Διάλογος για την Κοινωνία

Νοεμβρίου 14, 2009

Η «ΨΕΥΔΟΑΡΙΣΤΕΡΑ» ΒΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΤ» ΕΝΤΟΛΗ ΤΩΝ ΑΦΕΝΤΙΚΩΝ ΤΗΣ.

Η «ΨΕΥΔΟΑΡΙΣΤΕΡΑ» ΒΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΤ» ΕΝΤΟΛΗ ΤΩΝ ΑΦΕΝΤΙΚΩΝ ΤΗΣ. 

 

“Η ιστορία ξαναγράφεται από τους ίδιους νικητές”.

Λίγες δεκαετίες πριν, βιώναμε στην χώρα μας την διαστρέβλωση των ιστορικών πραγματικών περιστατικών.

Μαθαίναμε άλλες “αλήθειες” από τις πραγματικές. Κατασκευασμένες ανακρίβειες που εξυπηρετούσαν τις σκοπιμότητες των νικητών και της εξουσίας.

Η πένα των “ιστορικών” και η ισχύς της εξουσίας, που κατασκεύαζε χαλκευμένες πληροφορίες, κατασκεύαζε και ιστορικές εικονικές πραγματικότητες για να εγκλωβίσει τους ανθρώπους και τις κοινωνίες.

Ας μην νομίσουμε ότι το φαινόμενο αυτό είναι μόνο εγχώριο ή ότι σταμάτησε.
Κάποιοι αυτοαποκαλούμενοι “αριστεροί” διαμαρτύρονταν έντονα για τα “χαλκεία” της ιστορίας και ζητούσαν την αποκάλυψη της αλήθειας για τα ιστορικά συμβάντα.

Σε κάποιους επιγόνους τους, δόθηκε από τους ίδιους αφέντες- εργοδότες η εργολαβία, το δικαίωμα να ξαναγράψουν την ιστορία, να την αναθεωρήσουν. Δεν την αναθεώρησαν όμως και δεν την αναθεωρούν με πραγματικά γεγονότα, αλλά με νέα “χαλκεία”, με νέες σκοπιμότητες. Ως συνεπείς εργολάβοι πράττουν σύμφωνα με όσα τους διέταξαν οι εργοδότες τους.

Ιστορία όμως είναι η καταγραφή και συγκέντρωση πραγματικών γεγονότων. Η κριτική παρέμβαση του ιστορικού επιτρέπεται μόνο για να ξεδιαλύνει ποιό στοιχείο είναι πραγματικό και αληθές και ποιό σκόπιμα χαλκευμένο και προκειμένου να κρίνει την σκοπιμότητα της πηγής. Τα συμπεράσματα από την Ιστορία ανήκουν πάντοτε στις κοινωνίες και όχι στους ιστορικούς.

Σε όλο τον πλανήτη, μια ψευδο-αριστερά έχει αναλάβει τον ρόλο να ξαναγράψει την Ιστορία.  

Το 1ο παράδοξο είναι, το πως σε ένα κόσμο που κυριαρχείται από τον καπιταλισμό, ανατίθεται το έργο αυτό (ακόμα και από δεξιές κυβερνήσεις) σε μία κατά δήλωσή της “αριστερά”;

Το 2ο παράδοξο είναι το γιατί οι ίδιοι “νικήτες” θέλουν να ξαναγράψουν την κίβδηλη ιστορία;

Είναι σαφές ότι η Ιστορία, όπως την αντιλαμβάνονται οι “νικητές” ανακλά πάντοτε κάποιες σκοπιμότητες.

Από τις σκοπιμότητες και μόνο, όπως εκδηλώνονται στο “ξαναγράψιμο” της ιστορίας (διότι δεν βρισκόμαστε στα μυστικά κέντρα αποφάσεων όσων ανέθεσαν το έργο στους εργολάβους «ιστορικούς») μπορούμε να υποθέσουμε τους σκοπούς, όσων ανέθεσαν το έργο στους ψευδοαριστερούς, ψευδοεπιστήμονες εργολάβους της Ιστορίας.

