Διάλογος για την Κοινωνία

Οκτώβριος 21, 2009

ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗ: ΑΙΣΧΡΟΚΕΡΔΕΙΑ & ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ

ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗ: ΑΙΣΧΡΟΚΕΡΔΕΙΑ & ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ

 

Α.      ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Πέρυσι τον Σεπτέμβριο στην Δ.Ε.Θ. ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εντυπώσεις κάνοντας λόγο για αναδιανομή του παραγόμενου προϊόντος της χώρας (ως εισοδήματος). Πέραν του γεγονότος ότι η αναδιανομή αυτή είναι αναγκαία για το άπλωμα της κοινωνικής δυνατότητας πρόσβασης και χρήσης βιοτικών αγαθών και όσα θετικά αυτή συνεπάγεται για τους συμπολίτες και συγκοινωνούς μας, αλλά και για το σύνολο της κοινωνίας μας (και αφήνοντας κατά μέρος την κριτική μου που ξεκινά από την βούλησή μου ενδυνάμωση της προσπάθειας ενός ευρύτερου κοινωνικού μετασχηματισμού με σοσιαλιστική βάση) οι θέσεις του προέδρου του ΠΑΣΟΚ ήταν ιδιαίτερα θετικές, ουσιαστικά αναγκαίες και εν κατακλείδι κοινωνικά δίκαιες με δεδομένη την βίαιη και τεράστια μετακίνηση πόρων και αφαίμαξη της πλειοψηφίας της κοινωνίας υπέρ των οικονομικά ισχυρότερων.

Αλλωστε και στην πραγματικότητα το παραγόμενο μίας κοινωνίας οργανωμένης σε κράτος είναι πάντοτε συγκεκριμένο και ορισμένο. Εννοιες όπως αυτή του «κέρδους» σημαίνουν την μετακίνηση μέρους αυτού του παραγόμενου (ως οικονομικό αποτέλεσμα) από κάποιους σε κάποιον άλλο. Ετσι και ως παράδειγμα, τα κέρδη των τραπεζιτών  δεν έρχονται «ουρανόθεν», αλλά από το παραγόμενο των κατοίκων αυτού του τόπου, στους οποίους βεβαίως προκαλούν αντίστοιχη ζημία (η έννοια κέρδος έχει μαθηματικό πρόσημο και δεν είναι ουδέτερη). Συνεπώς το να δίδεται μέσα σε ένα σύνολο, όπως αυτό της ελληνικής οικονομίας – κοινωνίας, η δυνατότητα σε κάποιους να πραγματοποιούν κέρδη σημαίνει ότι αντίστοιχα σε κάποιους επιβάλλονται ζημίες. Αντίστοιχα, η ανεξέλεγκτη αισχροκερδής δράση των τραπεζιτών και σειράς άλλων «επιχειρηματιών» δημιούργησε ζημίες και ελλείμματα σε άλλους τομείς της οικονομίας (όπως τούτο κατάδηλα αποδεικνύεται από τους ατομικούς οικονομικούς δείκτες και τους δείκτες υποσυνόλων της οικονομίας).

 

Β.      Η ΑΙΣΡΟΚΕΡΔΕΙΑ   

Αφήνοντας νομοθετικά ελεύθερη και ασύδοτη την αισχροκέρδεια των ισχυρών, αλλά και απάντων των μετεχόντων στην αγορά (για να μην εισέλθω στην θεώρηση της νομοθετικής και άλλης ενίσχυσης ή ακόμα και επιβολής της) δημιουργούμε όχι μόνο πανίσχυρα πρόσωπα, αλλά και πανίσχυρα οικονομικά υποσύνολα, τα οποία πιέζουν τα υπόλοιπα και καταργούν κάθε έννοια οικονομικής και πολιτικής ισορροπίας (με τα αντίστοιχα αυτονόητα αποτελέσματα που βιώνουμε σε κάθε επίπεδο και έκφανση της κοινωνίας και της λειτουργίας της)[1].  Σε καθαρά ατομικό επίπεδο και όταν πρόκειται για την εξυπηρέτηση άμεσων βιοτικών αναγκών του ανθρώπου, η άφεση στην αισχροκέρδεια του μηχανισμού προμήθειας αυτών (της «αγοράς» δηλ.) δημιουργεί τεράστια και αδικαιολόγητα ελλείμματα και ζημίες στους ανθρώπους και στις κοινωνίες. Τα ελλείμματα αυτά δεν μεταφράζονται μόνο σε συνέπειες στο οικονομικό επίπεδο και πεδίο, αλλά στην ουσία επηρεάζουν το «ποιόν» των ανθρώπων και των κοινωνιών[2].

