Διάλογος για την Κοινωνία

Δεκέμβριος 3, 2007

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ, ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗ: ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΘΕΛΚΤΙΚΗ, ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ, ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗ: ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΘΕΛΚΤΙΚΗ, ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ 

Για τις ανάγκες του παρόντος κειμένου θα αποκαλέσουμε «παιδεία»[1] , το τμήμα  της που αποτελεί αντικείμενο του εκπαιδευτικού συστήματος και σε αυτό αναφέρεται από την άποψη της παροχής ειδικών επιλεγμένων γνώσεων. Η γνώση ως ευρύτερη έννοια περιλαμβάνει το σύνολο της πληροφορίας που τίθεται υπόψη του ανθρώπου ώστε να κατανοήσει και γνωρίσει το σύνολο των υλικών και άϋλων στοιχείων που βρίσκονται παντού γύρω του.

Η «παιδεία» στην Ελλάδα παρέχεται κατά βάση μέσα από ένα οργανωμένο σύστημα, που λειτουργεί υπό την κρατική μέριμνα ή εποπτεία. Νομίζω πως θα ήταν ανεδαφικό σήμερα να θέσουμε, ως θέμα προς διερεύνηση, το, εάν θα ήταν προτιμότερη η ατομική και όχι ομαδική παιδεία, δηλ. η μόρφωση του καθενός με τον τρόπο και το περιεχόμενο που αυτός θέλει και εάν θέλει.

Η «παιδεία» αποτελεί κοινωνικό αγαθό υψίστης και ουσιώδους σημασίας και το μέγιστο πνευματικό αγαθό που μπορεί και οφείλει να παρέχει ένα κράτος στους πολίτες του. Είναι παράλληλα, η παιδεία, μια προετοιμασία του μέλλοντος μιας χώρας, καθώς κατά βάση αναφέρεται στη νέα γενιά.

Πολλά, πάμπολλα θα μπορούσε να γράψει κανείς για την παιδεία και όσα μπορεί να προσφέρει, αλλά θέμα μου είναι οι παθογένειες που αυτή εμφανίζει. Είναι γνωστό σε όλους ότι η εκπαιδευτική διαδικασία δεν είναι μια διαδικασία εύκολη για τον μαθητή, απαιτεί προσήλωση και ιδιαίτερο κόπο. Συνδεόμενη με το σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια βαθμίδα της (Α.Ε.Ι. , Α.Τ.Ε.Ι.) και με την προσδοκία για επαγγελματική και κοινωνική ανέλιξη, γίνεται υπόθεση ιδιαίτερα αγχώδης για τους μαθητές και τις οικογένειές τους.

Σε μια κοινωνία όπως αυτή που περιέγραψα στο «όραμα του δημοκρατικού σοσιαλισμού» ο προβληματισμός θα ήταν εντελώς διαφορετικός, εάν τελικά υπήρχε … .

Η πραγματικότητα της παιδείας στην χώρα μας, σήμερα, είναι ιδιαίτερα προβληματική, ζοφερή θα έλεγα και για αυτή, αν και δεν είμαι εκπαιδευτικός, θα ήθελα να καταθέσω κάποιες απόψεις μου.  

1.         Ένα ζήτημα που χρόνια με απασχολεί και απασχολεί και το σύνολο των εμπλεκομένων προσώπων είναι το γεγονός ότι το σχολείο όχι μόνο δεν είναι θελκτικό για τους μαθητές, αλλά είναι και εντελώς απωθητικό, εντελώς αρνητικό για αυτούς. Είναι σαφές και δεν πρέπει να υπάρχουν βάσιμες αντιρρήσεις ότι το εκπαιδευτικό σύστημα λειτουργεί για την συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών (αλλά και φοιτητών – σπουδαστών) ως καταναγκαστικό καταπιεστικό έργο. Είναι επίσης ευνόητο ότι η αντιμετώπιση αυτή του σχολείου – εκπαιδευτικού συστήματος δημιουργεί σαφές πρόβλημα στην μάθηση, στην λήψη της γνώσης, καθώς το σχολείο αποτελεί πλήρως αρνητικό δεδομένο και ενασχόληση για τους μαθητές.  