Σκοπός τους είναι να αμβλυνθούν οι ιστορικές διαφορές των λαών, των θρησκειών, των πολιτικών σε ένα συμπερασματικό πλαίσιο που θα επιβάλλει και θα επιτάσσει την απώλεια της εθνικής και πολιτικής συνείδησης. Η απώλεια των τελευταίων στοιχείων και η απόρριψη αυτών των χαρακτηριστικών είναι ίδιον των αυτοκρατοριών. “Ενας λαός, μία χώρα, ένας ηγέτης” , φώναζε ένας από τους τελευταίους επίδοξους αυτοκράτορες της γης και οι άλλοι αυτοκράτορες συγκρούστηκαν μαζί του … .

Αλλωστε από την παραγωγική άποψη του καπιταλισμού, η ομογενοποίηση και η ταυτότητα χαρακτηριστικών των προϊόντων αποτελεί στόχο.

Ο άνθρωπος καταναλωτής με συγκεκριμένες, προδεδομένες συνήθειες κατανάλωσης είναι ένα ζητούμενο.

Το ίδιο ζητούμενο είναι και ο πειθήνιος αγνωστικιστής άνθρωπος, χωρίς πολιτική σκέψη και βαθύτερα ζητούμενα, με κυρίαρχη την αντίληψη ότι όλα και όλοι είναι ίδια … .

Μία από τις πολλές τακτικές που χρησιμοποιούν τα κέντρα αποφάσεων και τα χρηματοδοτούμενα από αυτούς ευαγή ιστορικά ιδρύματα είναι και η “νεοκιβδηλεία” της ιστορίας. Αυτή στρέφεται στην ανακάλυψη ομοιοτήτων μεταξύ προσώπων και πραγματικών περιστατικών, χαλκεύει τα γεγονότα και επιβάλλει συμπεράσματα, ώστε να επιβάλλει ισορροπίες και όχι να καταδείξει τις επιδιώξεις και τις αλήθειες.

Μερικές δεκαετίες πριν, οι ίδιοι άνθρωποι και από τις δύο πλευρές είχαν λάβει εντολές να επιβάλλουν το μίσος και την μισαλλοδοξία. Πριν από μερικές δεκαετίες, στα χρόνια του ψυχρού πολέμου, βασίλευε το μαύρο – άσπρο. Τώρα οι εντολές είναι να βασιλεύσει το ροζ ή το γκρί.

Οι “δεξιοί” αποφασίστηκε να «πεφωτιστούν» και να ξεχάσουν το μίσος και οι “αριστεροί” έμειναν από χρηματοδότες και βρήκαν νέα αφεντικά, που τους έδωσαν νέες εντολές.

Η ιστορία όμως, εάν σκοπεί στα “πραγματικά περιστατικά” δεν θα έπρεπε να έχει κανένα ρόλο σε αυτές τις σκοπιμότητες.
Οταν οι ψευδοαριστεροί έρχονται να ξαναχαλκεύσουν την ιστορία, όπως οι “δεξιοί” πριν, δεν μπορούμε παρά να τους γυρίσουμε την πλάτη, παρά να τους καταγγείλουμε έντονα και φωναχτά.

Ανωθεν επιβολή απόψεων και γνώσης από κανένα δεν πρέπει να δεχόμαστε.

Ας φέρει ο οποιοσδήποτε τις πηγές του για να τις κρίνουμε και να τις εξετάσουμε.

“Συνωστισμοί”, “υγιεινοί περίπατοι στην έρημο” υπό την απειλή όπλων και διαγραφές πραγματικών περιστατικών από την Ιστορία δεν είναι αποδεκτοί και πρέπει να καταγγέλονται συνεχώς και ανελέητα.
Οι βιοτικές ανάγκες των ανθρώπων δεν μπορούν να ξαναγίνονται όπλο στα χέρια των εξουσιαστών του πλανήτη.

