Διάλογος για την Κοινωνία

Οκτώβριος 21, 2009

ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗ: ΑΙΣΧΡΟΚΕΡΔΕΙΑ & ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ

ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗ: ΑΙΣΧΡΟΚΕΡΔΕΙΑ & ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ

 

Α.      ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Πέρυσι τον Σεπτέμβριο στην Δ.Ε.Θ. ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εντυπώσεις κάνοντας λόγο για αναδιανομή του παραγόμενου προϊόντος της χώρας (ως εισοδήματος). Πέραν του γεγονότος ότι η αναδιανομή αυτή είναι αναγκαία για το άπλωμα της κοινωνικής δυνατότητας πρόσβασης και χρήσης βιοτικών αγαθών και όσα θετικά αυτή συνεπάγεται για τους συμπολίτες και συγκοινωνούς μας, αλλά και για το σύνολο της κοινωνίας μας (και αφήνοντας κατά μέρος την κριτική μου που ξεκινά από την βούλησή μου ενδυνάμωση της προσπάθειας ενός ευρύτερου κοινωνικού μετασχηματισμού με σοσιαλιστική βάση) οι θέσεις του προέδρου του ΠΑΣΟΚ ήταν ιδιαίτερα θετικές, ουσιαστικά αναγκαίες και εν κατακλείδι κοινωνικά δίκαιες με δεδομένη την βίαιη και τεράστια μετακίνηση πόρων και αφαίμαξη της πλειοψηφίας της κοινωνίας υπέρ των οικονομικά ισχυρότερων.

Αλλωστε και στην πραγματικότητα το παραγόμενο μίας κοινωνίας οργανωμένης σε κράτος είναι πάντοτε συγκεκριμένο και ορισμένο. Εννοιες όπως αυτή του «κέρδους» σημαίνουν την μετακίνηση μέρους αυτού του παραγόμενου (ως οικονομικό αποτέλεσμα) από κάποιους σε κάποιον άλλο. Ετσι και ως παράδειγμα, τα κέρδη των τραπεζιτών  δεν έρχονται «ουρανόθεν», αλλά από το παραγόμενο των κατοίκων αυτού του τόπου, στους οποίους βεβαίως προκαλούν αντίστοιχη ζημία (η έννοια κέρδος έχει μαθηματικό πρόσημο και δεν είναι ουδέτερη). Συνεπώς το να δίδεται μέσα σε ένα σύνολο, όπως αυτό της ελληνικής οικονομίας – κοινωνίας, η δυνατότητα σε κάποιους να πραγματοποιούν κέρδη σημαίνει ότι αντίστοιχα σε κάποιους επιβάλλονται ζημίες. Αντίστοιχα, η ανεξέλεγκτη αισχροκερδής δράση των τραπεζιτών και σειράς άλλων «επιχειρηματιών» δημιούργησε ζημίες και ελλείμματα σε άλλους τομείς της οικονομίας (όπως τούτο κατάδηλα αποδεικνύεται από τους ατομικούς οικονομικούς δείκτες και τους δείκτες υποσυνόλων της οικονομίας).

 

Β.      Η ΑΙΣΡΟΚΕΡΔΕΙΑ   

Αφήνοντας νομοθετικά ελεύθερη και ασύδοτη την αισχροκέρδεια των ισχυρών, αλλά και απάντων των μετεχόντων στην αγορά (για να μην εισέλθω στην θεώρηση της νομοθετικής και άλλης ενίσχυσης ή ακόμα και επιβολής της) δημιουργούμε όχι μόνο πανίσχυρα πρόσωπα, αλλά και πανίσχυρα οικονομικά υποσύνολα, τα οποία πιέζουν τα υπόλοιπα και καταργούν κάθε έννοια οικονομικής και πολιτικής ισορροπίας (με τα αντίστοιχα αυτονόητα αποτελέσματα που βιώνουμε σε κάθε επίπεδο και έκφανση της κοινωνίας και της λειτουργίας της)[1].  Σε καθαρά ατομικό επίπεδο και όταν πρόκειται για την εξυπηρέτηση άμεσων βιοτικών αναγκών του ανθρώπου, η άφεση στην αισχροκέρδεια του μηχανισμού προμήθειας αυτών (της «αγοράς» δηλ.) δημιουργεί τεράστια και αδικαιολόγητα ελλείμματα και ζημίες στους ανθρώπους και στις κοινωνίες. Τα ελλείμματα αυτά δεν μεταφράζονται μόνο σε συνέπειες στο οικονομικό επίπεδο και πεδίο, αλλά στην ουσία επηρεάζουν το «ποιόν» των ανθρώπων και των κοινωνιών[2].

Πέρα λοιπόν από την εγκαθίδρυση και εφαρμογή ενός άλλου συστήματος οργάνωσης της κοινωνίας βασισμένου στις ανάγκες του ανθρώπου, θα πρέπει στο ζοφερό παρόν να καταπολεμηθεί η αισχροκέρδεια και τα μη στηριζόμενα σε τίποτα το πραγματικά ουσιώδες υπερκέρδη κάποιων, ώστε να καταπολεμηθούν οι ανισότητες και οι συνολικές ανισορροπίες και ελλείμματα που αυτή προκαλεί (όλα άγουν στην κοινωνική διάλυση και την πλήρη αποδημοκρατικοποίηση των κοινωνιών). Η καταπολέμηση της αισχροκέρδειας σημαίνει, σηματοδοτεί, προκαλεί μία πρώτη αναγκαία αναδιανομή των εισοδημάτων. Το μόνο ασφαλές και βέβαιο όπλο των κοινωνιών για τον σκοπό αυτό είναι η επιβολή νομοθετικών ρυθμίσεων. Είτε ατομικά, είτε ως νομικός, είτε μέσα από τις τάξεις του ΙΝ.ΚΑ. επί σειρά ετών γράφω, λέω και πιέζω για τη νομική συγκεκριμενοποίηση της έννοιας της αισχροκέρδειας (η έννοια παραμένει νομοθετικά αόριστη) και την επιβολή περαιτέρω απαγορεύσεων και ποινών για αυτή. Το 1ο μεγάλο κέρδος από την προσπάθεια αυτή (που ήταν και προσπάθεια πολλών συμμετόχων στην θέση αυτή) ήλθε στα τέλη του περασμένου έτους, όταν κατόπιν μηνύσεως του ΙΝ.ΚΑ. (Ν. ΙΝ.ΚΑ.) προκλήθηκε γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στην οποία ορίστηκε ότι δικαιοπραξίες με ποσοστό κέρδους άνω του 50% είναι αισχροκερδείς (το ποσοστό αυτό είχαμε ορίσει ως στόχο λόγω της σχετικής νομολογίας του Γερμανικού Ακυρωτικού Δικαστηρίου). Στο πλαίσιο λοιπόν της αναδιανομής των εισοδημάτων και της προστασίας τους, είναι αναγκαία η ως άνω δράση και θέσπιση κανόνων που θα ορίζουν και θα παρεμποδίζουν την αισχροκέρδεια και ήδη έχει γίνει το πρώτο σημαντικό και ουσιαστικό βήμα.

Είναι σαφές ότι ο συγκεκριμένο ορισμός της έννοιας της αισχροκέρδειας με τον καθορισμό ανωτάτου επιτρεπτού ποσοστού κέρδους δεν προσκρούει σε καμία διάταξη με την οποία θεσπίζεται η (φιλελεύθερη και καταστροφική) έννοια της «ελευθερίας της αγοράς» και κυρίως δεν αποτελεί μέτρο διατίμησης, καθώς δεν ορίζει συγκεκριμένη ανώτατη τιμή. Αντίθετα και βασιζόμενός στην ευρύτατη έννοια της απαγόρευσης της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (με βάση και θεμέλιο την οποία συγκροτήθηκαν όλα τα σύγχρονα δυτικά κράτη) ο ορισμός και η απαγόρευση της αισχροκέρδειας αποτελούν μέτρα, όχι μόνο αναγκαία για την συνοχή της κοινωνίας, αλλά και μη δυνάμενα να πολεμηθούν με νομικά ή πολιτικά μέσα. Θα μπορούσε δε να πειστεί ακόμα και ο τελευταίος οπαδός του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού ότι ακόμα και με τα δικά του καταστροφικά για τους ανθρώπους, τις κοινωνίες τους και τον πλανήτη, θέσφατα, ο σαφής ορισμός της αισχροκέρδειας ευνοεί και προάγει τον υγιή ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων (αλλως πως μια υγιής κατά τον σκοπό της επιχείρηση να ανταγωνιστεί αυτόν που αισχροκερδεί … 😉 .          

          Στο πλαίσιο αυτό έχει εκπονηθεί και είναι έτοιμο ένα ολοκληρωμένο σχέδιο, που προστατεύει και τον παραγωγό, αλλά και ολόκληρη την κοινωνία από το φαινόμενο της αισχροκέρδειας. Ως ολοκλήρωμα, το σχέδιο πάταξης της αισχροκέρδειας είναι έτοιμο και περιμένει εφαρμογή, έστω και πειραματική.

         

Γ.      Η ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ   

Η πάταξη της αισχροκέρδειας είναι συνεπώς η μία βασική παράμετρος της αναδιανομής των εισοδημάτων . Η άλλη βασική παράμετρος είναι η φορολόγηση και οι δυνατότητες που παρέχει αυτή σε μία οργανωμένη σε κράτος κοινωνία.

          Η κυβέρνηση της Ν.Δ. στην Ελλάδα και αντίστοιχες κυβερνήσεις ανά τον κόσμο, είτε με βάση τα ιδεολογήματα του νεοφιλελευθερισμού, είτε με σχέσεις υποτέλειας και υπαλληλίας, είτε εκβιαζόμενες, είτε για χίλιους δυο άλλους ποταπούς λόγους, μεταχειρίστηκαν την φορολογία προκειμένου να αναδιανείμουν το παραγόμενο των κρατών τους υπέρ των ισχυρών. Η μείωση των φορολογικών συντελεστών στα υπερκέρδη, (η «αφορολόγητη αισχροκέρδεια», όπως την ονόμασα)  η κατάργηση φόρων που αφορούν τις μεγάλες περιουσίες, η συνέχιση ή θέσπιση νέων αφορολόγητων εισοδημάτων και δράσεων και αντίστοιχα η άγρια, άνιση (ακόμα και «ίση)  φορολόγηση των πιο αδύναμων επέφερε μία επιπλέον ανισοτική διάσταση εις βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας και δημιούργησε για τους ισχυρούς περαιτέρω δυνατότητες επιβολής επί της κοινωνίας και των ανθρώπων που την συναπαρτίζουν (ακόμα και με την πολλαπλή εκμετάλλευση των υπερκερδών τους έναντι των ανήμπορων ζημιούμενων). Η πορεία λοιπόν της επαναφοράς δια της αναδιανομής είναι αναγκαία, διότι άλλως θίγονται ουσιώδη δικαιώματα των ανθρώπων, η ίδια η συνοχή του κοινωνικού ιστού, ακόμα και η νομική και πολιτική έννοια της ισότητας των ανθρώπων.

          Η θέσπιση φορολογίας με ίσο συντελεστή για όλους, είναι ευνόητο και προκύπτει μέσα από κάθε μαθηματική πράξη, ότι απλώς έρχεται να φέρει έσοδα, χωρίς όμως να θίγει στο ελάχιστο το Status Quo στο οποίο χρονικά επιβάλλεται. Οι ίσοι συντελεστές φορολόγησης αποτελούν μία πράξη συντήρησης των δεδομένων και όχι αναδιανομής και μετατροπής τους. Εάν το αποτέλεσμα μιας φορολόγησης είναι το σύνολο μιας πρόσθεσης και η εφαρμογή της είναι το αποτέλεσμα μιας διαίρεσης (πχ. 1.000 : 1%) η εσωτερική σχέση των συντελεστών – αριθμών ουδόλως μετατρέπεται εάν εφαρμόσουμε για όλους τον αυτό διαιρέτη. Ετσι € 1.000.000 (ο πλούσιος) προς € 1.000 (ο φτωχός) = 1.000/1 . Μετά την φορολογία με 10 % (π.χ.) απομένει ο μεν πλούσιος με € 900.000, ο δε φτωχός με € 900, διατηρούμενης της σχέσης 1.000/1. Είναι σαφές ότι πρόκειται για συντήρηση και άκρως συντηρητική πολιτική και όχι για αναδιανομή.

          Θα πουν κάποιοι μικρόνοοι ότι το κράτος μπορεί να αξιοποιήσει τα 100.000 Ευρώ που παίρνει από τον πλούσιο υπέρ του φτωχού. Τούτο είναι παντελώς αβάσιμο στις ημέρες μας και υπό το υπάρχον πολιτικό και νομικό πλαίσιο. Ο πλούσιος, επικαλούμενος την αρχή της ισότητας (ακόμα και ερμηνεύοντας κατά το δοκούν την αρχή της αναλογίας) θα έλθει να διεκδικήσει και να λάβει το αντίστοιχο μερίδιο. Εάν δε πρόκειται για διάθεση χρημάτων για κάποια ανοικτή στους ιδιώτες επενδυτική προσπάθεια, θα έλθει ο ίδιος να καρπωθεί και να κερδοσκοπήσει από το αποτέλεσμα της επενδυτικής  δράσης. Ετσι ανακυκλώνεται το χρήμα, διατηρούνται τα ολιγαρχικά δεδομένα και συντηρείται το κοινωνικό κατεστημένο ανισότητας. Στοχαστείτε εάν μπορεί ο οιοσδήποτε «φτωχός» να «ανταγωνιστεί» (και δη με νόμιμα μέσα) σε κάθε ατομικό ή κοινωνικό επίπεδο τον πλούσιο του παραδείγματος. Στην πραγματικότητα δεν έχει παρά να ελάχιστες συγκριτικά δυνατότητες σε κάθε ατομικό και κοινωνικό πεδίο και επίπεδο. Αυτή είναι με σαφήνεια η έννοια της «συντήρησης» σε κάθε κοινωνικό επίπεδο και η εξάρτηση της χώρας από ολιγαρχίες που εδραιώνουν ολοένα την θέση τους και δημιουργούν καθεστώτα ανισότητας.

          Παράλληλα, είναι ευνόητο και κάτι άλλο, ότι ο φτωχός με τα 900 Ευρώ δεν μπορεί να καλύψει τις βιοτικές του ανάγκες και καθίσταται ανασφαλές, ανολοκλήρωτο, άνισο και πρόθυμο για εκμετάλλευση έρμαιο. Με πολίτες σε τέτοια δεινή θέση δεν χτίζονται κοινωνίες δημοκρατίες και πραγματικής ανθρώπινης προόδου, αλλά ολοκληρωτικά καθεστώτα.

Αντίθετα, ο πλούσιος με τις 900.000 Ευρώ όχι μόνο υπερκαλύπτει τις βιοτικές του ανάγκες, αλλά δημιουργεί και αποκτά ιδιαίτερα και εξαιρετικά χαρακτηριστικά που οδηγούν στην πλήρη κοινωνική ανισότητα και στις διακρίσεις (δείτε π.χ. τους δείκτες απόστασης μεταξύ πλουσίων και φτωχών).

          Το θέμα και τα αποτελέσματα, καθώς και οι άμεσες πρακτικές λύσεις έχουν ήδη αναλυθεί ευρύτερα και δεν θέλω να ξεστρατεύω από το συγκεκριμένο θέμα. Μία λύση αναδιανομής σε φορολογικό επίπεδο, η οποία θα ανατρέπει τα κοινωνικά δεδομένα και θα άγει προς την ισότητα, επιβάλλει την διαμόρφωση φορολογικών συντελεστών, ούτως ώστε να μην καταβάλλει φόρο όποιος λαμβάνει αμοιβές ή εν γένει έσοδα ίσα με τις βιοτικές του ανάγκες (το ποσό δύναται να οριστεί) και να φορολογούνται με αυξανόμενους συντελεστές τα πέραν των βιοτικών αναγκών εισοδήματα, ώστε ένα σημαντικό κομμάτι από το κέρδος που εξάγουν οι οικονομικά ισχυροί από την ίδια την κοινωνία στην οποία βιώνουν και την οποία εκμεταλλεύονται, να επιστρέφει σε αυτή για να εξισορροπούνται κάπως οι ανισότητες.

          Παράλληλα, μηχανισμοί τους οποίους έχω εξηγήσει και προτείνει, θα διασφαλίζουν την διάθεση της φορολογίας και θα φέρνουν το ολοένα και μεγαλύτερο πλάτεμα της οικονομικής βάσης. Π.χ. το πλάτεμα των συντελεστών της οικονομίας, η ενεργός κοινωνική συμμετοχή, το πλάτεμα της γνώσης καθιστούν μια κοινωνία ισχυρή απέναντι στον ωμό εκβιασμό του Χ οικονομικού παράγοντα ότι θα μεταφέρει τις επιχειρήσεις του σε άλλη χώρα ή θα τις κλείσει. Μια τέτοια κοινωνία θα είναι αρκετά ισχυρή και ικανή να τον αντικαταστήσει άμεσα με δράσεις βασισμένες στην γνώση και στην κοινωνική συμμετοχή και συναπόφαση.

          Βεβαίως, το μοντέλο αυτό, ακόμα και εάν είναι προτιμότερο από το μοντέλο της ίσης φορολογίας – συντήρησης, μπορεί κάλλιστα να άγει σε ένα φαύλο κύκλο, σε νέες συντηρήσεις, αφού δεν θίγει το μοντέλο πυραμίδας στην οργάνωση της κοινωνίας, δεν καταργεί τις ανισότητες, την ανισωτική οργάνωση των μηχανισμών της κοινωνίας, αλλά απλά μειώνει τις αποστάσεις, χωρίς να είναι βέβαιη η εις επ’ άπειρον διατηρησιμότητά του και η πρόοδος της μείωσης των αποστάσεων, ώστε να αχθούμε τελικά σε ισότητα.

          Μέσα από συνδυασμένες δράσεις, μέσα από το πλάτεμα σειράς διαδικασιών (έχω προτείνει νομίζω αρκετές), μέσα από τον σοσιαλισμό που αυτές περικλείουν (ακόμα και εάν φοβούμαστε να εκστομίσουμε την λέξη για να μην στοχοποιηθούμε από τις ολιγαρχίες) μπορούμε να αχθούμε στο μέλλον σε άλλες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, που θα εννοήσουν ευκολότερα την σημασία των βιοτικών αναγκών και την ανάγκη απελευθέρωσης των ανθρώπων από τα άγχη της. Εκεί επάνω μπορούμε να δημιουργήσουμε πραγματική γνώση και επίγνωση (επιστήμη) και να χτίσουμε μια νέα ανθρωπότητα.

          Οπωσδήποτε, εν προκειμένω, είναι αναγκαία η αναδιανομή του παραγόμενου προϊόντος – πλούτου και η προστασία της, ως προστασία ακόμα και της κάλυψης των ανθρώπινων βιοτικών αναγκών και αυτή στο πεδίο που εξετάστηκε δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με τις ανωτέρω παραμέτρους και φορολογικά μόνο με την κλιμακωτή και όχι ίση φορολόγηση των εν γένει εισοδημάτων (π.χ. των συνολικών ετήσιων κερδών από τις μεταβιβάσεις μετοχών).

         

          Τέλος, ποτέ να μην ξεχνάμε στις σκέψεις και στους στοχασμούς μας, ότι το χρήμα είναι τεχνητό μέσο και μέτρο που έχει αξία όσο αναφέρεται σε πραγματικά αγαθά και ανάγκες. Εάν έχεις 1.000.000 Ευρώ σε ένα έρημο νησί σου είναι πραγματικά άχρηστα (σκεφτείτε τον έρημο πλανήτη) ή εάν η τιμή ενός κιλού του ψωμιού (η τιμή διαφέρει από την πραγματική ανθρώπινη αξία) οριστεί στο 1.100.000 Ευρώ, τότε λιμοκτονείς και πεθαίνεις από την πείνα. Δεν πρέπει λοιπόν να παρασυρόμαστε στο παιχνίδι των αριθμητικών αξιών που ετεροκαθορίζονται, αλλά πρώτα από όλα να αναφερόμαστε και να μεριμνούμε για την αξία του ανθρώπου και την πραγματική αξία που έχουν τα αγαθά για αυτόν ως ανάγκη ανάλωσης. Ετσι ξεφεύγουμε και από την λογική και από την επικίνδυνη ουσία των επιδιώξεων όσων κατέχουν και εμπορεύονται το χρήμα. Τα υπόλοιπα, αν και τα έχω ήδη γράψει, τα αφήνω κενά για να προκαλέσω την αυτόνομη σκέψη.

          Προς το παρόν, ας δούμε την ανάγκη αναδιανομής και την άμεση κοινωνική αξία της.              

         

 


[1] Είναι βεβαίως ευνόητο και σαφές ότι ο καπιταλισμός ως σύστημα ανισοτήτων και ανισορροπιών ευνοεί και ουσιαστικά στηρίζεται και προκαλεί τις ανισότητες αυτές, ώστε να τις εκμεταλλευτεί, ακόμα και να εκμεταλλευτεί τις διορθώσεις τους.  

[2] Αυτό σας αφήνω να το αναλογιστείτε μόνοι σας.

Advertisements

Νοέμβριος 25, 2008

Η ΛΗΣΤΕΙΑ ΤΗΣ ΑΙΣΧΡΟΚΕΡΔΕΙΑΣ & Η ΤΑΞΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ

Είναι γνωστό ότι στις περισσότερες σύγχρονες κοινωνίες η αφαίρεση πράγματος που ανήκει σε άλλο είναι παράνομη αστικά και ποινικά.
Ποινικά χαρακτηρίζεται ως κλοπή ή υπεξαίρεση και εάν κατά την αφαίρεση υπάρχει άσκηση βίας ή απειλή βίας χαρακτηρίζεται ως ληστεία.
Τον αυτό νομικο χαρακτηρισμό έχει ή πράξη ακόμα και εάν ο δράστης ενεργεί προκειμένου να καλύψει άμεσες βιοτικές ανάγκες του ιδίου ή της οικογένειάς του.
Αναλύοντας τις ανωτέρω πράξεις διαπιστώνουμε ότι παράνομη χαρακτηρίζεται η περιουσιακή μετακίνηση από το θύμα στον δράστη.

Η περιουσιακή μετακίνηση δεν είναι παράνομη όταν υφίσταται πώληση. Η πώληση βασίζεται στην ανταλλαγή πραγμάτων, ήτοι περιουσιακών στοιχείων μεταξύ πωλητή και αγοραστή.

Τι γίνεται όμως και ποιά είναι η πρόβλεψη του νόμου όταν η βία της ανάγκης (σωματικής ή και ψυχολογικής) καθιστά το αντάλλαγμα δυσανάλογο σε σχέση με την πραγματική αξία του πωλούμενου προϊόντος;
Στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται στην πραγματικότητα παράγοντας βίας (ήτοι «ληστεία» – όπως σωστά το αποκαλεί εδώ και χρόνια ο ελληνικός λαός) και κοινωνικά αθέμιτης μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων από τον αγοραστή και υπέρ του πωλητή;
Είναι σαφές ότι το κράτος του σήμερα απέχει από την ρύθμιση της σχέσης αυτής, που προσομοιάζει άμεσα με τα ανωτέρω αδικήματα και εν γένει παράνομες πράξεις.
Είναι σαφές ότι την αντικοινωνική αυτή συμπεριφορά την αντιμετωπίζει το κράτος ως ελευθερία της αγοράς και του δικαιοπρακτείν. Η ταξικότητα και η εύνοια προς τον πωλητή είναι σαφής και εύγλωττα χαρακτηρίζεται ως επιλογή ταξικής αντικοινωνικής προτίμησης.
Σε ένα σύγχρονο πραγματικό κράτος, που αντλεί την ουσία του από την συγκρότηση και θέση αυτής της κοινωνίας, η «ληστεία» αυτή χρήζει ρύθμισης, ώστε να αποφευχθεί και παταχθεί το αντικοινωνικό σχαστικό φαινόμενο, κατά τρόπο ανάλογο με τα ευθέως ανάλογα φαινόμενα παραβατικής συμπεριφόρας που προπεριγράφηκαν.

 

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.