2.           Στο σημείο αυτό θα πρέπει να κατανοηθεί ότι υφίσταται μια χαώδης λογική αντίφαση: από την μία πλευρά υπάρχει η παροχή γνώσεων, την οποία θα έπρεπε οι μαθητές να αντιμετωπίζουν θετικά , από την άλλη υπάρχει αυτό που ήδη αναφέρθηκε, η αρνητική καταπιεστική εικόνα της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο μυαλό των μαθητών. Η αντίφαση αυτή δεν προκαλείται βέβαια από μόνη της, αλλά για να δώσουμε λύσεις θα πρέπει να την αναλύσουμε ως προς τις αιτίες της. 

3.         Απομόνωση αμειγώς υποκειμενικών παραγόντων. Στην αρνητική – μη θελκτική θεώρηση του σχολείου είναι σαφές ότι υπεισέρχονται αμειγώς υποκειμενικοί παράγοντες που αφορούν τον καθένα μαθητή. Οι παράγοντες, μπορεί να ξεκινούν από προσωπικά ζητήματα υγείας (ψυχικής, διανοητικής ή σωματικής) και να καταλήγουν σε ζητήματα οικογενειακών, κοινωνικών ή άλλων ατομικών επιρροών. Είναι σαφές ότι το ζήτημα αυτό είναι καθαρά ατομικό και θέμα συνολικής ή ατομικής μέριμνας φυχολογίας, ψυχιατρικής ή ιατρικής. Σκοπός όμως δεν είναι να μιλήσουμε για αυτά τα φαινόμενα που πολλές φορές επιδιώκεται να αντιμετωπιστούν με την δημιουργία ειδικών σχολείων ή την ψυχολογική υποστήρικη, σκοπός είναι να σταθούμε στο φαινόμενο ως φαινόμενο συνολικής αντίληψης – θέσης των μαθητών.       

4.         Η απόκτηση γνώσεων είναι ένα ζητούμενο που χρήζει κόπο από τους μαθητές, οι διδασκόμενοι πρέπει να πιέσουν τους εαυτούς τους για να μάθουν. Αυτό δημιουργεί μία καταρχήν αρνητική στάση, η οποία όμως θα έπρεπε να εκμηδενίζεται από όσα προσφέρει η γνώση στον άνθρωπο, η επιβράβευση, η ευχαρίστηση που έρχεται από την κατοχή της γνώσης είναι πολύ ανώτερη ως συναίσθημα από τον «κόπο» που κάποιος καταβάλλει για να φθάσει ως το σημείο αυτό.  Με τον τρόπο αυτό όταν γνωρίζεις ότι θα φθάσεις στην γνώση αίρεται ευθύς εξαρχής κάθε πιθανό αρνητικό στοιχείο – πρόθεση. Αναρωτήθηκε κανείς γιατί οι μαθητές διαβάζουν άνετα και ευχάριστα βιβλία που τους προσφέρουν σειρά εξωσχολικών γνώσεων και όχι τα σχολικά τους βιβλία;  

5.         Αναλύοντας τους πιθανούς παράγοντες αυτής της «παθογένειας» του εκπαιδευτικού συστήματος θα πρέπει να αναφερθώ πρωτίστως στον καταπιεστικό εξουσιαστικό χαρακτήρα της σχέση διδάσκοντα – διδασκόμενου. Το εξουσιαστικό φαινόμενο αυτό όταν ξεπερνά τα όρια του σεβασμού, δημιουργεί όπως κάθε δράση και την αντίστοιχη αντίδραση, όταν η δράση είναι έντονη και αδικαιολόγητη, το ίδιο έντονη είναι και η αντίδραση του μαθητή, με τελικό, έσχατο όριο πέραν της σύνδεσης της καταπίεσης με την γνώση, αυτό της ολικής άρνησης της γνώσης και του σχολείου.  

