Διάλογος για την Κοινωνία

Απρίλιος 17, 2008

ΝΟΜΟΙ & ΚΑΝΟΝΕΣ – ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ & ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ

Α. Η μη ύπαρξη απόλυτων «πραγμάτων» στον άνθρωπο και την κοινωνία, η απουσία του «νόμου» και η ύπαρξη απλώς «κανόνων».

 

Αν και στην ιστορία, ως κοινωνική επιστήμη, δεν μπορεί κανείς να θέσει εύκολα κανόνες, είναι σαφές ότι μερικά πράγματα συμβαίνουν περισσότερες από μία φορές, ώστε να μπορεί να τεθεί εύλογα σε ένα θεώρημα ο όρος «κατά κανόνα συμβαίνει …». Αυτός είναι ο όρος με βάση τον οποίο μπορεί κάποιος να πει ότι η ιστορία «διδάσκει».

Εδώ, θα πρέπει να διαχωρίσω εννοιολογικά ανάμεσα στην έννοια του κανόνα και του νόμου, του φυσικού νόμου με την έννοια που απόλυτα προβλεπτέου – δεδομένου αποτελέσματος μιας ενέργειας.

Η διατύπωση νόμων (με την έννοια του φυσικού νόμου) στην ιστορία και τις κοινωνικές επιστήμες, εν γένει, είναι για μένα τουλάχιστον παρακινδυνευεμένο εγχείρημα, που σίγουρα θα βρει πάντα πολλές εξαιρέσεις που θα ανατρέπουν την έννοια και την ύπαρξη του νόμου. Τούτο κατά την γνώμη μου συμβαίνει διότι το αντικείμενο της μελέτης : ο άνθρωπος, δεν είναι ένα άψυχο αντικείμενο, μία πέτρα που την πετάς και θα υπακούσει στους υπέρτερους νόμους της φύσης.

Πέρα από τα βιολογικά του φυσικά δεδομένα, ο άνθρωπος ως έμβιο όν, διαμορφώνει τρόπους δράσης και αντίδρασης που έγκεινται και επηρεάζονται από απόλυτα προσωπικά δεδομένα, τα οποία μάλιστα αλλάζουν από στιγμή σε στιγμή κατά τρόπο πολλές φορές μη προβλέψιμο. Είναι απόλυτα αδύνατο να προβλέψουμε με ισχύ φυσικού νόμου πως θα αντιδράσει ο Χ σε μία ιταμή πρόκληση εναντίον του, η αντίδρασή του μπορεί να ποικίλει ανάμεσα στις ώρες της ίδιας της ημέρας (για να μην αναφερθώ στο πρόσωπο του προκαλούντος, τον τόπο κλπ.). Η μόνη προβλέψιμη με την έννοια φυσικού νόμου διάσταση ισχύει κατά το μέρος μόνο που εξαρτάται από την ίδια την φυσική διάσταση του ανθρώπινου όντος. Εάν κάποιος δεν τραφεί επί Χ ημέρες θα πεθάνει, αυτό όμως και μόνο αυτό. Το εάν και πως θα αντιδράσει κατά την διάρκεια της πείνας του δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο φυσικού νόμου, αλλά μόνο ανάλυσης ή υπόθεσης «κατά κανόνα» συμπεριφοράς. «Κατά κανόνα» θα αναζητήσει τροφή, θα πολεμήσει για αυτή, αλλά μπορεί για λόγους εσωτερικούς ή εξωγενείς να μην το κάνει καθόλου. Άλλος δε, μπορεί να πολεμήσει και άλλος να καταστεί θύμα οποιασδήποτε εκμετάλλευσης και εξευτελισμού για να βρει πρόσβαση στην τροφή. Εκεί κάποιες γενικές και ειδικές συνθήκες καθορίζουν τον «κανόνα».

Το ίδιο ισχύει και στην φύση: είναι μεν προβλέψιμο κατά κανόνα για τον κυνηγό πως θα αντιδράσει το θήραμα, αλλά ποτέ με την απόλυτη προβλεψιμότητα του φυσικού νόμου, όπως τον αντιλαμβάνεται η ανθρωπότητα σήμερα. Πιστεύω πως, ακόμα και εάν βρεθεί η δυνατότητα να αναλύσουμε πάντα τα ανθρώπινα σε τέτοιο βάθος, ώστε να μπορούμε να διατυπώσουμε «νόμους», η ίδια η φύση του έμβιου όντος είναι τέτοια που μόλις πληροφορηθεί το «νόμο» θα πράξει τα αντίθετα και θα τον «ακυρώσει». Δεν μπορεί να ισχύσει και δεν ίσχυσε μέχρι σήμερα «νόμος» για τους ανθρώπους και τις συμπεριφορές τους, παρά μόνο «κατά κανόνα» επισημάνσεις.

Τούτο διότι ο άνθρωπος έχει για τον εαυτό του μια βαθειά εικόνα ατομικότητας, μοναδικότητας και ελευθερίας, λες και είναι «τυπωμένη» μέσα του, λες και ο ίδιος εκπλήσσει ή πιστεύει πως μπορεί να εκπλήξει πολλές φορές τον εαυτό του, και ενώ γνωρίζει πάντα ποιος είναι, τι πιστεύει και τι θέλει, έχει ένα μη απόλυτο δεδομένο για τις αντιδράσεις του. Ο άνθρωπος αντιδρά στους «νόμους», στο απόλυτο ως προς την κοινωνική, μη βιολογική, του διάσταση, γιατί ξέρει ενδόμυχα ότι τίποτα δεν μπορεί στην πραγματικότητα να δεσμεύσει τις αντιδράσεις του με την απόλυτη ισχύ του «νόμου», ούτε ακόμα και ο ίδιος ο φόβος του θανάτου (εννοώ ότι μπορεί π.χ. να αυτοκτονήσει).   

Αντιλαμβάνεστε βέβαια στο πλαίσιο αυτό πόσο πολύ οι παράγοντες διαμόρφωσης της θέσης, της δράσης και της αντίδρασης του ανθρώπου διαμορφώνονται από την πολυσχιδία των αισθητηρίων, αλλά και από το συνολικό κοινωνικό περιβάλλον, με τα ερεθίσματα, τις απόψεις, θέσεις και δοξασίες του. Στην δύναμη αυτή του κοινωνικού περιβάλλοντος, στην διαμόρφωσή του ο άνθρωπος θέλει να μετέχει, θέλει να μπορεί να μετέχει ισότιμα, καθώς και ο ίδιος αντιλαμβάνεται όχι μόνο κατόπιν μελέτης, αλλά και ενδόμυχα, απροσδιόριστα και υποσυνείδητα την ισχύ του κοινωνικού περιβάλλοντος στην διαμόρφωση του συνολικού και ατομικού «είναι» και «γίγνεσθαι» και την αναγκαιότητά του στην παντοτινή προσπάθεια ατομικής ελευθερίας και βελτίωσης.  Στο πλαίσιο της ίσης συμμετοχής στο κοινωνικό δρώμενο και γίγνεσθαι, στην πραγματική αναγκαιότητα αυτή, εμπλέκονται και την εκφράζουν οι έννοιες της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού.

Β.   Θα ξεστράτιζα πολύ περισσότερο, εάν εισερχόμουν σε μία προσπάθεια ακριβούς και ενδελεχούς ανάλυσης των πραγμάτων που επηρεάζουν τον άνθρωπο, τις θέσεις και τις συμπεριφορές του και, ακόμα και εάν το επιτύγχανα – πράγμα μάλλον απίθανο – δεν νομίζω ότι και πάλι θα είχαμε νόμους, παρά μόνο κανόνες και μάλιστα έτοιμους τα καταρρεύσουν. Είναι σαφές ότι ο άνθρωπος θα ανατρέψει και τους «νόμους» αυτούς, ακόμα και προβάλλοντας, εφευρίσκοντας, πιστεύοντας σε νέες δοξασίες και ιδεοληψίες, που θα φτιαχθούν από τον άνθρωπο για να ανατρέψουν τους νόμους, όσους νόμους δεν τον θεωρούν έλλογο ον, αλλά αντικείμενο του οποίου οι δράσεις καθορίζονται προδιαγεγραμμένες και μάλιστα αυστηρά, κατά 5% από το Χ, κατά 22% από το Ψ κλπ. Η αποτυχία όλων των νόμων ή αξιωμάτων κάθε μορφής και τύπου που επιδιώκουν να καθορίσουν το ανθρώπινο «είναι» ως στατικό δεδομένο και πολύ περισσότερο να ρυθμίσουν απόλυτα δεσμευτικά τις αντιδράσεις του είναι προδιαγεγραμμένη, καταδικασμένος είναι ο νόμος από την ίδια την ανθρώπινη ανυπακοή, ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης φύσης και αργά ή γρήγορα θα αποτελεί μόνο ιστορικό δεδομένο ή επιτακτικό κανόνα κρατικού μορφώματος  

