Διάλογος για την Κοινωνία

Νοέμβριος 22, 2010

ΜΝΗΜΟΝΙΑ : ΚΡΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣτΕ

ΜΝΗΜΟΝΙΑ : ΚΡΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣτΕ

 

Περίμενα καιρό την έκδοση της εισήγησης του ΣτΕ (Συμβούλιο της Επικράτειας) για τις προσφυγές κατά του μνημονίου. Προέβλεπα ότι θα κρίνει πολιτικά και όχι νομικά και αυτό έπραξε.  Το πρόβλημα είναι πως το έπραξε κατά τρόπο που εκθέτει απόλυτα την συντάκτρια της εισήγησης και ουσιαστικά την λειτουργία της «δικαιοσύνης». Για την τελευταία, την «δικαιοσύνη», η «εισήγηση» και η ποιότητά της (εξ όσων ανακοινώθηκαν για το περιεχόμενό της) είναι απολύτως αντίστοιχη με την γενική εικόνα που παρουσιάζει το κράτος αυτό και όλες του οι λειτουργίες. Ας ανατρέξουν σε ομιλίες και θέσεις του σημερινού πρωθυπουργού, σε συνεντεύξεις ανωτάτων δικαστών κλπ, για να καταλάβουν τι εννοώ … .

Η εισήγηση ως έχει, όχι μόνο στοχοποιεί το ΣτΕ ως όργανο, όχι την «δικαιοσύνης» , αλλά της διοίκησης για την πολιτική του ταυτότητα, αλλά καταδεικνύει και πλήρεις τις αδυναμίες ενός άλλου πολιτειακού θεσμού.

Εάν, για παράδειγμα, η εισήγηση κρίνει ότι το μνημόνιο δεν αποτελεί διεθνή σύμβαση, θα όφειλε επακριβώς να αναφέρει τι είναι κατά την γνώμη της εισηγήτριας. Ποια δηλαδή είναι η ακριβής νομική του φύση και χαρακτήρας. Ξέρετε, είναι μετρημένοι στα δάκτυλα του ενός χεριού οι χαρακτήρες και οι «φύσεις» των συμβάσεων και όφειλε η εισήγηση να μας πει τι τελικά κατά την γνώμη της τι είναι αυτά τα «πρωτόκολλα». Μήπως είναι συμβάσεις ενοχικές μεταξύ ιδιωτών; Μήπως είναι ενοχικές συμβάσεις του κράτους ; άλλες λύσεις – χαρακτηρισμοί που να υφίστανται δεν υπάρχουν και είναι ευνόητο ότι τα μνημόνια από την ώρα που περιέχουν διατάξεις, ρυθμίσεις και δεσμεύσεις κανονιστικού χαρακτήρα (συμφωνίες για μέτρα γενικής εφαρμογής που δεσμεύουν νομοθετικά και εκτελεστικά το κράτος) δεν αποτελούν κανενός τύπου ενοχικές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου και χαρακτήρα. Αρα και κατά την πάγια νομολογία του ίδιου του ΣτΕ, την θεωρία της επιστήμης και τις αποφάσεις των διεθνών δικαστηρίων,  πρόκειται για συμβάσεις δημόσιου χαρακτήρα και διεθνικής φύσης. Τα υπόλοιπα, όπως και η αίολη επίκληση από την εισήγηση ως επιχειρήματος και νομικής βάσης, της απόφασης του συμβουλίου κορυφής της Ε.Ε., με την οποία οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν τις αποφάσεις τους «όχι διεθνή σύμβαση»  είναι πραγματικά προκλητική για κάθε νομικό, αφού το έργο των Δικαστηρίων είναι να διαγνώσουν την φύση και το νομικό χαρακτήρα μιας έννομης σχέσης και όχι να αρκεστούν στο πως την βάφτισαν τα αντισυμβαλλόμενα μέρη.