6.         Πέραν όμως του φαινομένου αυτού που εξαρτάται και από την διοικητική προσέγγιση της ρύθμισης της σχέσης διδάσκοντα – διδασκόμενου, το ίδιο το σχολείο λειτουργεί καταπιεστικά για τους μαθητές. Τα σχολεία έχουν μετατραπεί σε συνεχή εξεταστικά κέντρα, στα σχολεία αντικείμενο της λειτουργίας τους δεν αποτελεί η λήψη γνώσης, αλλά η λήψη ενός καλού βαθμού, η επιτυχία στις εξετάσεις, ο κακώς εννοούμενος ανταγωνισμός μεταξύ των μαθητών, η είσοδος στα Α.Ε.Ι. και εν τέλει η πιθανή επαγγελματική αποκατάσταση. Το σχολείο έχει ξεστρατίσει από τον αντικειμενικό του σκοπό που είναι η προσφορά γνώσης, εάν θέλετε και ευρύτερης παιδείας και μόρφωσης κάθε είδους και έχει μετατραπεί σε ένα καταπιεστικό εξουσιαστικό μηχανισμό που ταλανίζει τους μαθητές και τους θέτει ευθύς εξαρχής ενώπιον ενός πρώιμου κοινωνικού και ατομικού δαρβινισμού που έχει ως στόχο της επιλογή των «καλύτερων», των πιο ευπροσάρμοστων κατ’ εμέ στις ανάγκες της αγοράς. Ο άγριος ανταγωνισμός ξεκινά κιόλας από την 1η τάξη του Δημοτικού και γιγαντώνεται στην πορεία, καθώς στόχος του σχολείου δεν είναι να μάθουν όλοι, αλλά να ξεχωρίσουν και διαβαθμιστούν οι μαθητές. Αυτός είναι ένας αρνητικός παράγοντας για τον οποίο οι μαθητές βλέπουν αρνητικά το σχολείο, μέσα μάλιστα από την κοινωνική συντροφικότητα που αναπτύσσουν μεταξύ τους. Ο «καλός μαθητής» για τα επίσημα σχολικά – καθηγητικά πρότυπα δεν είναι ο μαθητής που μπορεί να κατανοήσει, αλλά ο μαθητής «φυτό» που αποστηθίζει κάθε ανούσια πληροφορία και επιτυγχάνει στις εξετάσεις. Την αντίφαση γνώσης – εξετάσεων («φυτού») αντιλαμβάνονται ακόμα και υποσυνείδητα οι μαθητές που αρνούνται να συναινέσουν και να αποδεχθούν μια τέτοια λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος.  

7.         Φαινόμενο με διαφορετική βάση είναι αυτό της επιβολής άχρηστων, χωρίς ουσία εξειδικευμένων γνώσεων. Το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα με την λειτουργία του ως εξεταστικού κέντρου διαλογής μαθητών, αλλά και προκειμένου να βολέψει σε φροντιστηριακά μαθήματα τους χιλιάδες άνεργους καθηγητές που παράγει, ακόμα εάν θέλετε και για να ενισχύσει την ταξική ανισότητα του εκπαιδευτικού συστήματος[2]  φορτώνει τα σχολικά προγράμματα με μία σειρά ανούσιων μαθημάτων και κυρίως με ειδικές «γνώσεις» – πληροφορίες που δεν έχουν καμία απολύτως ή έστω ελάχιστη πραγματική αξία, που δεν αφορούν την γνώση αυτή καθεαυτή αλλά τον επιλεκτικό δοαχωρισμό και την λειτουργία του. Τον μαθητή είναι ευνόητο ότι δεν μπορεί να τον ενδιαφέρει ως γνώση η άσκηση χημείας που επιβάλλει ως στοιχείο την αντίδραση Ψευδαργύρου, Καλίου, Χρωμίου και Χλωρίου. Δεν πρόκειται για γνώση που μπορεί να έχει θελκτική αντιμετώπιση από τους μαθητές, αλλά λειτουργεί ως βάσανο μόνο, καθώς δεν παρέχει την ευχαρίστηση της πραγματικής κατανόησης και της επίγνωσης. Ετσι η «γνώση» χάνει το θελκτικό ουσιαστικό της νόημα, δεν προσφέρει και δεν αποτελεί εξήγηση του κόσμου για τους μαθητές, αλλά παραμένει βάσανος με μόνο σκοπό την βαθμολογική, κοινωνική, εμπορική διαλογή.  

8.         Ένα επίσης αρνητικό φαινόμενο που θα ήθελα να επισημάνω και αφορά και την προετοιμασία συγκροτημένων ή μη ανθρώπων είναι η μη ύπαρξη ολοκληρωμένων γνωσιακών αντικειμένων – βιβλίων, αλλά η πολυδιάσπασή τους στην παροχή μερικών ειδικών γνώσεων, ακόμα και αντι-λογικής (π.χ. ο Ελέφαντας που είναι πράσινος και πετά ελικόπτερο που είναι βάρκα … !!!) πριν διδαχή της λογικής και του επιστητού.  