Πέρα λοιπόν από την εγκαθίδρυση και εφαρμογή ενός άλλου συστήματος οργάνωσης της κοινωνίας βασισμένου στις ανάγκες του ανθρώπου, θα πρέπει στο ζοφερό παρόν να καταπολεμηθεί η αισχροκέρδεια και τα μη στηριζόμενα σε τίποτα το πραγματικά ουσιώδες υπερκέρδη κάποιων, ώστε να καταπολεμηθούν οι ανισότητες και οι συνολικές ανισορροπίες και ελλείμματα που αυτή προκαλεί (όλα άγουν στην κοινωνική διάλυση και την πλήρη αποδημοκρατικοποίηση των κοινωνιών). Η καταπολέμηση της αισχροκέρδειας σημαίνει, σηματοδοτεί, προκαλεί μία πρώτη αναγκαία αναδιανομή των εισοδημάτων. Το μόνο ασφαλές και βέβαιο όπλο των κοινωνιών για τον σκοπό αυτό είναι η επιβολή νομοθετικών ρυθμίσεων. Είτε ατομικά, είτε ως νομικός, είτε μέσα από τις τάξεις του ΙΝ.ΚΑ. επί σειρά ετών γράφω, λέω και πιέζω για τη νομική συγκεκριμενοποίηση της έννοιας της αισχροκέρδειας (η έννοια παραμένει νομοθετικά αόριστη) και την επιβολή περαιτέρω απαγορεύσεων και ποινών για αυτή. Το 1ο μεγάλο κέρδος από την προσπάθεια αυτή (που ήταν και προσπάθεια πολλών συμμετόχων στην θέση αυτή) ήλθε στα τέλη του περασμένου έτους, όταν κατόπιν μηνύσεως του ΙΝ.ΚΑ. (Ν. ΙΝ.ΚΑ.) προκλήθηκε γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στην οποία ορίστηκε ότι δικαιοπραξίες με ποσοστό κέρδους άνω του 50% είναι αισχροκερδείς (το ποσοστό αυτό είχαμε ορίσει ως στόχο λόγω της σχετικής νομολογίας του Γερμανικού Ακυρωτικού Δικαστηρίου). Στο πλαίσιο λοιπόν της αναδιανομής των εισοδημάτων και της προστασίας τους, είναι αναγκαία η ως άνω δράση και θέσπιση κανόνων που θα ορίζουν και θα παρεμποδίζουν την αισχροκέρδεια και ήδη έχει γίνει το πρώτο σημαντικό και ουσιαστικό βήμα.

Είναι σαφές ότι ο συγκεκριμένο ορισμός της έννοιας της αισχροκέρδειας με τον καθορισμό ανωτάτου επιτρεπτού ποσοστού κέρδους δεν προσκρούει σε καμία διάταξη με την οποία θεσπίζεται η (φιλελεύθερη και καταστροφική) έννοια της «ελευθερίας της αγοράς» και κυρίως δεν αποτελεί μέτρο διατίμησης, καθώς δεν ορίζει συγκεκριμένη ανώτατη τιμή. Αντίθετα και βασιζόμενός στην ευρύτατη έννοια της απαγόρευσης της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (με βάση και θεμέλιο την οποία συγκροτήθηκαν όλα τα σύγχρονα δυτικά κράτη) ο ορισμός και η απαγόρευση της αισχροκέρδειας αποτελούν μέτρα, όχι μόνο αναγκαία για την συνοχή της κοινωνίας, αλλά και μη δυνάμενα να πολεμηθούν με νομικά ή πολιτικά μέσα. Θα μπορούσε δε να πειστεί ακόμα και ο τελευταίος οπαδός του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού ότι ακόμα και με τα δικά του καταστροφικά για τους ανθρώπους, τις κοινωνίες τους και τον πλανήτη, θέσφατα, ο σαφής ορισμός της αισχροκέρδειας ευνοεί και προάγει τον υγιή ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων (αλλως πως μια υγιής κατά τον σκοπό της επιχείρηση να ανταγωνιστεί αυτόν που αισχροκερδεί … 😉 .          

          Στο πλαίσιο αυτό έχει εκπονηθεί και είναι έτοιμο ένα ολοκληρωμένο σχέδιο, που προστατεύει και τον παραγωγό, αλλά και ολόκληρη την κοινωνία από το φαινόμενο της αισχροκέρδειας. Ως ολοκλήρωμα, το σχέδιο πάταξης της αισχροκέρδειας είναι έτοιμο και περιμένει εφαρμογή, έστω και πειραματική.

         

Γ.      Η ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ   

Η πάταξη της αισχροκέρδειας είναι συνεπώς η μία βασική παράμετρος της αναδιανομής των εισοδημάτων . Η άλλη βασική παράμετρος είναι η φορολόγηση και οι δυνατότητες που παρέχει αυτή σε μία οργανωμένη σε κράτος κοινωνία.

          Η κυβέρνηση της Ν.Δ. στην Ελλάδα και αντίστοιχες κυβερνήσεις ανά τον κόσμο, είτε με βάση τα ιδεολογήματα του νεοφιλελευθερισμού, είτε με σχέσεις υποτέλειας και υπαλληλίας, είτε εκβιαζόμενες, είτε για χίλιους δυο άλλους ποταπούς λόγους, μεταχειρίστηκαν την φορολογία προκειμένου να αναδιανείμουν το παραγόμενο των κρατών τους υπέρ των ισχυρών. Η μείωση των φορολογικών συντελεστών στα υπερκέρδη, (η «αφορολόγητη αισχροκέρδεια», όπως την ονόμασα)  η κατάργηση φόρων που αφορούν τις μεγάλες περιουσίες, η συνέχιση ή θέσπιση νέων αφορολόγητων εισοδημάτων και δράσεων και αντίστοιχα η άγρια, άνιση (ακόμα και «ίση)  φορολόγηση των πιο αδύναμων επέφερε μία επιπλέον ανισοτική διάσταση εις βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας και δημιούργησε για τους ισχυρούς περαιτέρω δυνατότητες επιβολής επί της κοινωνίας και των ανθρώπων που την συναπαρτίζουν (ακόμα και με την πολλαπλή εκμετάλλευση των υπερκερδών τους έναντι των ανήμπορων ζημιούμενων). Η πορεία λοιπόν της επαναφοράς δια της αναδιανομής είναι αναγκαία, διότι άλλως θίγονται ουσιώδη δικαιώματα των ανθρώπων, η ίδια η συνοχή του κοινωνικού ιστού, ακόμα και η νομική και πολιτική έννοια της ισότητας των ανθρώπων.

          Η θέσπιση φορολογίας με ίσο συντελεστή για όλους, είναι ευνόητο και προκύπτει μέσα από κάθε μαθηματική πράξη, ότι απλώς έρχεται να φέρει έσοδα, χωρίς όμως να θίγει στο ελάχιστο το Status Quo στο οποίο χρονικά επιβάλλεται. Οι ίσοι συντελεστές φορολόγησης αποτελούν μία πράξη συντήρησης των δεδομένων και όχι αναδιανομής και μετατροπής τους. Εάν το αποτέλεσμα μιας φορολόγησης είναι το σύνολο μιας πρόσθεσης και η εφαρμογή της είναι το αποτέλεσμα μιας διαίρεσης (πχ. 1.000 : 1%) η εσωτερική σχέση των συντελεστών – αριθμών ουδόλως μετατρέπεται εάν εφαρμόσουμε για όλους τον αυτό διαιρέτη. Ετσι € 1.000.000 (ο πλούσιος) προς € 1.000 (ο φτωχός) = 1.000/1 . Μετά την φορολογία με 10 % (π.χ.) απομένει ο μεν πλούσιος με € 900.000, ο δε φτωχός με € 900, διατηρούμενης της σχέσης 1.000/1. Είναι σαφές ότι πρόκειται για συντήρηση και άκρως συντηρητική πολιτική και όχι για αναδιανομή.

          Θα πουν κάποιοι μικρόνοοι ότι το κράτος μπορεί να αξιοποιήσει τα 100.000 Ευρώ που παίρνει από τον πλούσιο υπέρ του φτωχού. Τούτο είναι παντελώς αβάσιμο στις ημέρες μας και υπό το υπάρχον πολιτικό και νομικό πλαίσιο. Ο πλούσιος, επικαλούμενος την αρχή της ισότητας (ακόμα και ερμηνεύοντας κατά το δοκούν την αρχή της αναλογίας) θα έλθει να διεκδικήσει και να λάβει το αντίστοιχο μερίδιο. Εάν δε πρόκειται για διάθεση χρημάτων για κάποια ανοικτή στους ιδιώτες επενδυτική προσπάθεια, θα έλθει ο ίδιος να καρπωθεί και να κερδοσκοπήσει από το αποτέλεσμα της επενδυτικής  δράσης. Ετσι ανακυκλώνεται το χρήμα, διατηρούνται τα ολιγαρχικά δεδομένα και συντηρείται το κοινωνικό κατεστημένο ανισότητας. Στοχαστείτε εάν μπορεί ο οιοσδήποτε «φτωχός» να «ανταγωνιστεί» (και δη με νόμιμα μέσα) σε κάθε ατομικό ή κοινωνικό επίπεδο τον πλούσιο του παραδείγματος. Στην πραγματικότητα δεν έχει παρά να ελάχιστες συγκριτικά δυνατότητες σε κάθε ατομικό και κοινωνικό πεδίο και επίπεδο. Αυτή είναι με σαφήνεια η έννοια της «συντήρησης» σε κάθε κοινωνικό επίπεδο και η εξάρτηση της χώρας από ολιγαρχίες που εδραιώνουν ολοένα την θέση τους και δημιουργούν καθεστώτα ανισότητας.