Αν υπάρχει ένας νόμος που μπορούμε να πούμε ότι ισχύει αυτός είναι ο νόμος της μη δυνατότητας ύπαρξης τέτοιου νόμου. Μόνο κανόνες με την έννοια του μη απόλυτου μπορούν να βρεθούν, μπορούν να υπάρξουν, μπορούν να γίνουν δεκτοί από τον άνθρωπο, ποτέ όμως και αυτοί δεν μπορούν να αποκτήσουν απόλυτη ισχύ, να μεταβληθούν σε νόμους. Η ίδια η επιτυχία των κανόνων έγκειται στην εγγενή σχετικότητά τους, οι κανόνες για να είναι πραγματικοί και ουσιαστικοί πρέπει να μπορούν να τεθούν και να μεταβληθούν από τον ίδιο τον άνθρωπο, ισότιμα και ίσα μετέχοντα στο όργανο της θέσπισής τους, στην ίδια την κοινωνία. 

 

Γ.           Κατά κανόνα συνεπώς ο άνθρωπος έχει μία ελευθεριακή ιδιότητα συνείδησης, που βασίζεται και στην σχέση του ατομικού με το κοινωνικό, αλλά και στην εσώτερη δική του θεώρηση της ατομικότητας. Κατά κανόνα επίσης ο άνθρωπος αναζητεί το «καλύτερο», όπως όμως αυτός το αντιλαμβάνεται ή το πιστεύει. Η μόνη σταθερά σε αυτό που μπορεί να διατυπωθεί ως κανόνας είναι ότι το «καλύτερο» αυτό, έχει πάντα μέσα του μία δόση ατομικού. Πάντα το «καλύτερο» για τον κάθε άνθρωπο θα αναφέρεται στο ελάχιστο έστω και στον εαυτό του. Ακόμα και οι αυτόβουλες «θυσίες» περιέχουν πάντα ένα στοιχείο ατομισμού. Το «δύσκολο» ζήτημα στην περίπτωση αυτή ως προς την κατεύθυνση της αναζήτησης είναι το πόσο και πως εμπλέκεται το «κοινωνικό» στοιχείο στις επιλογές και αναζητήσεις του ανθρώπου, καθώς ο άνθρωπος δεν έπαψε ποτέ να λογίζει τον εαυτό του ως μονάδα, ως οντότητα αυθύπαρκτη. Για να το ορίσω ακόμα περισσότερο θα πώ ότι το ζητούμενο είναι: πως ο άνθρωπος αναζητεί το καλύτερο για το σύνολο δια του οποίου επέρχεται και η δική του βελτίωση. Στην περίπτωση αυτή το ατομικό στοιχείο βελτίωσης γίνεται μέρος της συνολικής κοινωνικής βελτίωσης που επιδιώκει ατομικά ο άνθρωπος.

Κάπου στο σημείο αυτό ξεκινάει και ο σοσιαλισμός ως κοσμοθεωρία που οφείλει να εντάσσει, να περιλαμβάνει τον άνθρωπο ως ατομικότητα σε μια αυτόβουλη, «ευχάριστη», ελευθεριακή  (και μη καταπιεστική) συλλογικότητα. 

Ουσιαστικά πρόκειται για μία ισορροπία μεταξύ ατομικού και συλλογικού, ακόμα και για μια ισορροπία αντίληψης, για την οποία δεν μπορούμε να θεσπίσουμε νόμους, αλλά πάντα θα πρέπει να «εξυπηρετεί» και να κινείται με βάση τους κανόνες της ατομικής ελευθερίας και της αναζήτησης, σε τέτοιο βαθμό ώστε το άτομο να έχει την αξία του να μπορεί να είναι ίσος παράγων της ισορροπίας αυτής, να μετέχει σε αυτή και να την συνδιαμορφώνει ισότιμα και εντέλει σε καθεστώς ισότητας (δημοκρατία).