9.         Θυμήθηκα πρόσφατα με άλλους συμμαθητές μου «τα Ψηλά Βουνά» του Ζαχ. Παπαντωνίου, ως το μοναδικό αναγνωστικό που θυμόμαστε από τα σχολικά μας χρόνια, το εντυπωσιακό είναι ότι όλοι θυμόμασταν το ίδιο βιβλίο. Αντίστοιχα θυμόμασταν μόνο με καλές αναμνήσεις τους ελάχιστους καθηγητές που εισέρχονταν στην ανάλυση και εξήγηση των φαινομένων και γνώσεων που δίδασκαν στην κριτική τους θεώρηση και δεν βαθμολογούσαν ως διαχωριστικές μηχανές εργοστασίου. Το μάθημα με αυτούς ήταν απόλαυση …, ήταν χαρά. Χαρά της επαφής με την γνώση, με την ανάλυση, την σύνθεση και την πραγματικά βαθειά κατανόηση των φαινομένων, το μάθημα με αυτούς προσέφερε πραγματικά την χαρά της γνώσης. 

10.       Κάπου εκεί θα ήθελα να καταλήξω με τις προτάσεις μου. Για να γίνει το σχολείο, σχολείο γνώσης, για να αποκτήσει πραγματική αξία και να είναι θελκτικό για τους μαθητές, θα πρέπει να αποκτήσει διαφορετική δομή λειτουργίας και διαφορετικούς στόχους. Θα πρέπει πρώτα από όλα να παύσει να είναι καταπιεστικό ως σύστημα εξουσίας στρατιωτικού τύπου και να βασίζεται στον σεβασμό που προέρχεται από την γνώση. Θα πρέπει το σχολείο να παύσει να είναι κρεατομηχανή ευαίσθητων παιδικών ψυχών που αποβλέπει στον διαχωρισμό των οικονομικά πιο εκμεταλλεύσιμων από το υπάρχον σύστημα. Θα πρέπει το σχολείο να είναι σχολείο και πηγή δημοκρατίας, πηγή ουσιαστικής εκπαίδευσης και γνώσης, σχολείο συλλογικής εργασίας, ένα σχολείο θελκτικής και ουσιαστικής γνώσης. 

 

11.        Τι θα πρότεινα, πέραν όσων προκύπτουν από τα ανωτέρω και χωρίς πολλά έξοδα:

           Τροποποίηση – πραγματική μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος με αλλαγή φιλοσοφίας, ώστε το σχολείο να αποτελεί σχολείο γνώσης και όχι εξεταστικό κέντρο εισαγωγικό για τα Α.Ε.Ι. .

           Αλλαγή του διοικητικού οργανογράμματος των σχολείων, ώστε να καταστούν πιο ανοικτά και δημοκρατικά, κατάργηση του θεσμού της αποβολής και των πειθαρχικών κυρώσεων και αντικατάστασή τους από θεσμούς που προβάλλουν την γνώση, π.χ. μια εργασία που παρουσιάζεται στους συμμαθητές σχετική με το αντικείμενο που προκάλεσε την έπιβολή της μελέτης. Συναπόφαση από τους συμμαθητές για την επιβολή της.

           Συγγραφή ή επιλογή βιβλίων που έχουν αρχή, μέση και τέλος, που αποτελούν ενότητα γνώσης και όχι αποσπάσματα … (αποσπασματική γνώση), φλιναφήματα ή άνωθεν επιβολές άποψης.

           Τροποποίηση – αλλαγή του αντικειμένου των βιβλίων μαθημάτων, ώστε οι μαθητές να μην γίνονται αποδέκτες, αποστηθιστές – ψιττακιστές άχρηστων ειδικών γνώσεων, αλλά πρωτίστως να μαθαίνουν και να κατανοούν την ουσιαστική σημασία κάθε μαθήματος, την έννοια της κοινωνικής – γνωσιακής του χρησιμότητας, την ανάλυση και την σύνθεση ως μέσο κατανόησης και χρήσης της γνώσης, κριτική προσέγγιση του γνωστικού αντικειμένου.