Τελικά και για να βοηθήσω την αντίκρουση της εισήγησης, ανοίγοντας ένα τρόπο και ένα δρόμο σκέψης βασισμένο στα σφάλματα της εισήγησης, μήπως (κατ’ αυτήν) πρόκειται για τυπικό νόμο, χωρίς καμία αυξημένη – υπερνομοθετική ισχύ (μόνο οι διεθνείς συμβάσεις έχουν τέτοιο χαρακτήρα);  ή μήπως εννοεί η εισήγηση ότι το Δ.Ν.Τ και ο μηχανισμός στήριξης παράγουν πρωτογενώς δίκαιο ; 

 

Ένα ακόμα που θα πρέπει να επισημάνω είναι η παντελής έλλειψη νομικής ακολουθίας, νομικής σκέψης και κυρίως συνείδησης και χρήσης του αξιακού συνταγματικού συστήματος. Το Σύνταγμα περιλαμβάνει διατάξεις με σαφείς αξιακές προσεγγίσεις των κανόνων δικαίου και του σκοπού τους. Στην αξιακή σύγκρουση διατάξεων και κανόνων δικαίου, οι κανόνες δικαίου με ισχυρότερο αξιακό αντικείμενο και περιεχόμενο υπερισχύουν αυτών που έχουν έλασσον αξιολογικό περιεχόμενο και ενδιαφέρον και δεν ενθυμούμαι πουθενά στο Σύνταγμα να προστατεύονται τα «δικαιώματα των δανειστών» … . Ας διαβάσουν το Σύνταγμα οι εφαρμοστές του δικαίου και θα βρουν ποιες είναι οι κορυφαίες αξιακές επιταγές και τα θεμέλια τα ίδια του κράτους και του Συντάγματος.

Όταν βεβαίως η πολιτική υποκαθιστά την «δικαιοσύνη» και η «δικαιοσύνη» αοριστολογεί ως πολιτικός στο μπαλκόνι είναι σαφές ότι το σύστημα δεν λειτουργεί στο ελάχιστο και δεν περιμέναμε τις πολιτικές αοριστίες και τις πολιτικές εκτιμήσεις μιας εισήγησης δικαστού για να τις διαπιστώσουμε. Εάν θέλουν «πολιτικοί» και φθάνουν οι δικαστές να κρίνουν με βάση τις πολιτικές σκοπιμότητες και επιδιώξεις, τότε να κατέβουν από τα έδρανα και να σταθούν στα μπαλκόνια … . Πολιτικές θα είναι οι απαντήσεις και πολιτικά αποδείχθηκε ο επιζήμιος χαρακτήρας των πολιτικών και οικονομικών μέτρων των μνημονίων. Απέναντι στην ουσιαστική νομική αδυναμία να στηριχθούν τα μνημόνια η χρήση των επιδιώξεων μέτρων και όχι της νομικής τους ταυτότητας, αρτιότητας και νομιμότητας στο πλαίσιο του Συντάγματος, αποδεικνύει ότι ελλείπουν τα επιχειρήματα.  

 

Ουδέν κακόν αμειγές καλού : εάν η πλειοψηφία της ολομέλειας του ΣτΕ ακολουθήσει την εισήγηση και δεν ακυρώσει τελικά τα μνημόνια, ανοίγει πολλούς νομικούς αυτοματισμούς κατάργησης και ακύρωσης των μνημονίων με νέες αιτήσεις.

Δεν θα γράψω περισσότερα, είχα έτοιμο ένα δικόγραφο με αίτημα την ακύρωση των μνημονίων. Μου ζήτησαν από τον Δ.Σ.Α. να περιμένω το δικό τους και το σεβάστηκα. Μετά ταύτα όμως και μετά την έκδοση αποφάσεως του ΣτΕ είναι βέβαιο πως θα κινηθώ με τις ενώσεις καταναλωτών που έχουν ήδη δηλώσει σύμφωνες και τους πολίτες, τους ανθρώπους που θίγονται τα βιοτικά τους αγαθά και ανάγκες.

Τους δικαστές του ΣτΕ τους καλώ να σταθούν στο ύψος τους, σε τέτοιες αποφάσεις μετριέται το ύψος του δικαστή, εκτός εάν θέλουν να αποδείξουν ότι ταυτίζονται όλοι με την πολιτική μετριότητα και αναξιότητα.

 

 

Μαρτίου 12, 2008

TO ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΑΠΕΡΓΙΑΣ (και οι τακτικές του καπιταλισμού, ΔΕΗ και δικαστική παρέμβαση)

       TO ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΑΠΕΡΓΙΑΣ (και οι τακτικές του καπιταλισμού) 

A. Η 1η Μαίου 1886 με το αιματοκύλισμα μιας από τις πρώτες απεργίες στο Σικάγο, σηματοδοτεί την έμπρακτη έναρξη της μάχης του εργατικού κινήματος απέναντι στους κεφαλαιοκράτες εκμεταλλευτές τους. Η ίδια μέρα αποτελεί και σύμβολο του αγώνα της εργατικής τάξης.

     Είναι σαφές ότι απέναντι από τους απεργούς βρίσκονται οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής. Η σφαγή του Σικάγο (και όσες επακολουθούν ανά τον πλανήτη) δεν ήταν  άμεσο έργο των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής, δεν είναι αυτοί οι άμεσοι αυτουργοί. Αυτουργοί ήταν το κράτος που εκφράζει τα συμφέροντα των κεφαλαιούχων, οι λειτουργοί του και τα εκτελεστικά όργανα. Η ταύτιση κράτους – ιδιοκτητών μέσων παραγωγής είναι το άμεσο λογικό συνεπακόλουθο της ανάλυσης. Το κράτος στην μορφή του αυτή δεν είναι καν ταξικό (αστικό) είναι συνταυτισμένο με τα συμφέροντα μια οικονομικής ολιγαρχίας. Από τότε κύλησε ο χρόνος, αλλά οι σχέσεις στην βασική τους δομή παρέμειναν οι ίδιες και ας μην λησμονούμε ότι η απεργία ήταν ανεπιθύμητη ακόμα και στην Σοβιετική Ενωση.      

     Η Απεργία, η οργανωμένη άρνηση των εργαζομένων να εργαστούν, αποτελεί ένα από τα μέγιστα μέσα πάλης του εργατικού κινήματος ανά την υφήλιο. Ουσιαστικά οι εργαζόμενοι πλήττονται από την ίδια την απεργία, καθώς δεν τους καταβάλλεται μισθός για όσες ημέρες απεργούν. Πλήττονται όμως και οι εργοδότες (και αυτή είναι η ιδιοαξία της), καθώς χάνουν την υπεραξία της εργασίας των απεργών εργαζομένων.

      Η απεργία σε αρκετές χώρες του κόσμου (κυρίως στην δυτική Ευρώπη) αποτελεί δικαίωμα που νομικά κατοχυρώθηκε έπειτα από πολλούς αγώνες (φυσικά) της εργατικής τάξης. Στο Σύνταγμά μας ο θεσμός και το δικαίωμα της απεργίας κατοχυρώνεται στην παράγρ. 2 του άρθρου 23. Ο τρόπος άσκησής του προβλέπεται στο Ν. 1264/1982, ενός από τους πρώτους νόμους που εισήγαγε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, καθώς μέχρι τότε υπήρχε πραγματικά νομοθετικό κενό. Αντίστοιχες ρυθμίσεις περιέχουν διατάξεις του διεθνούς δικαίου.  

       Ο ίδιος ο θεσμός της απεργίας έχει ως περιεχόμενο την αδρανοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας στην μονάδα παραγωγής που αφορά, ως μέσο πίεσης για την επίτευξη των αιτημάτων των εργαζομένων. Αυτή είναι η έννοια της απεργίας και αυτή νομιμοποιεί θεσμικά το Σύνταγμα και οι νόμοι.  Είναι ευνόητο ότι η απεργία είναι επιτυχημένη, όταν η αδρανοποίηση των μέσων παραγωγής είναι μεγαλύτερη, όταν τα προβλήματα που προκαλούνται στον εργοδότη γίνονται πιο μεγάλα.

Είναι ευνόητο από ποιους βάλλεται ο θεσμός της απεργίας:

     Στην προσπάθειά τους αυτή δεν μπορούν να εμφανίζονται ως υπερασπιστές των ατομικών οικονομικών τους συμφερόντων, αλλά σε δημόσιο επίπεδο προβάλλουν τις συνυφασμένες με την απεργία επιπτώσεις ως επιπτώσεις στο κοινωνικό σύνολο. Αυτές προβάλλουν συνεχώς, σχεδιασμένα και αποφασιστικά και για να μην λαμβάνουν άμεσα θέση, επιστρατεύονται οι «θιγόμενοι», οι «αγανακτισμένοι πολίτες» για να προβληθεί, όχι ο σκοπός της απεργίας και το δίκαιο ή μη των αιτημάτων των εργαζομένων, αλλά η συνυφασμένη με την απεργία αντανάκλαση στο κοινωνικό σύνολο.  

       Στο επίπεδο της ιδιωτικής επιχείρησης ο εργοδότης απολαμβάνει μια ευτυχή αυθαιρεσία, πολεμώντας την δημιουργία σωματείου εργαζομένων (η πείρα μου λέει ότι τα καταστατικά τους συντάσσονται με απόλυτη μυστικότητα), απολύοντας τους απροστάτευτους απεργούς εργαζομένους με την προστασία που του παρέχει ο απαράδεκτος θεσμός της αναιτιολόγητης απόλυσης ή μειώνοντάς τους διαρκώς με την προστασία που του παρέχει το νομολογιακά κατοχυρωμένο διευθυντικό δικαίωμα. Γενικά στο εσωτερικό στάδιο της επιχείρησης κατά κανόνα και πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, η συμμετοχή σε απεργία απαγορεύεται και εγκαθιδρύεται καθεστώς παράνομης ψυχολογικής πίεσης και εκβιασμών. Οποιος τολμάει ας απεργήσει, είναι το σύνθημα των εργοδοτών. Η παρεμπόδιση του δικαιώματος που ασκείται με αυτή την μορφή βίας δεν αποτελεί αντικείμενο που να ευαισθητοποιεί το κράτος/κυβέρνηση και την δικαστική εξουσία.

       Δεν θα μιλήσω στο κείμενο αυτό για το συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα και για το πόσες φορές έχει αποτύχει να θέσει και κοινωνικά αιτήματα στις απεργίες του, ώστε να συνταχθεί με τους εργαζόμενους και να συν-απεργήσει μαζί του ο Ελληνικός λαός. Ως γεγονός και παρατήρηση όμως υφίσταται, μαζί με άλλες συντεχνιακού τύπου παθογένειες.   

       Ο παράγων «κράτος» έχει φροντίσει με διάφορους θεσμούς, όπως αυτοί στο ατομικό εργατικό δίκαιο που αναφέρθηκαν και ο παράνομος – αντισυνταγματικός θεσμός της πολιτικής επιστράτευσης (Ν.Δ. 17/1974 – θέσπιση χωρίς Βουλή, η ισχύουσα ρύθμιση) να δείχνει την αντίθεσή του στην άσκηση του δικαιώματος της απεργίας και την κεκαλυμμένη ταύτισή του με τα συμφέροντα των εργοδοτών.  

B.     H περίπτωση της Δ.Ε.Η.

         Η περίπτωση της Δ.Ε.Η. με την τακτική που ακολούθησε η διοίκηση της Δ.Ε.Η. και την παρέμβαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Σανιδά, αποδεικνύει το οργανωμένο σχέδιο και την ταύτιση εξουσιών (κυβέρνησης, δικαστών, ΜΜΕ) με τα εργοδοτικά συμφέροντα. Πλέον, το θέμα, με την παρέμβαση της δικαστικής εξουσίας, που αναζητά τον ποινικό κολασμό και την κατατρομοκράτηση των απεργών, εισέρχεται σε μία νέα φάση στρατηγικής εκ μέρους του άξονα εξουσίας / εργοδοτών.            

        Εχει καταστεί πλέον σαφές, από το πρωί του Σαββάτου 8/3/2008, ότι οι συνεχείς διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος αποτελούσαν μάλλον τακτική κατασυκοφάντισης του απεργιακού αγώνα των εργαζομένων στην Δ.Ε.Η. (ένα νέας μορφής καμποτάζ) παρά αναγκαιότητα.

        Αναφέρω τα ακόλουθα: Το «πανελλήνιο» μέγιστο κατανάλωσης ηλ. ρεύματος όλων των εποχών είναι 9.961 ΜW (Αύγουστος 2006). Οι απεργοί είχαν φροντίσει, ώστε η παροχή ηλ. Ρεύματος να είναι αρχικά 7.000 MW και εν συνεχεία 7.700 MW, ποσότητα επαρκής που ακύρωνε ουσιαστικά την επιτυχία της απεργίας τους σε παραγωγικό επίπεδο. Όμως παρατηρήθηκαν εκτεταμένες διακοπές, τις οποίες δεν πραγματοποίησαν οι απεργοί, αλλά η διοίκηση της Δ.Ε.Η. . Ο σκοπός της διοίκησης της Δ.Ε.Η. , που ταυτίζεται πολιτικά με την κυβέρνηση και αποτελεί άμεση επιλογή της, κατέστη σαφής από τα μέσα ενημέρωσης (η «4η εξουσία») που ελέγχει μία ακόμα περιορισμένη αριθμητικά εργοδοτική εξουσία. Η κατασυκοφάντιση απεργίας και απεργών ήταν δεδομένη και πραγματικό γεγονός που εκφράστηκε βάναυσα και επιθετικά. Το Σάββατο 8/3/2008, ημέρα ημιεργάσιμη οι διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος στην Αθήνα ήταν πολύωρες και εκτεταμένες στο διάστημα 8-10 π.μ.. Κατά συγκυρία, οι συνδικαλιστές της Δ.Ε.Η. βρήκαν βήμα στα Μ.Μ.Ε. και επικέντρωσαν μόνο στην ενεργειακή επάρκεια, δίδοντας μια άλλη διάσταση στο ζήτημα, καταδεικνύοντας εσκεμμένη συμπεριφορά της διοίκησης[1]. Ως δια μαγείας έκτοτε οι διακοπές στην παροχή ηλ. ρεύματος είναι ελάχιστες και  η κατάσταση είναι σχετικά ομαλή !!!. Τις πταίει λοιπόν για την ταλαιπωρία μας ;                     

           Πέραν όμως τούτου, με έντεχνο τρόπο, αντίστοιχο της νομικής του κατάρτισης και των δικαιωμάτων που του παρέχει το κράτος κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας του, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, έθεσε μια νέα διάσταση στον αγώνα κυβέρνησης/εργοδοσίας κατά των απεργών. Διέταξε την διερεύνηση διάπραξης ποινικά κολάσιμων πράξεων ως αποτέλεσμα της απεργίας και την απόδοση ποινικών ευθυνών απέναντι στους υπαίτιους. Εξω από την φαινομενική ουδετερότητα της παραγγελίας του κ. Εισαγγελέα υφίσταται ως συνεπακόλουθο ψυχολογικό η άσκηση πίεσης στους συνδικαλιστές και απεργούς, συλλογικά και ατομικά με την πιθανότητα άσκησης ποινικών διώξεων και αγωγών αποζημίωσης ατομικά εναντίον τους.

           Σε μία εποχή, που η ποιότητα και η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης αμφισβητούνται πανταχόθεν (ακόμα και έσωθεν) το αποτέλεσμα της εισαγγελικής έρευνας δεν είναι βέβαιο ότι θα γίνει αποδεκτό ως βάσιμο από την ελληνική κοινωνία, η δε αμφιβολία ως προς την ανεξαρτησία πιέζει ακόμα περισσότερο τους απεργούς, αλλά τελικά δύναται να εκθέσει την ίδια την δικαιοσύνη ως θεσμό ελέγχου της εξουσίας.

            Η ποινικοποίηση των απεργιών αποτελεί μέγιστο ατόπημα που δείχνει τάσεις πολιτικού ολοκληρωτισμού. Πρόκειται για την ποινικοποίηση ενός συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος που έχει, ως αντίστοιχο κατοχυρωμένο αποτέλεσμα την παύση της παραγωγικής διαδικασίας.

             Η νομιμότητα ή μη μιας απεργίας κρίνεται στις αίθουσες των πολιτικών δικαστηρίων και όχι των ποινικών, ως επιχειρείται. Αλλωστε η ίδια η διοίκηση της Δ.Ε.Η. απέσυρε την αίτησή της ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, να κηρυχθεί παράνομη και καταχρηστική η απεργία. 

             Το οργανωμένο κράτος με την πολιτική προστασία, όφειλε να έχει προβλέψει και να έχει οργανωθεί έγκαιρα για να προστατεύσει πάσχοντες και ευπαθείς ομάδες από τα αποτελέσματα μιας νόμιμα ληφθείσας απόφασης για απεργία, αυτή ήταν η υποχρέωσή του και αυτό είναι υπεύθυνο και για αυτές τις συνέπειες. Η ίδια η διοίκηση της Δ.Ε.Η. όφειλε να φροντίσει ώστε οι διακοπές να είναι μικρής διάρκειας για να μην καταστρέφονται προϊόντα. Οι παραβάσεις καθήκοντος αυτές, αντί να αποτελέσουν αντικείμενο παρέμβασης της δικαιοσύνης, όχι μόνο αποσιωπούνται συστηματικά, αλλά μετατρέπονται και διαστρέφονται σε όπλα της κυβέρνησης/εργοδοσίας στρεφόμενα κατά των απεργών και του ίδιου του θεσμού της απεργίας.                  

              Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, η κυβέρνηση Καραμανλή και η Ελληνική Κοινωνία οφείλει να αντιληφθεί ότι δεν είναι νόμιμη η εμπλοκή της ποινικής δικαιοσύνης κατά της άσκησης ενός νομίμου, συνταγματικά μάλιστα, κατοχυρωμένου δικαιώματος των εργαζομένων, ενός θεσμού. Η αρμοδιότητα για τον έλεγχο της νομιμότητας της απεργίας (η οποία μέχρι την ανακήρυξή της ως «παράνομης» εξακολουθεί να είναι απόλυτα νόμιμη) ανήκει αποκλειστικά στην πολιτική δικαιοσύνη. Η προσβολή του ίδιου του θεσμού της απεργίας δια της ποινικής οδού είναι πολιτικά απαράδεκτη και χυδαία πράξη ολοκληρωτισμού. Η δικαστική προσβολή του συνταγματικά κατοχυρωμένου θεσμού και του περιεχομένου του, από την ποινική δικαιοσύνη είναι ενέργεια μη νόμιμη και θα συμβούλευα τους απεργούς της Δ.Ε.Η. και κάθε ενδιαφερόμενο να εξετάσει το ενδεχόμενο της παράβασης καθήκοντος, παράβασης του νόμου και του ίδιου του Συντάγματος, εκ μέρους του εμπνευστή της και των συνδραμόντων αυτόν λειτουργών της. 

             Οι ίδιοι οι εμπνευστές του εγχειρήματος οφείλουν να αντιληφθούν το ατόπημά τους και να παραιτηθούν άμεσα, άλλως οφείλουν να αντιληφθούν ότι οι πράξεις και παραλήψεις της κυβέρνησης στην άσκηση της πολιτικής, μπορούν άμεσα να μετατραπούν σε ποινικά κολάσιμες πράξεις και, εάν δεν το αντιλαμβάνονται ακόμα, τους υπενθυμίζω πόσοι άνθρωποι έχουν χάσει την ζωή τους, από τις συντάξεις πείνας, την έλλειψη περίθαλψης, την μη χορήγηση επιδόματος θέρμανσης, την άθλια κατάσταση του οδικού δικτύου κλπ. … .Ας ξεκινήσουν συνεπώς να αναζητούν ευθύνες στις συμπεριφορές των θεσπισμένων και υπεύθυνων για την προστασία των πολιτών οργάνων, πραγματώνοντας τον θεσμικό τους ρόλο και ας αφήσουν κατά μέρος τα αβάσιμα κατά το νόμο ατοπήματα, που στρέφονται κατά συνταγματικά και νόμιμα κατοχυρωμένων θεσμών και δικαιωμάτων.           


[1] Αντίστοιχο φαινόμενο – πρακτική αποτελεί ο αποκλεισμός από την αστυνομία των πόλεων σε περίπτωση συγκεντρώσεων και πορειών, χιλιόμετρα μακριά από την συγκέντρωση προκειμένου να είναι δυσχερής η συμμετοχή στις κινητοποιήσεις, καθώς και η αδικαιολόγητη απαγόρευση της κυκλοφορίας οχημάτων , χιλιάδες μέτρα μακριά από τις πορείες. 

Blog στο WordPress.com.