Μόνο με τους όρους αυτούς μπορούμε να μιλάμε για σοσιαλισμό, χωρίς τους όρους αυτούς ισορροπία δεν δύναται να υπάρξει, ανατρέπεται και οδηγούμαστε είτε στον άκρατο ατομισμό της ζούγκλας είτε στην κυριαρχία του κοινωνισμού και των ατόμων που την εκφράζουν και την θεσμίζουν έναντι των λοιπών που οδηγεί στις ολιγαρχίες και στις απολυταρχίες. Τελικά οδηγούμαστε σε ένα  ουσιαστικό συντηρητισμό που μεταφράζεται σε τελμάτωση της ελευθερίας και της προσπάθειας βελτίωσης των «ανθρωπίνων πραγμάτων». Τον συντηρητισμό αργά ή γρήγορα θα τον ανατρέψει σε κάθε επίπεδο, η προσπάθεια για το καλύτερο που πάντα χαράζουν ή εφευρίσκουν κάποιοι «ευαίσθητοι» πρωτοπόροι. Τον συντηρητισμό αυτό αποφεύγουν και καταλύουν ουσιαστικά οι πιο πάνω «ισορροπίες» αυτές της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, χωρίς νόμους και αξιώματα, αλλά μόνο με την ελευθεριακή κοινωνική αυτοθέσμισή απλών κανόνων. 

Πρέπει λοιπόν για όσους από εμάς αντιλαμβανόμαστε ως αναγκαιότητα για την ελευθερία και την βελτίωση των του ανθρώπου πραγμάτων, την πρόταξη του κοινωνικού ίσου, να αποτελεί προτεραιότητα η ελεύθερη, ίση συμμετοχή του ανθρώπου, όλων ανεξαίρετα, σε άπαντα τα κοινωνικά δρώμενα με την έννοια της ουσιαστικής δυνατότητας συνδιαμόρφωσης αυτών. Αυτός είναι ο μόνος κανόνας της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού. Αυτό είναι το μόνο και το πρώτο που πρέπει να καταλάβουμε, να διδάξουμε και να κάνουμε.

Advertisements

1 σχόλιο »

  1. Όπως πάντα οι απόψεις σου είναι σημαντικές και απολύτως σεβαστές. Αν μου επιτρέπεις μόνο δύο-τρεις σκέψεις.
    Α. Στην ιστορία είναι ίσως δόκιμο να μιλάμε όχι για νόμους αλλά για νομοτέλειες.
    Η νομοτέλεια είναι η συνήθης και αναμενόμενη εξέλιξη στο μέτρο, που θα συμπέσουν συγκεκριμένες υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες.
    Οι φυσικοί νόμοι είναι περισσότερο απόλυτοι, υπό την έννοια ότι εδράζονται απολύτως στη σχέση αιτίου και αιτιατού. Ετσι από την ύπαρξη ιδίων παραμέτρων στη φύση προκύπτει αναγκαία το ίδιο αποτέλεσμα. Αν από φαινομενικά ίδια αίτια φαίνεται να προκύπτουν διαφορετικά αποτελέσματα, αυτό κατά πάσα πιθανότητα δεν οφείλεται σε ατέλεια του φυσικού νόμου, αλλά σε αδυναμία του επιστήμονα να διακρίνει όλες απολύτως τις συνιστώσες, που συμπίπτουν στο επίπεδο του αιτίου.
    Ακόμη και η παρουσία μεταλλάξεων δεν αποτελεί κατά τη γνώμη μου εξαίρεση του κανόνος. Οι μεταλλάξεις είναι ποιοτικές αλλαγές, που προέρχονται από συσσώρευση συγκεκριμένων ποσοτικών αλλαγών. Αυτό το συγκεκριμένο λοιπόν πλήθος ποσοτικών αλλαγών είναι απλούστατα μια επιπλέον παράμετρος του αιτίου, που χωρίς εξαίρεση οδηγεί σε πανομοιότυπο αιτιατό, υπό την προϋπόθεση ότι και οι άλλες παράμετροι υφίστανται.
    Β.Τέλος οι νόμοι ως ρυθμιστικοί κανόνες κοινωνικών δομών και σχέσεων είναι εκ γενετής ξεπερασμένοι, υπό την εξής έννοια. Η κοινωνία παράγει φαινόμενα χρήζοντα νομικής ρύθμισης. Με καθυστέρηση ο νομοθέτης αντιλαμβάνεται αρχικά την ανάγκη νομοθετικής ρύθμισης και αργότερα καταφέρνει κάποια στιγμή να νομοθετήσει. Όταν λοιπόν μετά από καιρό φθάνει η στιγμή εφαρμογής ενός νόμου οι κοινωνικές συνθήκες έχουν αλλάξει και ο νόμος έχει ήδη παύσει να ανταποκρίνεται στην τρέχουσα κοινωνική πραγματικότητα, που δεν είναι στατική άλλά δυναμική και αενάως μεταβαλλόμενη. Αυτός είναι κατά τη γνώμη μου ο βασικός λόγος, που οι νόμοι παραβιάζονται, δεν εφαρμόζονται ή καταργούνται στην πράξη και όχι τόσο η έμφυτη ανθρώπινη παραβατικότητα. Γιατί ο νομοθέτης μοιάζει με ένα ράφτη, που παίρνει τα μέτρα στον πελάτη (κοινωνία) σε μια δεδομένη χρονική στιγμή και φτιάχνει ένα κουστούμι (νομοθέτημα), που το παραδίδει μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Στο μεταξύ όμως ο πελάτης(κοινωνία) έχει αλλάξει σωματότυπο. έχει μεγαλώσει, έχει αλλάξει γούστο, οπότε το κουστούμι(νομοθέτημα) είναι λίγο ως πολύ άσχετο με τις τρέχουσες ανάγκες και επιθυμίες του.
    Και αυτά είναι η καλή εκδοχή της νομοθετικής λειτουργίας. Δεν συζητάμε για την περίπτωση, όπου ο νόμος είναι ένα αντικοινωνικό κατασκεύασμα μιας τάξης, που τον χρησιμοποιεί σαν εργαλείο εκμετάλλευσης μιας άλλης. Εκεί πλέον δεν πρόκειται για νόμους ρυθμιστικούς των κοινωνικών σχέσεων, αλλά για νομοθετική κατοχύρωση καταπιεστικών μηχανισμών, εναντίον των οποίων νομοτελειακά γεννούνται όχι απλές ατομικές παραβατικές συμπεριφορές, αλλά αντίρροπες κοινωνικές δυνάμεις, οι οποίες οδηγούν στην ακύρωση τέτοιων νομοθετημάτων ενίοτε και με επαναστατικό τρόπο.
    Γ. Η ισότητα και η ελευθερία υπήρξαν ζητούμενα και προτάγματα όλων σχεδόν των κοινωνικών θεωριών και συστημάτων. Η Γαλλική επανάσταση προσέθεσε και την έννοια της αδελφοσύνης, ως συστατικό στοιχείο της (αστικής) δημοκρατίας. Ο σοσιαλισμός είναι έννοια ευρύτερη, που εμπεριέχει στο σύνολό της την έννοια της δημοκρατίας. Γι αυτό ο όρος σοσιαλδημοκρατία είτε ως λεκτικός πλεονασμός είτε ως υπαινιγμός αντιδιαστολής προς δήθεν αντιδημοκρατικά σοσιαλιστικά μοντέλα είναι αδόκιμος, αντιεπιστημονικός και κακόβουλος.
    Το κρίσιμο ζήτημα λοιπόν δεν είναι η ισότητα, η ελευθερία κ.λ.π αλλά πως αυτά επιτυγχάνονται. Εκεί βρίσκεται η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των διαφόρων συστημάτων. Ο σοσιαλισμός λοιπόν διέλυσε τους μύθους περί αγαθής διακυβέρνησης και κατέδειξε ότι για την εδραίωση μιας υγιούς ανθρωποκεντρικής κοινωνίας δεν αρκούν οι καλές προθέσεις των επίδοξων κυβερνητών, αλλά χρειάζονται συγκεκριμένες οικονομικές δομές και σχέσεις.
    Ζητώ συγγνώμη για την πολυλογία μου.

    Σχόλιο από choricos — Απρίλιος 21, 2008 @ 10:17 πμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: