρόπο που τάσσει ο νόμος είναι επίσης συνεπής.

Εάν στα παραπάνω παραδείγματα κρατήσουμε τους όρους για τα πρόσωπα και αλλάξουμε τις δράσεις ή τις αντιστρέψουμε, βρισκόμαστε μπροστά στην α-συνέπεια.

Αυτή οφείλει να γνωρίσει την βασική κριτική μας, καθώς είναι και μία από τις πρώτες διεργασίες που γίνονται στο μυαλό του απλού ανθρώπου.

 

Γ.         Προτού προχωρήσουμε σε βασικές θεωρητικές κριτικές, κρίσεις και προτάσεις, οφείλουμε να εισέλθουμε στην κριτική της α-συνέπειας, που είναι κριτική της ειλικρίνειας, την αλήθειας, της ψυχικής διάστασης του προσώπου ή της κρινόμενης ομάδας. Εάν το πρόσωπο και η ομάδα είναι ειλικρινής και αληθώς πράττει τα επιβαλλόμενα από όσα πρεσβεύει, τότε αξίζει να πλησιάσουμε για να συζητήσουμε βαθύτερα, να αναλύσουμε, να προχωρήσουμε σε πνευματική σύζευξη και δράση. Εάν υπάρχει α-συνέπεια, κάθε προσπάθεια θα πέσει στο κενό και ίσως να έχει νόημα, μόνο για να αισθανθούμε σύντομα προδομένοι.

 

Δ.        Στο πρόσφατο συμβάν του φόνου, του Αλεξ. Γρηγορόπουλου, εάν αυτό είχε συμβεί από κάποια ομάδα του υποκόσμου, για παράβαση των δικών της νόμων, η είδηση θα περνούσε ως ακόλουθη μιας λογικής συνέπειας συμπεριφοράς. Το πραγματικά εξοργιστικό, που στερεί κάθε έννοια διαλόγου και προσέγγισης είναι το γεγονός πως ο φόνος διαπράχθηκε από ένα όργανο που οφείλει να τηρεί ένα συγκεκριμένο νόμο, έναν άλλο νόμο, που απαγορεύει τέτοια δράση.

Το κορυφαίο όμως αναλυτικό ζήτημα που πρέπει να τεθεί είναι εάν η συμπεριφορά αυτή πρεσβεύει και είναι απότοκο μιας άλλης συνέπειας !!!.

Μήπως δηλαδή οι Ελληνες αστυνομικοί εκπαιδεύονται σε μία άλλου περιεχομένου «συνέπεια» από αυτή της τήρησης του νόμου ;

Μήπως η συμπεριφορά του δράστη της δολοφονίας, αλλά και άλλων αστυνομικών είναι απότοκο συνέπειας και όχι α-συνέπειας;

Μήπως δηλαδή υπάρχει πέραν της θεμελιώδους για τον αστυνομικό συνέπειας της τήρησης του νόμου, κάτι άλλο, κάποια άλλη διαδικασία που δημιουργεί την ανάγκη μιας άλλης συνέπειας, ακόμα και παράνομης.

Οσοι έχουν επαφή με αστυνομικούς γνωρίζουν πως πέρα από την κεφαλαιώδη συνέπεια της τήρησης του νόμου, έχει δημιουργηθεί μία άλλη κατάσταση που εκφεύγει και δρα αντιθετικά της ανωτέρω συνέπειας.

Αυτή είναι και μία βασική αιτία της αρνητικής κριτικής που ασκείται από τους πολίτες προς την αστυνομία και τους αστυνομικούς, εν γένει. Η α-συνέπειά τους ως προς τους ταγούς του νόμου, που την βλέπουν να εκδηλώνεται πολύπλευρα.

 Η κατάσταση γίνεται αφόρητη και προκαλεί έντονες ανησυχίες και αντιδράσεις όταν η α-συνέπεια γίνεται εκτεταμένη και η νέα «συνέπεια» έρχεται να γίνει καθεστώς και να αντικαταστήσει την θεσμική (για πολλούς η παράνομη δράση ενός πολύ μεγάλου αριθμού αστυνομικών θεωρείται δεδομένη και για άλλους δικαιολογημένη). Οι τελευταίοι εκ των πολιτών, αυτοί που θεωρούν δικαιολογημένη την δράση των αστυνομικών, είναι συχνότερα οι οπαδοί του δόγματος νόμος- τάξις- ασφάλεια και είναι ευνόητο ότι οι ίδιοι υποπίπτουν σε μία α-συνέπεια, που καταδεικνύει υποκρισία, ψεύδος και ιδιοτελείς σκοπούς.     

Ο πολίτης, άσχετα με το ποια θέση παίρνει για την δράση π.χ. των αναρχικών αντιλαμβάνεται τις κεφαλαιώδεις α-συνέπειες και κρίνει αρνητικά την αστυνομία και τα όργανά της.   

 

Ε.        Μιλάμε όσο θυμάμαι για κριτική στους πολιτικούς, στο πολιτικό σύστημα κλπ. Κάποιοι θέτουν τον κίνδυνο θεσμικής αμφισβήτησης της «δημοκρατίας».

            Η κριτική στους πολιτικούς (π.χ. «όλοι ίδιοι είναι») είναι μία κριτική της α-συνέπειας μεταξύ όσων πρεσβεύουν ή θα έπρεπε θεσμικά να πρεσβεύουν και όσων πράττουν.

Η ίδια η κριτική στην «δημοκρατία» άρχεται από το γεγονός ότι επικαλείται αρχές και θεμελιώδεις έννοιες, όπως αυτές της λαϊκής κυριαρχίας, της ισότητας, της ελευθερίας λόγου και σκέψης και πολλές άλλες, τις οποίες, είτε αδυνατεί ως θεσμικό σύνολο να τις πραγματώσει, είτε οι φορείς της εξουσίας της, οι πολιτικοί και τα όργανα του κράτους, τις παραβιάζουν καθημερινά και βάναυσα.

Η θεμελιώδης κριτική της α-συνέπειας, που προκαλεί την έλλειψη εμπιστοσύνης, δεν προκαλείται από τους πολίτες, είναι απότοκο της αντίληψης, της γνώσης κάθε Ελληνα, ότι εδώ υφίστανται τεράστιες και θεμελιώδεις α-συνέπειες.

 

ΣΤ.     Στην κριτική αυτή της α-συνέπειας, ως απλή μαθηματική πράξη, μπορούν να προβούν και προβαίνουν όλοι, από τα μικρά παιδιά μέχρι τους γηραιούς πάσχοντες από τη νόσο Αλτσχάιμερ (στα πρώτα στάδια). Οσοι δε, για δικούς τους λόγους, δεν προχωρούν σε κριτική της α-συνέπειας, είναι γνωστό πως χαρακτηρίζονται και πως καταχεριάζονται ακόμα και από ομοϊδεάτες τους. Η ίδια η κριτική της ύπαρξης θεσμικού παρακυκλώματος μιας άλλης συνέπειας (π.χ. «όλοι τα παίρνουνε») δίνει το στίγμα και την αιτία της αρνητικής διάθεσης των πολιτών απέναντι στους πολιτικούς και το πολιτικό σύστημα.

Προχωρώντας στην κριτική της α-συνέπειας του πολιτικού συστήματος, που εξηγεί την έκρηξη της νεολαίας κατά το τελευταίο διάστημα, θα αντιληφθούμε πως οι πράξεις των νέων δεν κατευθύνονται από κάποιο μεγάλο αδελφό ή κέντρο αποφάσεων, αλλά από την άδολη κριτική της συνέπειας και της α-συνέπειας του συνόλου του κοινωνικού, πολιτικού και οικονομικού συστήματος. Τα παιδιά, μη επηρεασμένα έντονα από εξαρτήσεις, φοβίες και ατομικά συμφέροντα, είναι πιο εύκολο να προβούν στην κριτική της α-συνέπειας, την οποία και είναι πανεύκολο να αντιληφθούν, να την δουν κατάματα και να την αντιμετωπίσουν.

Δυστυχώς δε, για το σύστημα ανωτέρων αξιών της κοινωνίας, οι αντιφάσεις, οι α-συνέπειες, είναι τόσο πρόδηλες, που ξεκινούν από το άμεσο περιβάλλον τους και καταλήγουν στην ίδια την εξουσία και τους θεσμούς της.

Οσο άδολη και άμεση είναι η κριτική, τόσο άδολη και άμεση είναι και η αντίδραση όσων παιδιών και νεαρών ξεφεύγουν από το καβούκι των σκοπιμοτήτων και του ψεύδους που φανερώνει η α-συνέπεια.

Είναι ξεγυμνωμένο και ξετσίπωτο το σύστημα στα μάτια των παιδιών και των νέων ανθρώπων και τίποτε και κανένας δεν θα μπορούσε να προκαλέσει τις αντιδράσεις που ζούμε, εάν τα πράγματα ήταν διαφορετικά.

 

Ζ.        Η γενική, βασική και θεμελιώδης αιτία των δράσεων και αντιδράσεων δεν είναι θεόσταλτη εντολή, αλλά άμεσο απότοκο του συστήματος α-συνέπειας, που κυριαρχεί σε κάθε μορφή του βίου και αποκαλύπτει ότι οι θεμελιώδεις αξίες του πολιτεύματος και του κοινωνικο-οικονομικού οικοδομήματος είναι οι ίδιες μια οφθαλμοφανέστατη α-συνέπεια (π.χ. ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, η αξιοπρέπεια, τα ατομικά δικαιώματα κλπ. δεν μπορούν να ασκηθούν στην πραγματικότητα της φτώχειας, της απαξίωσης της ζωής ή της οικονομικής της «αξίωσης» , της ανισότητας …).

Η ίδια η δική μας κρίση και ανάλυση είναι αυτή που μας κάνει να αντιλαμβανόμαστε τις θεσμικές α-συνέπειες του όλου συστήματος και μας κάνει να αναζητούμε αλλαγές και λύσεις. Η ίδια η ιστορική ανάλυση της προέλευσης του αποκαλούμενου «δημοκρατικού» πολιτεύματος, αποδεικνύει την α-συνέπεια των μεγαλοαστών που έταξαν στους λαούς ελευθερία – ισότητα και αδελφοσύνη (αλληλεγγύη), για να ανατρέψουν τους μονάρχες και τους αριστοκράτες και τελικά διαμόρφωσαν και διαμορφώνουν ένα συστημικό πλαίσιο που δημιουργεί τα αντίθετα. Δεν μπορεί ο νοήμον άνθρωπος να μην αντιληφθεί τις τεράστιες α-συνέπειες μεταξύ των φιλοσοφικών και πολιτικών αξιών και αρχών που υπάρχουν ως όχι μόνο ως tabula rasa, αλλά και ως εγγεγραμμένες αξίες στο συστημικό πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας και είναι κενό γράμμα στην πραγματικότητα που διαμορφώνει το ίδιο το νομικό πλαίσιο,  αλλά και το πράττον σύστημα.

Το ίδιο βιώνει ως α-συνέπεια και εν τέλει κοροϊδία της ύπαρξής του, ο απλός άνθρωπος που δεν του δόθηκαν τα πνευματικά εφόδια για να σκεφτεί βαθύτερα και ενδελεχέστερα: «μας μιλάνε και διακηρύττουν την ελευθερία, αλλά στην πραγματικότητα μας την στερούν καθημερινά και με χίλιους δύο τρόπους», «μας μιλάνε για δημοκρατία και ελεύθερη αποφασιστική έκφραση του πολίτη, αλλά αυτό στην πραγματικότητα ισχύει για ελάχιστους», «μας μιλάνε για ισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, αλλά κάποιοι είναι πολύ ισχυροί και κάποιοι πολλοί αδύναμοι».

Ενας νομικός ή ένας πολιτικός φιλόσοφος θα μπορούσε να βρεί και να καταδείξει εκατοντάδες α-συνέπειες μέσα στον ίδιο τον θεμελιώδη νόμο ενός αστικού κράτους, μιας αστικής δημοκρατίας, το Σύνταγμά της και χιλιάδες στους λοιπούς νόμους. Κάθε πολίτης όμως, βιώνει την α-συνέπεια και εξεγείρεται για όσα συμβαίνουν ακόμα και ατομικά στην ίδια του την ζωή, καθώς η συστημική α-συνέπεια διαπερνά και χαρακτηρίζει τα πάντα στην ζωή του, στην ζωή μας.

 

Η.       Εμείς, όσοι μπορούμε να σκεφτούμε παραπέρα και με την συνέπεια της ανιδιοτέλειας,  οφείλουμε να μην αφήσουμε την αίσθηση της α-συνέπειας να πλανάται και να καταστρέφει απλώς τις ζωές μας, οφείλουμε να εργαστούμε ώστε να προτείνουμε τους τρόπους με τους οποίους θα αρθούν οι α-συνέπειες, τις ανατροπές και τις αλλαγές που θα δημιουργήσουν ένα σύστημα συνεπές προς τις αξίες μας, ένα σύστημα που θα αγκαλιάζει όλη την κοινωνία και θα εκφράζει κάθε  θεμελιώδη του αρχή, που θα μετουσιώνει την «δημοκρατία» σε ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, την «ισότητα» σε «ΙΣΟΤΗΤΑ» κ.ο.κ. .

Νοιώθω ότι στο χρέος μας αυτό έχουμε ανταποκριθεί με περίσσεια συνέπεια, το μόνο που μένει είναι ο αγώνας για να καταργηθούν οι α-συνέπειες, ώστε με ειλικρίνεια να μπορέσουμε να αγγίξουμε κάθε άνθρωπος το χέρι του άλλου, εκεί οι πανανθρώπινες αξίες μας θα βρουν την έκφραση και την εφαρμογή τους.

Blog στο WordPress.com.