           Αλλαγή του θεσμού των εξετάσεων – αποστήθισης άχρηστων ειδικών γνώσεων. Αντικατάσταση των εξετάσεων – διαγωνισμάτων από ελεύθερες μελέτες ανάλυσης και σύνθεσης πάνω στο γνωστικό αντικείμενο, που παρουσιάζουν οι μαθητές στους συμμαθητές του, πιθανόν και σε μεγαλύτερο κοινό. Κριτική συζήτηση και αξιολόγηση των μελετών και από τους ίδιους τους μαθητές. Εισαγωγή συλλογικών μελετών και συλλογικών κοινωνικών δράσεων.

           Τροποποίηση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, κατάργηση μαθημάτων χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, εισαγωγή νέων μαθημάτων που βοηθούν στην εμβάθυνση της διαδικασίας ανάλυσης – σύνθεσης, κατανόησης και κριτικής σκέψης. Μαθήματα πολιτισμού, δημοκρατίας  και ουσιαστικής κοινωνικής σκέψης. Δυνατότητα των μαθητών και των εκπαιδευτικών στην από κοινού διαμόρφωση τους εκπαιδευτικού προγράμματος.

           Εξασφάλιση ελάχιστου ελεύθερου χρόνου για τους μαθητές με ευθύνη του σχολείου.

 

                  Περιμένοντας και τις δικές σας προτάσεις θαρρώ ότι οι τροποποιήσεις – αλλαγές αυτές είναι αναγκαίες, θαρρώ ότι μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην διαμόρφωση ενός ανοικτού, δημιουργικού και θελκτικού για τους μαθητές σχολείου.                      


[1] Με τον όρο παιδεία μπορεί να ταυτιστούν εννοιολογικά και ζητήματα ευρύτερα ή μερικότερα, αλλά το παρόν κείμενο αφορά την παιδεία που παρέχεται μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα.

[2] Αυτό υφίσταται οπωσδήποτε ως αποτέλεσμα

Advertisements

4 Σχόλια »

  1. Φίλε Δημήτρη.
    Μετά από καιρό πάλι εδώ.
    Το θέμα μιας παιδείας, που θα προσφέρει γνώση και όχι απλώς προετοιμασία για ανώτερα επίπεδα εκπαίδευσης είναι παλιό και δυστυχώς, σκοντάφτει σε τοίχους συμφερόντων και μικροκομματικών αντιπολιτευτικών άναρθρων κραυγών.
    Τώρα πια έχει μπει στο φαύλο κύκλο της κυβερνητικής απαξίωσης για την προώθηση των ιδιωτικών οραμάτων της «Νέας Διακυβέρνησης»
    Οι προτάσεις μας θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα ώριμης σκέψης και διαρκούς ζύμωσης.
    Θα επανέλθω με σκέψεις γι’αυτό το θέμα

    Σχόλιο από animalis — Δεκέμβριος 4, 2007 @ 8:25 μμ | Απάντηση

  2. Αγαπητέ φίλε Χρήστο
    Εχω ένα ακόμα έτοιμο για την παιδεία και για ένα πραγματικό σχολείο και όχι για ένα μηχανισμό απαξίωσης των ανθρώπων.

    Σχόλιο από dimkaramitsas — Δεκέμβριος 19, 2007 @ 9:07 πμ | Απάντηση

  3. Χρόνια Πολλα και καλή χρονιά Υγεία και… Αντοχή.

    ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ part II

    Σχόλιο από papaioannou — Δεκέμβριος 31, 2007 @ 12:09 πμ | Απάντηση

  4. Αγαπητέ thepo

    Για μένα το εκπαιδευτικό σύστημα χρήζει εκ βάθρων αναθεώρησης.

    Μοναδικοί σκοποί του πρέπει να είναι η γνώση και η ελεύθερη σκέψη.

    Πρέπει δηλ. να κινηθούμε σε ένα σχολείο που θα μεταδίδει θετικά – θελκτικά μηνύματα προς τους μαθητές.

    Η διαδικασία αξιολόγησης, όπως την εννοούμε σήμερα, πρέπει να καταργηθεί.

    Αυτό που πρέπει να κάνει ένα σχολείο είναι να ωθεί τον μαθητή στην γνώση, να του υποδεικνύει στην χρησιμότητα και στην χρηστική της αξία.

    Κυριότερο όμως από αυτό είναι να διδάσκει τον μαθητή μία μόλις διαδικασία: που βρίσκεται η γνώση, πως την προσεγγίζω και την κάνω κτήμα μου – πως αναλύω τα δεδομένα της γνώσης – πως συνθέτω άποψη επί της γνώσης και του περιεχομένου της.

    Είναι το σχολείο των ελεύθερα σκεπτόμενων ανθρώπων, των σκεπτόμενων μαθητών και όχι των μαθητών ρομπότ, των έτοιμων για την παραγωγική εκμετάλλευσή τους.

    Ο μαθητής δεν μπορεί να είναι μόνο αποδέκτης, δεν πρέπει να είναι σχεδόν καθόλου αποδέκτης: της εξουσίας του καθηγητή, της εξουσίας του συστήματος, της εξουσίας της οικονομίας … .

    Πρέπει ο ίδιος να ωθείται ώστε να γνωρίσει τον κόσμο, να τον αντιληφθεί μέσα από τα δικά του μάτια, να συνθέσει άποψη και εν τέλει με μία ανοικτή δημοκρατική διαδικασία και ένα διάλογο με τους «ομοίους» του να καταλήξει σε συνθέσεις θέσεων, απόψεων, προτάσεων.

    Αυτή είναι για μένα η ουσιαστική διαδικασία παιδείας και κοινωνικοποίησης, αυτό σημαίνει δημοκρατικό και ουσιαστικό εκπαιδευτικό σύστημα γνώσης.

    Ο καθηγητής απλά επικουρεί, δίνει τις πηγές, τις κατευθύνσεις για την έρευνα και συμπληρώνει με την γνώμη του, μετέχοντας ισότιμα στην διαδικασία.

    Θα φέρω ένα παράδειγμα από την ιστορία της Στ’ Δημοτικού .

    Ο καθηγητής ρωτάει ή αναθέτει σε κάθε μαθητή ένα κομμάτι, ένα θέμα : Ο Κωστάκης να βρεί για το «κρυφό σχολειό, αν υπήρχε ή όχι» , η Μαρία » για την Μικρασιατική Καταστροφή και τα γεγονότα της Σμύρνης» κ.ο.κ.

    Ο καθηγητής αναφέρει ποιές είναι οι ιστορικές πηγές και που θα ανατρέξει ο μαθητής για να τις βρεί και ορίζει ή συναποφασίζει ότι την άλλη εβδομάδα το μάθημα της ιστορίας θα είναι π.χ. το κρυφό σχολειό, ώστε να προετοιμαστούν και οι υπόλοιποι.

    Ο μαθητής που έχει αναλάβει την έρευνα παρουσιάζει στους υπόλοιπους όσα βρήκε και έγγαψε (μαθαίνει έτσι να αναλύει, να συνθέτει και να «διδάσκει»).

    Ακολουθεί διαλογική συζήτηση και παράθεση τυχόν άλλων απόψεων, θέσεων και πηγών … . Στο τέλος, εάν είναι δυνατόν, οι μαθητές ψηφίζουν και αποφασίζουν επί των θεμάτων που τέθηκαν, κρίνοντας οι ίδιοι και για την ποιότητα της έρευνας (όχι πολιτικά, αλλά τεχνικά).

    Την άλλη εβδομάδα το θέμα αλλάζει κ.ο.κ.

    Προκύπτουν μαθητές – σκεπτόμενοι ελεύθεροι άνθρωποι.

    Αυτό για μένα αποτελεί μαι δημοκρατική κοινωνία σχολείου.

    Αυτό που αξιολογεί ο καθηγητής (αν πρέπει τελικά να αξιολογήσει) είναι η γενική εικόνα του μαθητή, το πόσο συμμετέχει συνολικά και όχι η στειρότητα του ψιττακισμού και τούτο λαμβάνοντας υπόψη και την γνώμη των υπολοίπων μαθητών για τον συμμαθητή τους.

    Ετσι χτίζεται μια πραγματική εκπαίδευση – παιδεία, ένα σχολείο σκέψης και δημιουργίας.

    Σχόλιο από dimkaramitsas — Μαρτίου 22, 2008 @ 1:06 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: