Διάλογος για την Κοινωνία

Νοέμβριος 25, 2008

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ: ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Θα μιλήσω με τον δικό μου τρόπο για «τo δικό μου Πανεπιστήμιο»… .

Θα ξεκινήσω από το φαύλο σημερινό σύστημα και δεν θα ρίξω την ευθύνη φυσικά στους φοιτητές, όπως κάνουν κάποιοι εξουσιολάγνοι και παπαγαλίζοντες αντιδραστικές θεωρίες. Καλά κάνουν οι φοιτητές και δεν θέλουν ένα τέτοιο πανεπιστήμιο  .

Το σύστημα δεν αυτογεννάται, δεν αυτοδημιουργείται από παρθενογέννεση, το σύστημα εκφράζει σήμερα την ίδια φαυλότητα της κοινωνικής διάστασης της εξουσίας (και δεν εννοώ μόνο της πολιτικής).

Τα πανεπιστήμια λειτουργούν υπό ένα συγκεκριμένο νομικό καθεστώς. Αυτό το καθεστώς θα πρέπει να εξεταστεί πρωτίστως. Επισημαίνω ότι το υπάρχον νομικό καθεστώς εξασφαλίζει στα Πανεπιστήμια αυτονομία από τον κοινωνικό έλεγχο. Στην πραγματικότητα τα πανεπιστήμια βρίσκονταν πάντα εκτός αμέσου κοινωνικού ελέγχου (η εμμεσότητα της κυβερνητικής παρέμβασης είχε πάντα οργανωτικό χαρακτήρα).

Στο «δικό μου πανεπιστήμιο» δεν διοικεί το διδακτικό προσωπικό, τουλάχιστον δεν διοικεί με την ένταση που παρατηρείται σήμερα. Το διδακτικό προσωπικό έχει ως σκοπό της ύπαρξης και παρουσίας του, την διδασκαλία. Εχει μια ιδιόρρυθμη σχέση μισθωτού και δεν μπορεί ταυτόχρονα να διοικεί, να αποφασίζει αυτό (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η γνώμη του δεν έχει βαρύνουσα εξ αντικειμένου θέση). Στο «δικό μου πανεπιστήμιο» η διοίκηση ανήκει στην κοινωνία που αποφασίζει δημοκρατικά σε δύο επίπεδα. Στο επίπεδο άμεσης καθολικής εκλογής μιας δημοκρατικής αρχής διοίκησης και στο επίπεδο άμεσης δημοκρατικής εντολής.

Να μπορούν π.χ. οι αγρότες να ζητήσουν την δημιουργία μιας σχολής γεωπονίας με συγκεκριμένο προσανατολισμό ή μιας σχολής επιμόρφωσης αγροτών και αυτό να καθίσταται αντικείμενο καθολικής ψηφοφορίας και απόφασης. Αυτό σημαίνει δημοκρατικό κοινωνικό πανεπιστήμιο.

Η φαυλότητα της σημερινής κατάστασης έφτασε μέχρι του σημείου να ιδρύει σειράς σχολών και πανεπιστημίων για να τονώσει τοπικές οικονομίες με τα έξοδα διαβίωσης των φοιτητών, χωρίς υποδομές, χωρίς καν εκπαιδευτικό προσανατολισμό. Φτιάχτηκαν δεκάδες σχολές χωρίς ουσιαστικό κοινωνικό προσανατολισμό με τυφλά και μικρόπνοα οικονομίστικα κριτήρια. Διογκώθηκε έτσι ουσιαστικά το κοινωνικό πρόβλημα και ο ανταγωνισμός στην αγορά εργασίας, με αποτέλεσμα την γενιά των 700 Ευρώ και την ενασχόληση των πτυχιούχων με άλλα πράγματα από αυτά που σπούδασαν. Μόνο το κεφάλαιο είναι ευνοημένο από αυτή την φαυλότητα, όλοι οι άλλοι χάσαμε και κυρίως οι νέες γενιές που ζούν στην αποθήκη της απαξίωσης, στην αποθήκη της φτηνής για κάποιους εργασίας.

 

Χρειάζεται θαρρώ η δημιουργία σχολών επιστημονικά εξειδικευμένων. Δεν μπορούμε πλέον να έχουμε σχολές που βγάζουν απλά «φυσικούς», «χημικούς» ή «μαθηματικούς» όταν οι ειδικές εφαρμογές των επιστημών αυτών είναι τεράστιες. Χρειάζεται να δούμε τα πράγματα και την παιδεία όχι ως αποθήκη προσδοκιών και ανθρώπων, αλλά ως πεδίο περαιτέρω επαφής με την γνώση.

Το δικό μου πανεπιστήμιο δεν λειτουργεί ως εξεταστικό κέντρο, κυρίως επειδή αυτό βολεύει ποικιλοτρόπως το καθηγητικό προσωπικό, που δεν εντείνει τις προσπάθειές του στην διδασκαλία, αλλά αρκείται στην εξουσία της εξέτασης. Το δικό μου πανεπιστήμιο είναι πανεπιστήμιο γνώσης και όχι εξουσιαστικής θολούρας, που επιτρέπει την αυθαιρεσία και την νόσφιση εργασίας άλλων – κυρίως φοιτητών.

Το δικό μου πανεπιστήμιο δεν λειτουργεί ως προθάλαμος της αγοράς εργασίας, έχει σκοπό την γνώση και η κατοχή της είναι ευνόητο ότι μπορεί να οδηγήσει σε άλλα επίπεδα, χωρίς να υπάρχει αυτός ο προσανατολισμός.

Το δικό μου πανεπιστήμιο είναι πανεπιστήμιο έρευνας, προόδου και κοινωνικής προσφοράς. Φοιτητές και διδάσκοντες αποφασίζουν για την προώθηση προτάσεων έρευνας και φτιάχνουν το πλάνο συμμετοχής και εργασίας.

Στο δικό μου πανεπιστήμιο (όπως έχω ήδη προτείνει) ο φοιτητής αποκτά άμεση εμπειρία μέσω της αντικατάστασης των εξετάσεων από μελέτες και έρευνες κοινωνικής διάστασης και προσφοράς. Η γνώση που παράγεται ανήκει στην ίδια την κοινωνία και όχι μόνο σε καθηγητές ή μόνο σε επιχειρήσεις.

Στο δικό μου πανεπιστήμιο, ο φοιτητής παύει να είναι ένας καταπιεσμένος από παντού κακομοίρης, που φτάνει να μισεί αυτό που είναι και αυτό που κάνει. Συμμετέχει ενεργά και ισότιμα σε όλες τις διαδικασίες και δημοκρατικά μετέχει στον έλεγχο της λειτουργίας του πανεπιστημίου υπό οιανδήποτε έκφανση.

Στο δικό μου πανεπιστήμιο, οι πόρτες είναι ανοικτές στην κοινωνία και όποιος πολίτης θέλει μπορεί να παρακολουθήσει μαθήματα (χωρίς να δικαιούται βέβαια τίτλου σπουδών).

Στο δικό μου πανεπιστήμιο, η αξιολόγηση της εργασίας των διδασκόντων είναι αναγκαία και ανήκει στην κοινωνία και στους μετέχοντες στο εκπαιδευτικό γίγνεσθαι. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν άφαντοι καθηγητές ή εξουσιαστές – βασανιστές ανάμεσα στην εκπαιδευτική κοινότητα.

Στο δικό μου πανεπιστήμιο δεν υπάρχει ένα και μοναδικό σύγγραμμα (που αποφέρει εκατοντάδες εκατομμύρια στους διδάσκοντες και στους εκδότες). Υπάρχει πλήρης ελευθερία πρόσβασης στη γνώση και επιλογής του καλύτερου.       

Στο δικό μου πανεπιστήμιο η μεταπτυχιακή εξειδίκευση δεν είναι θέμα για λίγους αλλά για όλους. Τα δίδακτρα παράλληλα καταργούνται.

Αυτά τα λίγα, κοντά σε όσα έχω ήδη γράψει, σκιαγραφούν το «δικό μου πανεπιστήμιο».

Advertisements

Δεκέμβριος 3, 2007

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ, ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗ: ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΘΕΛΚΤΙΚΗ, ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ, ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗ: ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΘΕΛΚΤΙΚΗ, ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ 

Για τις ανάγκες του παρόντος κειμένου θα αποκαλέσουμε «παιδεία»[1] , το τμήμα  της που αποτελεί αντικείμενο του εκπαιδευτικού συστήματος και σε αυτό αναφέρεται από την άποψη της παροχής ειδικών επιλεγμένων γνώσεων. Η γνώση ως ευρύτερη έννοια περιλαμβάνει το σύνολο της πληροφορίας που τίθεται υπόψη του ανθρώπου ώστε να κατανοήσει και γνωρίσει το σύνολο των υλικών και άϋλων στοιχείων που βρίσκονται παντού γύρω του.

Η «παιδεία» στην Ελλάδα παρέχεται κατά βάση μέσα από ένα οργανωμένο σύστημα, που λειτουργεί υπό την κρατική μέριμνα ή εποπτεία. Νομίζω πως θα ήταν ανεδαφικό σήμερα να θέσουμε, ως θέμα προς διερεύνηση, το, εάν θα ήταν προτιμότερη η ατομική και όχι ομαδική παιδεία, δηλ. η μόρφωση του καθενός με τον τρόπο και το περιεχόμενο που αυτός θέλει και εάν θέλει.

Η «παιδεία» αποτελεί κοινωνικό αγαθό υψίστης και ουσιώδους σημασίας και το μέγιστο πνευματικό αγαθό που μπορεί και οφείλει να παρέχει ένα κράτος στους πολίτες του. Είναι παράλληλα, η παιδεία, μια προετοιμασία του μέλλοντος μιας χώρας, καθώς κατά βάση αναφέρεται στη νέα γενιά.

Πολλά, πάμπολλα θα μπορούσε να γράψει κανείς για την παιδεία και όσα μπορεί να προσφέρει, αλλά θέμα μου είναι οι παθογένειες που αυτή εμφανίζει. Είναι γνωστό σε όλους ότι η εκπαιδευτική διαδικασία δεν είναι μια διαδικασία εύκολη για τον μαθητή, απαιτεί προσήλωση και ιδιαίτερο κόπο. Συνδεόμενη με το σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια βαθμίδα της (Α.Ε.Ι. , Α.Τ.Ε.Ι.) και με την προσδοκία για επαγγελματική και κοινωνική ανέλιξη, γίνεται υπόθεση ιδιαίτερα αγχώδης για τους μαθητές και τις οικογένειές τους.

Σε μια κοινωνία όπως αυτή που περιέγραψα στο «όραμα του δημοκρατικού σοσιαλισμού» ο προβληματισμός θα ήταν εντελώς διαφορετικός, εάν τελικά υπήρχε … .

Η πραγματικότητα της παιδείας στην χώρα μας, σήμερα, είναι ιδιαίτερα προβληματική, ζοφερή θα έλεγα και για αυτή, αν και δεν είμαι εκπαιδευτικός, θα ήθελα να καταθέσω κάποιες απόψεις μου.  

1.         Ένα ζήτημα που χρόνια με απασχολεί και απασχολεί και το σύνολο των εμπλεκομένων προσώπων είναι το γεγονός ότι το σχολείο όχι μόνο δεν είναι θελκτικό για τους μαθητές, αλλά είναι και εντελώς απωθητικό, εντελώς αρνητικό για αυτούς. Είναι σαφές και δεν πρέπει να υπάρχουν βάσιμες αντιρρήσεις ότι το εκπαιδευτικό σύστημα λειτουργεί για την συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών (αλλά και φοιτητών – σπουδαστών) ως καταναγκαστικό καταπιεστικό έργο. Είναι επίσης ευνόητο ότι η αντιμετώπιση αυτή του σχολείου – εκπαιδευτικού συστήματος δημιουργεί σαφές πρόβλημα στην μάθηση, στην λήψη της γνώσης, καθώς το σχολείο αποτελεί πλήρως αρνητικό δεδομένο και ενασχόληση για τους μαθητές.  

2.           Στο σημείο αυτό θα πρέπει να κατανοηθεί ότι υφίσταται μια χαώδης λογική αντίφαση: από την μία πλευρά υπάρχει η παροχή γνώσεων, την οποία θα έπρεπε οι μαθητές να αντιμετωπίζουν θετικά , από την άλλη υπάρχει αυτό που ήδη αναφέρθηκε, η αρνητική καταπιεστική εικόνα της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο μυαλό των μαθητών. Η αντίφαση αυτή δεν προκαλείται βέβαια από μόνη της, αλλά για να δώσουμε λύσεις θα πρέπει να την αναλύσουμε ως προς τις αιτίες της. 

3.         Απομόνωση αμειγώς υποκειμενικών παραγόντων. Στην αρνητική – μη θελκτική θεώρηση του σχολείου είναι σαφές ότι υπεισέρχονται αμειγώς υποκειμενικοί παράγοντες που αφορούν τον καθένα μαθητή. Οι παράγοντες, μπορεί να ξεκινούν από προσωπικά ζητήματα υγείας (ψυχικής, διανοητικής ή σωματικής) και να καταλήγουν σε ζητήματα οικογενειακών, κοινωνικών ή άλλων ατομικών επιρροών. Είναι σαφές ότι το ζήτημα αυτό είναι καθαρά ατομικό και θέμα συνολικής ή ατομικής μέριμνας φυχολογίας, ψυχιατρικής ή ιατρικής. Σκοπός όμως δεν είναι να μιλήσουμε για αυτά τα φαινόμενα που πολλές φορές επιδιώκεται να αντιμετωπιστούν με την δημιουργία ειδικών σχολείων ή την ψυχολογική υποστήρικη, σκοπός είναι να σταθούμε στο φαινόμενο ως φαινόμενο συνολικής αντίληψης – θέσης των μαθητών.       

4.         Η απόκτηση γνώσεων είναι ένα ζητούμενο που χρήζει κόπο από τους μαθητές, οι διδασκόμενοι πρέπει να πιέσουν τους εαυτούς τους για να μάθουν. Αυτό δημιουργεί μία καταρχήν αρνητική στάση, η οποία όμως θα έπρεπε να εκμηδενίζεται από όσα προσφέρει η γνώση στον άνθρωπο, η επιβράβευση, η ευχαρίστηση που έρχεται από την κατοχή της γνώσης είναι πολύ ανώτερη ως συναίσθημα από τον «κόπο» που κάποιος καταβάλλει για να φθάσει ως το σημείο αυτό.  Με τον τρόπο αυτό όταν γνωρίζεις ότι θα φθάσεις στην γνώση αίρεται ευθύς εξαρχής κάθε πιθανό αρνητικό στοιχείο – πρόθεση. Αναρωτήθηκε κανείς γιατί οι μαθητές διαβάζουν άνετα και ευχάριστα βιβλία που τους προσφέρουν σειρά εξωσχολικών γνώσεων και όχι τα σχολικά τους βιβλία;  

5.         Αναλύοντας τους πιθανούς παράγοντες αυτής της «παθογένειας» του εκπαιδευτικού συστήματος θα πρέπει να αναφερθώ πρωτίστως στον καταπιεστικό εξουσιαστικό χαρακτήρα της σχέση διδάσκοντα – διδασκόμενου. Το εξουσιαστικό φαινόμενο αυτό όταν ξεπερνά τα όρια του σεβασμού, δημιουργεί όπως κάθε δράση και την αντίστοιχη αντίδραση, όταν η δράση είναι έντονη και αδικαιολόγητη, το ίδιο έντονη είναι και η αντίδραση του μαθητή, με τελικό, έσχατο όριο πέραν της σύνδεσης της καταπίεσης με την γνώση, αυτό της ολικής άρνησης της γνώσης και του σχολείου.  

6.         Πέραν όμως του φαινομένου αυτού που εξαρτάται και από την διοικητική προσέγγιση της ρύθμισης της σχέσης διδάσκοντα – διδασκόμενου, το ίδιο το σχολείο λειτουργεί καταπιεστικά για τους μαθητές. Τα σχολεία έχουν μετατραπεί σε συνεχή εξεταστικά κέντρα, στα σχολεία αντικείμενο της λειτουργίας τους δεν αποτελεί η λήψη γνώσης, αλλά η λήψη ενός καλού βαθμού, η επιτυχία στις εξετάσεις, ο κακώς εννοούμενος ανταγωνισμός μεταξύ των μαθητών, η είσοδος στα Α.Ε.Ι. και εν τέλει η πιθανή επαγγελματική αποκατάσταση. Το σχολείο έχει ξεστρατίσει από τον αντικειμενικό του σκοπό που είναι η προσφορά γνώσης, εάν θέλετε και ευρύτερης παιδείας και μόρφωσης κάθε είδους και έχει μετατραπεί σε ένα καταπιεστικό εξουσιαστικό μηχανισμό που ταλανίζει τους μαθητές και τους θέτει ευθύς εξαρχής ενώπιον ενός πρώιμου κοινωνικού και ατομικού δαρβινισμού που έχει ως στόχο της επιλογή των «καλύτερων», των πιο ευπροσάρμοστων κατ’ εμέ στις ανάγκες της αγοράς. Ο άγριος ανταγωνισμός ξεκινά κιόλας από την 1η τάξη του Δημοτικού και γιγαντώνεται στην πορεία, καθώς στόχος του σχολείου δεν είναι να μάθουν όλοι, αλλά να ξεχωρίσουν και διαβαθμιστούν οι μαθητές. Αυτός είναι ένας αρνητικός παράγοντας για τον οποίο οι μαθητές βλέπουν αρνητικά το σχολείο, μέσα μάλιστα από την κοινωνική συντροφικότητα που αναπτύσσουν μεταξύ τους. Ο «καλός μαθητής» για τα επίσημα σχολικά – καθηγητικά πρότυπα δεν είναι ο μαθητής που μπορεί να κατανοήσει, αλλά ο μαθητής «φυτό» που αποστηθίζει κάθε ανούσια πληροφορία και επιτυγχάνει στις εξετάσεις. Την αντίφαση γνώσης – εξετάσεων («φυτού») αντιλαμβάνονται ακόμα και υποσυνείδητα οι μαθητές που αρνούνται να συναινέσουν και να αποδεχθούν μια τέτοια λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος.  

7.         Φαινόμενο με διαφορετική βάση είναι αυτό της επιβολής άχρηστων, χωρίς ουσία εξειδικευμένων γνώσεων. Το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα με την λειτουργία του ως εξεταστικού κέντρου διαλογής μαθητών, αλλά και προκειμένου να βολέψει σε φροντιστηριακά μαθήματα τους χιλιάδες άνεργους καθηγητές που παράγει, ακόμα εάν θέλετε και για να ενισχύσει την ταξική ανισότητα του εκπαιδευτικού συστήματος[2]  φορτώνει τα σχολικά προγράμματα με μία σειρά ανούσιων μαθημάτων και κυρίως με ειδικές «γνώσεις» – πληροφορίες που δεν έχουν καμία απολύτως ή έστω ελάχιστη πραγματική αξία, που δεν αφορούν την γνώση αυτή καθεαυτή αλλά τον επιλεκτικό δοαχωρισμό και την λειτουργία του. Τον μαθητή είναι ευνόητο ότι δεν μπορεί να τον ενδιαφέρει ως γνώση η άσκηση χημείας που επιβάλλει ως στοιχείο την αντίδραση Ψευδαργύρου, Καλίου, Χρωμίου και Χλωρίου. Δεν πρόκειται για γνώση που μπορεί να έχει θελκτική αντιμετώπιση από τους μαθητές, αλλά λειτουργεί ως βάσανο μόνο, καθώς δεν παρέχει την ευχαρίστηση της πραγματικής κατανόησης και της επίγνωσης. Ετσι η «γνώση» χάνει το θελκτικό ουσιαστικό της νόημα, δεν προσφέρει και δεν αποτελεί εξήγηση του κόσμου για τους μαθητές, αλλά παραμένει βάσανος με μόνο σκοπό την βαθμολογική, κοινωνική, εμπορική διαλογή.  

8.         Ένα επίσης αρνητικό φαινόμενο που θα ήθελα να επισημάνω και αφορά και την προετοιμασία συγκροτημένων ή μη ανθρώπων είναι η μη ύπαρξη ολοκληρωμένων γνωσιακών αντικειμένων – βιβλίων, αλλά η πολυδιάσπασή τους στην παροχή μερικών ειδικών γνώσεων, ακόμα και αντι-λογικής (π.χ. ο Ελέφαντας που είναι πράσινος και πετά ελικόπτερο που είναι βάρκα … !!!) πριν διδαχή της λογικής και του επιστητού.  

9.         Θυμήθηκα πρόσφατα με άλλους συμμαθητές μου «τα Ψηλά Βουνά» του Ζαχ. Παπαντωνίου, ως το μοναδικό αναγνωστικό που θυμόμαστε από τα σχολικά μας χρόνια, το εντυπωσιακό είναι ότι όλοι θυμόμασταν το ίδιο βιβλίο. Αντίστοιχα θυμόμασταν μόνο με καλές αναμνήσεις τους ελάχιστους καθηγητές που εισέρχονταν στην ανάλυση και εξήγηση των φαινομένων και γνώσεων που δίδασκαν στην κριτική τους θεώρηση και δεν βαθμολογούσαν ως διαχωριστικές μηχανές εργοστασίου. Το μάθημα με αυτούς ήταν απόλαυση …, ήταν χαρά. Χαρά της επαφής με την γνώση, με την ανάλυση, την σύνθεση και την πραγματικά βαθειά κατανόηση των φαινομένων, το μάθημα με αυτούς προσέφερε πραγματικά την χαρά της γνώσης. 

10.       Κάπου εκεί θα ήθελα να καταλήξω με τις προτάσεις μου. Για να γίνει το σχολείο, σχολείο γνώσης, για να αποκτήσει πραγματική αξία και να είναι θελκτικό για τους μαθητές, θα πρέπει να αποκτήσει διαφορετική δομή λειτουργίας και διαφορετικούς στόχους. Θα πρέπει πρώτα από όλα να παύσει να είναι καταπιεστικό ως σύστημα εξουσίας στρατιωτικού τύπου και να βασίζεται στον σεβασμό που προέρχεται από την γνώση. Θα πρέπει το σχολείο να παύσει να είναι κρεατομηχανή ευαίσθητων παιδικών ψυχών που αποβλέπει στον διαχωρισμό των οικονομικά πιο εκμεταλλεύσιμων από το υπάρχον σύστημα. Θα πρέπει το σχολείο να είναι σχολείο και πηγή δημοκρατίας, πηγή ουσιαστικής εκπαίδευσης και γνώσης, σχολείο συλλογικής εργασίας, ένα σχολείο θελκτικής και ουσιαστικής γνώσης. 