          Παράλληλα, είναι ευνόητο και κάτι άλλο, ότι ο φτωχός με τα 900 Ευρώ δεν μπορεί να καλύψει τις βιοτικές του ανάγκες και καθίσταται ανασφαλές, ανολοκλήρωτο, άνισο και πρόθυμο για εκμετάλλευση έρμαιο. Με πολίτες σε τέτοια δεινή θέση δεν χτίζονται κοινωνίες δημοκρατίες και πραγματικής ανθρώπινης προόδου, αλλά ολοκληρωτικά καθεστώτα.

Αντίθετα, ο πλούσιος με τις 900.000 Ευρώ όχι μόνο υπερκαλύπτει τις βιοτικές του ανάγκες, αλλά δημιουργεί και αποκτά ιδιαίτερα και εξαιρετικά χαρακτηριστικά που οδηγούν στην πλήρη κοινωνική ανισότητα και στις διακρίσεις (δείτε π.χ. τους δείκτες απόστασης μεταξύ πλουσίων και φτωχών).

          Το θέμα και τα αποτελέσματα, καθώς και οι άμεσες πρακτικές λύσεις έχουν ήδη αναλυθεί ευρύτερα και δεν θέλω να ξεστρατεύω από το συγκεκριμένο θέμα. Μία λύση αναδιανομής σε φορολογικό επίπεδο, η οποία θα ανατρέπει τα κοινωνικά δεδομένα και θα άγει προς την ισότητα, επιβάλλει την διαμόρφωση φορολογικών συντελεστών, ούτως ώστε να μην καταβάλλει φόρο όποιος λαμβάνει αμοιβές ή εν γένει έσοδα ίσα με τις βιοτικές του ανάγκες (το ποσό δύναται να οριστεί) και να φορολογούνται με αυξανόμενους συντελεστές τα πέραν των βιοτικών αναγκών εισοδήματα, ώστε ένα σημαντικό κομμάτι από το κέρδος που εξάγουν οι οικονομικά ισχυροί από την ίδια την κοινωνία στην οποία βιώνουν και την οποία εκμεταλλεύονται, να επιστρέφει σε αυτή για να εξισορροπούνται κάπως οι ανισότητες.

          Παράλληλα, μηχανισμοί τους οποίους έχω εξηγήσει και προτείνει, θα διασφαλίζουν την διάθεση της φορολογίας και θα φέρνουν το ολοένα και μεγαλύτερο πλάτεμα της οικονομικής βάσης. Π.χ. το πλάτεμα των συντελεστών της οικονομίας, η ενεργός κοινωνική συμμετοχή, το πλάτεμα της γνώσης καθιστούν μια κοινωνία ισχυρή απέναντι στον ωμό εκβιασμό του Χ οικονομικού παράγοντα ότι θα μεταφέρει τις επιχειρήσεις του σε άλλη χώρα ή θα τις κλείσει. Μια τέτοια κοινωνία θα είναι αρκετά ισχυρή και ικανή να τον αντικαταστήσει άμεσα με δράσεις βασισμένες στην γνώση και στην κοινωνική συμμετοχή και συναπόφαση.

          Βεβαίως, το μοντέλο αυτό, ακόμα και εάν είναι προτιμότερο από το μοντέλο της ίσης φορολογίας – συντήρησης, μπορεί κάλλιστα να άγει σε ένα φαύλο κύκλο, σε νέες συντηρήσεις, αφού δεν θίγει το μοντέλο πυραμίδας στην οργάνωση της κοινωνίας, δεν καταργεί τις ανισότητες, την ανισωτική οργάνωση των μηχανισμών της κοινωνίας, αλλά απλά μειώνει τις αποστάσεις, χωρίς να είναι βέβαιη η εις επ’ άπειρον διατηρησιμότητά του και η πρόοδος της μείωσης των αποστάσεων, ώστε να αχθούμε τελικά σε ισότητα.

          Μέσα από συνδυασμένες δράσεις, μέσα από το πλάτεμα σειράς διαδικασιών (έχω προτείνει νομίζω αρκετές), μέσα από τον σοσιαλισμό που αυτές περικλείουν (ακόμα και εάν φοβούμαστε να εκστομίσουμε την λέξη για να μην στοχοποιηθούμε από τις ολιγαρχίες) μπορούμε να αχθούμε στο μέλλον σε άλλες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, που θα εννοήσουν ευκολότερα την σημασία των βιοτικών αναγκών και την ανάγκη απελευθέρωσης των ανθρώπων από τα άγχη της. Εκεί επάνω μπορούμε να δημιουργήσουμε πραγματική γνώση και επίγνωση (επιστήμη) και να χτίσουμε μια νέα ανθρωπότητα.

          Οπωσδήποτε, εν προκειμένω, είναι αναγκαία η αναδιανομή του παραγόμενου προϊόντος – πλούτου και η προστασία της, ως προστασία ακόμα και της κάλυψης των ανθρώπινων βιοτικών αναγκών και αυτή στο πεδίο που εξετάστηκε δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με τις ανωτέρω παραμέτρους και φορολογικά μόνο με την κλιμακωτή και όχι ίση φορολόγηση των εν γένει εισοδημάτων (π.χ. των συνολικών ετήσιων κερδών από τις μεταβιβάσεις μετοχών).

         

          Τέλος, ποτέ να μην ξεχνάμε στις σκέψεις και στους στοχασμούς μας, ότι το χρήμα είναι τεχνητό μέσο και μέτρο που έχει αξία όσο αναφέρεται σε πραγματικά αγαθά και ανάγκες. Εάν έχεις 1.000.000 Ευρώ σε ένα έρημο νησί σου είναι πραγματικά άχρηστα (σκεφτείτε τον έρημο πλανήτη) ή εάν η τιμή ενός κιλού του ψωμιού (η τιμή διαφέρει από την πραγματική ανθρώπινη αξία) οριστεί στο 1.100.000 Ευρώ, τότε λιμοκτονείς και πεθαίνεις από την πείνα. Δεν πρέπει λοιπόν να παρασυρόμαστε στο παιχνίδι των αριθμητικών αξιών που ετεροκαθορίζονται, αλλά πρώτα από όλα να αναφερόμαστε και να μεριμνούμε για την αξία του ανθρώπου και την πραγματική αξία που έχουν τα αγαθά για αυτόν ως ανάγκη ανάλωσης. Ετσι ξεφεύγουμε και από την λογική και από την επικίνδυνη ουσία των επιδιώξεων όσων κατέχουν και εμπορεύονται το χρήμα. Τα υπόλοιπα, αν και τα έχω ήδη γράψει, τα αφήνω κενά για να προκαλέσω την αυτόνομη σκέψη.

          Προς το παρόν, ας δούμε την ανάγκη αναδιανομής και την άμεση κοινωνική αξία της.              

         

 


[1] Είναι βεβαίως ευνόητο και σαφές ότι ο καπιταλισμός ως σύστημα ανισοτήτων και ανισορροπιών ευνοεί και ουσιαστικά στηρίζεται και προκαλεί τις ανισότητες αυτές, ώστε να τις εκμεταλλευτεί, ακόμα και να εκμεταλλευτεί τις διορθώσεις τους.  

[2] Αυτό σας αφήνω να το αναλογιστείτε μόνοι σας.

Advertisements

Νοέμβριος 25, 2008

ΤΟ ΕΛΛΕΙΠΕΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ : Η ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ «ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗΣ»

 ΤΟ ΕΛΛΕΙΠΕΣ  ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ

Α. Το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ κάνει λόγο για μία αναδιανεμητική προσπάθεια στα εισοδήματα, η οποία θα είναι αποτέλεσμα (ως προς τα έσοδα) μιας δικαιότερης φορολογικής πολιτικής και μίας πολιτικής παροχών (ως προς την διαχείριση).

Επίσης εκφράζεται η βούληση για ενίσχυση παραγωγικών δομών της οικονομίας μέσα από το πρόγραμμα δημοσίων δαπανών και την αύξηση δαπανών για την παιδεία.

Θεωρείτε ότι τα ανωτέρω είναι επαρκή για να οδηγήσουν την κοινωνία σε σοσιαλιστικό μετασχηματισμό ή έστω σε πάγιες αναδιανομές του πλούτου;

Β.        Στην λογική απλώς της διανομής κεφαλαίων προς τις αναξιοπαθούσες οικονομικά/κοινωνικά ομάδες, ώστε να αυξηθεί η δυνατότητα πρόσβασής τους σε αγαθά, χρειάζεται ένα προστατευτικό παρεμβατικό πλαίσιο στην λειτουργία της οικονομίας, ώστε να προστατευτούν τα αναδιανεμόμενα πλούτη από τις αυξήσεις της «αγοράς» (ξέρουμε ποιοί είναι και επιδιώκουν όσα στερήθηκαν από την αναδιανομή να τα κάνουν και πάλι δικά τους).
Η λογική αυτή και η συνακόλουθη πολιτική λείπει από τις θέσεις του ΠΑΣΟΚ και δεν είναι δυνατόν να στηριχθούμε στην επιτροπή ανταγωνισμού (αυτό υποστήριζε έως προχθές ο τομέας οικονομίας) ως προστατευτικό μηχανισμό, ειδικά όταν αντιλαμβανόμαστε τον ελεύθερο ανταγωνισμό ως φενάκη.
Ομως και στην λογική αυτή του προστατευτισμού (έχω προτείνει συγκεκριμένα άμεσα μέτρα που υιοθετήθηκαν από το ενεργό καταναλωτικό κίνημα) δεν παύει αυτός να αποτελεί ένα αμυντικό μέσο και μέτρο, μια απλή άμυνα και ως γνωστόν όλα τα τείχη κάποτε πέφτουν.

Στο παρελθόν, ο νεοφιλελευθερισμός βρήκε τους τρόπους να θίξει τέτοια μέτρα. Η υφεσική αδιαφορία επενδύσεων σε κοινωνικά ελεγχόμενες αγορές είναι μία απλή μέθοδος άρσης των προστατευτικών μέτρων (υπάρχουν και άλλες όπως ο υψηλός τόκος του χρήματος κλπ.).

Κάνοντας μια ιστορική αναδρομή στην προσπάθεια αναδιανομής του πλούτου από τον Ανδρέα Παπανδρέου στην 1η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε ότι εν τέλει απέτυχε, παρότι περιείχε τέτοια μέτρα. Τόσο η πολιτική λιτότητας επί υπουργίας Σημίτη, όσο και η πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη, σύντομα εκμηδένισαν τα αποτελέσματα μιας γενναίας αναδιανομής (που πράγματι έγινε και για 1η φορά στην Ελλάδα). Στην συνέχεια, παρά τις στοχευμένες πολιτικές την 1η διετία (93-95), επικράτησε τελικά ο νεοφιλελευθερισμός και όλα ακυρώθηκαν βαίνοντας προς το χειρότερο διαρκώς.

Υπενθυμίζω ότι στο μέχρι τώρα πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ δεν υπάρχουν τέτοια προστατευτικά μέτρα, που να πείθουν ότι μπορούν να αποτελέσουν ακόμα και απλό ανάχωμα στις ορέξεις των εχόντων την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, των μέσων παροχής υπηρεσιών, των κεφαλαίων και των εμπορικών εκμεταλλεύσεων. Αλλά ακόμα και με την υιοθέτηση προτάσεων όπως οι δικές μου, που μπορούν να δημιουργήσουν τείχη επαρκή για την προστασία του αποτελέσματος της αναδιανομής, αλλά και στοιχείο της ίδιας της αναδιανομής, τίποτα δεν πείθει ότι αυτά θα είναι παγίως επαρκή, αφού πάντα υπάρχουν προδότες και κερκόπορτες.

Το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ για τον τρίτο δρόμο, πολύ πιο μελετημένο από το σημερινό, προέβλεπε την παγίωση της αναδιανομής μέσα από την διαδικασία κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής που κατά τον σχεδιασμό θα κατέληγε στην αυτοδιαχείριση. Ετσι θα προχωρούσαμε στον ουσιαστικό σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, μεταφέροντας την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής στην κοινωνία την ίδια. Οριστικοποιώντας με πάγια χαρακτηριστικά την αναδιανομή όχι μόνο του πλούτου, αλλά και των μέσων παραγωγής του. Η άποψη του τότε ΠΑΣΟΚ ήταν θεωρητικά ολοκληρωμένη και συνεπής. Η προσπάθεια απέτυχε για πολλούς λόγους και θα αναφέρω μερικούς κατά την γνώμη μου (ζητώντας να προσθέσετε και άλλους):
– Εφαρμόστηκε κρατικίστικη εξουσιαστική αντίληψη στην διοίκηση και τον ορισμό των ενεργειών και δεν υπήρχε δημοκρατική διδάσκουσα υπευθυνότητα για τους εργαζομένους δική τους διοίκηση ή συμμετοχή σε αυτή. Οι εργαζόμενοι απέκτησαν νοοτροπία αργόσχολου δημοσίου υπαλλήλου.

– Επιλέχθηκαν σωρηδόν επιχειρήσεις που κουβαλούσαν χίλια δυό προβλήματα και χρέη από το προηγούμενο ιδιωτικό καθεστώς.

– Δεν υπήρξε σωστή προετοιμασία και ενημέρωση των πολιτών και των εργαζομένων για την τεράστια σημασία του πειράματος και την εξέλιξή του.

– Πολλές επιχειρήσεις δεν είχαν καμμία τύχη στο διεθνές περιβάλλον, ανήκαν από κάθε άποψη στο παρελθόν.

– Δεν υπήρξε δυνατότητα περαιτέρω χρηματοδότησης ή έστω ανανέωσης του παραγομένου προϊόντος και των μέσων παραγωγής.

– Το πείραμα σαμποτάρισαν θιγόμενοι κεφαλαιοκράτες.

– Το πείραμα στηρίχθηκε σε άτομα που άρχισαν να «κάνουν δωράκια στον εαυτό τους».

Αυτά και πολλά άλλα που κουράζομαι και στενοχωριέμαι να τα γράφω.

Είναι όμως σαφές ότι για να αποκτήσει μία σοσιαλιστική αναδιανομή του πλούτου πάγια και σταθερά στοιχεία, για να «πιάσει τόπο» και να μην γίνει μόνο είδος συσσιτίου και φιλανθρωπικού βοηθήματος, που αργά ή γρήγορα θα ανατραπεί είναι αναγκαίος ο μετασχηματισμός της εν γένει παραγωγικής διαδικασίας ώστε να αποκτήσει χαρακτηριστικά κοινωνικοποίησης, ώστε περισσότεροι και δη όλη η κοινωνία να μετέχει κυριαρχικά και με πάγια δικαιώματα στα μέσα παραγωγής.

Μόνο έτσι θα οδηγηθούμε στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και πλέον θα οριστικοποιήσουμε την μετάβαση σε άλλες ανώτερες κοινωνικές μορφές που είναι αυτεξούσιες και δεν έχουν την ανάγκη της εξουσίας καμίας ατομικότητας, κανενός κεφαλαιούχου.

Οι μέθοδοι για την μετάβαση αυτή είναι κατά βάση δύο:

– Η κρατική δημόσια ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και

– Το πρότυπο (συνεταιριστικής ή μη) αυτοδιαχείρισης των μέσων παραγωγής.

Τα συστήματα αυτά αν και δύσκολο είναι δυνατόν να συνδυαστούν, ορίζοντας διακριτούς τομείς για κάθε δραστηριότητα (αλλού κράτος, αλλού συνεταιρισμοί), κυρίως για να αποφευχθούν ανταγωνιστικές αρνητικές τάσεις.
Αδιαμφισβήτητο όμως γεγονός είναι και εθελοτυφλώντας μόνο κανείς δεν θα μπορούσε να αναφέρει ότι και τα δύο συστήματα στην μέχρι σήμερα εφαρμογή τους απέτυχαν (σχετικά ή συνολικά).

Το σύστημα κρατικής ιδιοκτησίας όπως μέχρι σήμερα εφαρμόστηκε αποτέλεσε κακέκτυπο του ιδιωτικού καπιταλιστικού τρόπου αντίληψης, διοίκησης και παραγωγής. Τα έντονα εξουσιαστικά φαινόμενα που παρατηρούνται σε αυτού του είδους τα πρότυπα διοίκησης απομόνωσαν τον εργαζόμενο από το προϊόν της εργασίας του (ως σύνολο) και του στέρησαν κάθε προσωπικό ενδιαφέρον και συμμετοχή, ακόμα και την ανάγκη για βελτίωση του παραγομένου προϊόντος. Ο εργαζόμενος μη μετέχοντας ουσιαστικά στο γίγνεσθαι της απόφασης για την παραγωγή αποξενώθηκε από το αντικείμενο και την πορεία του και κατέστη αδιάφορος τρίτος. Αυτό που ορίζουμε σήμερα ως δημοσιοϋπαλληλίστικη αδιάφορη σχέση με το παραγόμενο αναπτύχθηκε και επικράτησε, καθώς ο εργαζόμενος εξακολούθησε να παραμένει και να θεωρείται όχι ανθρώπινη αξία, αλλά απλό αντικαταστατό γρανάζι ενός μηχανιστικού συστήματος. Η ίδια η παραγωγική διαδικασία και το προϊόν δεν ορίζονταν από την κοινωνία σύμφωνα με τις ανάγκες της, αλλά από γραφειοκράτες που ένοιωθαν κοινωνικά ολοκληρωμένοι καταλαμβάνοντας κάποια σημαντική διοικητική θέση.
Πολλές οι καχεξίες όμως και θα ξεστρατίσουμε, αποπροσανατολιζόμενοι από τον στόχο.

Η άλλη μορφή, το πρότυπο αυτοδιαχείρισης, εάν ήταν κρατικά διοικούμενη έφερε πάνω – κάτω τα αυτά ως άνω προβλήματα.

Μορφές συνεταιριστικά αυτοδιοικούμενης αυτοδιαχείρισης έχουν αντέξει διαχρονικά περισσότερο και έχουν να εμφανίσουν (εκτός από τις αποτυχίες) και επιτυχίες.

Είναι σαφές ότι η σωστή κατεύθυνση βρίσκεται κάπου προς τα εκεί.

Στις αιτίες αποτυχίας του 2ου αυτού προτύπου, προσωπικά δίδω τεράστια βάση στην εξουσιαστική άσκηση διοίκησης – διαχείρισης από ένα ή ελάχιστα πρόσωπα, στην αποκοπή του συνεταιριστή από το γίγνεσθαι και την τύχη και εκμετάλλευση του προϊόντος, ακόμα και στην δυνατότητα μίας ομάδας να διαχειρίζεται ανέλεγκτη και να νοσφίζεται παράνομα κέρδη εις βάρος της συνεταιριστικής επιχείρησης.

Εχοντας αναλύσει στο παρελθόν ένα νέο πρότυπο συνεταιριστικής αυτοδιαχείρισης, αλλά και στρατηγικής συμμετοχής του κράτους στην πορεία και στις επιλογές της οικονομίας θαρρώ ότι δύο είναι τα πρωταρχικά στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε επιτυχημένη εφαρμογή ένα τέτοιο πείραμα.

Δύο στοιχεία ορίζουν την πορεία προς τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας:

α. Η θεσμική άμεση δημοκρατική ίση συμμετοχή απάντων των συνεταιριστών συντελεστών στο γίγνεσθαι της επιχείρησης, ώστε να νοιώθουν την επιχείρηση και την πορεία της κομμάτι προσωπικής υπόθεσης και υπευθυνότητας (πολλά μπορεί να γράψει κανείς για τα αγαθά της δημοκρατίας) και

β. Η ενεργός θεσμική συμμετοχή της κοινωνίας μέσα από δημοκρατικούς επίσης θεσμούς στο γίγνεσθαι μιας συνεταιριστικής προσπάθειας, που αντικατοπτρίζει το έμπρακτο ενδιαφέρον της κοινωνίας για το τοπικό ή ευρύτερο παραγωγικό γίγνεσθαι και έχει την δυνατότητα να βελτιώσει, να προτείνει αλλά και να διορθώσει αντικειμενικά σφάλματα σε όλο το πλαίσιο της διαδικασίας.

Το ίδιο πλαίσιο λειτουργίας, ιδίως ως προς την θεσμική δημοκρατική συμμετοχή της κοινωνίας πρέπει και μπορεί να υιοθετηθεί και σε τυχόν επιχειρήσεις που λόγω της ευρύτερης σημασίας τους θα πρέπει να παραμείνουν στην κεντρικά κρατική ιδιοκτησία.

Εχω ήδη προτείνει στο παρελθόν συγκεκριμένα στάδια και διαδικασίες που άμεσα σχεδόν θα κτίσουν και θα συμβάλλουν αποφασιστικά στην επιτυχημένη πορεία της διαδικασίας αυτής που είναι αναγκαία για την κοινωνική και παραγωγική πρόοδο της χώρας μας, για ένα ουσιαστικό σοσιαλισμό που δημιουργεί νέες κοινωνικές οικονομίες, είθε και σε όλο τον πλανήτη. Πιστεύω σε αυτά που πρότεινα και χτίσαμε πολλοί μαζί, πιστεύω πως έχουν ισχυρότατη δυναμική.

Το στάδιο – πρόταση αυτή είναι θαρρό αναγκαίο και αυτονόητο για το ΠΑΣΟΚ και την χώρα μας, ώστε να υφίσταται ολοκληρωμένη πειστική και οραματική πρόταση προς την κοινωνία μας.

Το ΠΑΣΟΚ οφείλει να παραγάγει πολιτική ουσίας διότι είναι σαφές ότι εάν τα επενδυτικά προγράμματα καταλήξουν στα χέρια συγκεκριμένων, ολίγων, ήδη γνωστών ή αγνώστων προσώπων όχι αναδιανομή δεν θα έχουμε, αλλά επαναδιανομή στους αυτούς και περαιτέρω κοινωνική οπισθοδρόμηση.
Βέβαια το σημερινό κράτος και το ΠΑΣΟΚ δεν έχει στην φαρέτρα του, τα πολλά όπλα του παρελθόντος, οι ιδιωτικοποιήσεις καθιστούν το έργο δυσκολότερο, αλλά η κοινωνία των καταφρονεμένων και εξαθλιωμένων ανθρώπων έχει την αναγκαιότητα να στηρίξει τέτοιες λύσεις που θα την αξιώσουν συλλογικά.

 

 

 

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.