 

11.        Τι θα πρότεινα, πέραν όσων προκύπτουν από τα ανωτέρω και χωρίς πολλά έξοδα:

           Τροποποίηση – πραγματική μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος με αλλαγή φιλοσοφίας, ώστε το σχολείο να αποτελεί σχολείο γνώσης και όχι εξεταστικό κέντρο εισαγωγικό για τα Α.Ε.Ι. .

           Αλλαγή του διοικητικού οργανογράμματος των σχολείων, ώστε να καταστούν πιο ανοικτά και δημοκρατικά, κατάργηση του θεσμού της αποβολής και των πειθαρχικών κυρώσεων και αντικατάστασή τους από θεσμούς που προβάλλουν την γνώση, π.χ. μια εργασία που παρουσιάζεται στους συμμαθητές σχετική με το αντικείμενο που προκάλεσε την έπιβολή της μελέτης. Συναπόφαση από τους συμμαθητές για την επιβολή της.

           Συγγραφή ή επιλογή βιβλίων που έχουν αρχή, μέση και τέλος, που αποτελούν ενότητα γνώσης και όχι αποσπάσματα … (αποσπασματική γνώση), φλιναφήματα ή άνωθεν επιβολές άποψης.

           Τροποποίηση – αλλαγή του αντικειμένου των βιβλίων μαθημάτων, ώστε οι μαθητές να μην γίνονται αποδέκτες, αποστηθιστές – ψιττακιστές άχρηστων ειδικών γνώσεων, αλλά πρωτίστως να μαθαίνουν και να κατανοούν την ουσιαστική σημασία κάθε μαθήματος, την έννοια της κοινωνικής – γνωσιακής του χρησιμότητας, την ανάλυση και την σύνθεση ως μέσο κατανόησης και χρήσης της γνώσης, κριτική προσέγγιση του γνωστικού αντικειμένου.

           Αλλαγή του θεσμού των εξετάσεων – αποστήθισης άχρηστων ειδικών γνώσεων. Αντικατάσταση των εξετάσεων – διαγωνισμάτων από ελεύθερες μελέτες ανάλυσης και σύνθεσης πάνω στο γνωστικό αντικείμενο, που παρουσιάζουν οι μαθητές στους συμμαθητές του, πιθανόν και σε μεγαλύτερο κοινό. Κριτική συζήτηση και αξιολόγηση των μελετών και από τους ίδιους τους μαθητές. Εισαγωγή συλλογικών μελετών και συλλογικών κοινωνικών δράσεων.

           Τροποποίηση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, κατάργηση μαθημάτων χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, εισαγωγή νέων μαθημάτων που βοηθούν στην εμβάθυνση της διαδικασίας ανάλυσης – σύνθεσης, κατανόησης και κριτικής σκέψης. Μαθήματα πολιτισμού, δημοκρατίας  και ουσιαστικής κοινωνικής σκέψης. Δυνατότητα των μαθητών και των εκπαιδευτικών στην από κοινού διαμόρφωση τους εκπαιδευτικού προγράμματος.

           Εξασφάλιση ελάχιστου ελεύθερου χρόνου για τους μαθητές με ευθύνη του σχολείου.

 

                  Περιμένοντας και τις δικές σας προτάσεις θαρρώ ότι οι τροποποιήσεις – αλλαγές αυτές είναι αναγκαίες, θαρρώ ότι μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην διαμόρφωση ενός ανοικτού, δημιουργικού και θελκτικού για τους μαθητές σχολείου.                      


[1] Με τον όρο παιδεία μπορεί να ταυτιστούν εννοιολογικά και ζητήματα ευρύτερα ή μερικότερα, αλλά το παρόν κείμενο αφορά την παιδεία που παρέχεται μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα.

[2] Αυτό υφίσταται οπωσδήποτε ως αποτέλεσμα

Blog στο WordPress.com.