Η βιολογική ισότητα νόμων για τον άνθρωπο μπορεί να εξηγήσει την ιστορία στο βάθος της.

Η σκοπιμότητα να καλύψουν ακόμα μία φορά τα αίσχη τους με την βοήθεια πουλημένων εργολάβων της ιστορίας για να δημιουργήσουν νέα αίσχη δεν μπορεί να περάσει.

Τα νέα σκοτάδια δεν μπορούν να διαδεχθούν τα παλιά και τα βιβλία της ιστορίας πρέπει να τα επιστρέψουμε ως αζήτητα, εάν δεν περιέχουν τις πηγές τους και την κριτική άποψη για την εγκυρότητά τους.

Χίλια δυο ιστορικά γεγονότα έχουν αποτελέσει αντικείμενο κιβδηλείας.
Η ιστορία γράφεται χρόνια τώρα ως μυθιστόρημα και όχι ως επιστημονική γνώση με την παράθεση πηγών (που και αυτές κρίνονται για την εγκυρότητα και την σκοπιμότητά τους). Τα συμπεράσματα τα θέτει ο δήθεν “ιστορικός” στο στόμα του αναγνώστη, εάν δεν τα φωνάζει ο ίδιος και μάλιστα μονόπλευρα.

Αυτά πρέπει να τα ξεχάσουμε και τα “ιστορικά πονήματα” που δεν φέρουν αυτά τα χαρακτηριστικά πρέπει να τα πετάξουμε εκεί που ανήκουν: στα σκουπίδια.

Μένω στον Θουκυδίδη. Τουλάχιστον αυτός παρουσίαζε τις απόψεις και τις σκέψεις αμφοτέρων των πλευρών και σε χρόνο που οι σύγχρονοί του μπορούσαν να γνωρίζουν και να τον κατατάξουν στους “τα αληθή λέγοντες” ή στους “ψεύτες και τους συκοφάντες” της ιστορίας.

Αφεντικά η γνώση δεν μπορεί να έχει, γιατί τότε γίνεται όργανό τους.

Ας δούμε κριτικά με τα πιο πάνω εργαλεία την “ιστορία” που ξαναγράφουν οι εργολάβοι και οι εργολάβισσες της “ψευδοαριστεράς” για λογαριασμό των ίδιων αφεντικών και ας απορρίψουμε ό,τιδήποτε δεν φέρει τα πιο πάνω χαρακτηριστικά.

Ανάγκη από νέα ψέματα δεν έχουμε.

Οκτωβρίου 21, 2009

Η “ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ” ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

Ο καπιταλισμός έχει κατηγορηθεί ως το σύστημα που “εκμεταλλεύεται” την φύση δι’ ίδιον όφελος.

Η θεώρηση αυτή είναι κατά την γνώμη μου λάθος.

Και ο απλός άνθρωπος “εκμεταλλεύεται” την φύση δι’ ίδιον όφελος.

Στην πραγματικότητα, ο άνθρωπος είναι κομμάτι της φύσης, είναι μέρος της και δεν μπορεί αυτό να αποτελεί στοιχείο οποιασδήποτε έννοιας «εκμετάλλευσης». Ο άνθρωπος ζει μέσα στην φύση, όπως κάθε ζωικό είδος. Εκτός εάν κάποιοι θεωρούν εκμετάλλευση το γεγονός ότι αναπνέουμε οξυγόνο, τρεφόμαστε με φυτά και κρέας, αφοδεύουμε κλπ… δηλ. κάνουμε ό,τι κάνουν όλα τα άλλα θηλαστικά και είδη ζωής εν γένει στην φύση. Είναι δεδομένο ότι οι πιο πάνω λειτουργίες αποτελούν εξυπηρέτηση της φύσης, αφού πλαστήκαμε ώστε να έχουμε αυτές τις βιοτικές ανάγκες.

Ο καπιταλισμός κάνει στην πραγματικότητα κάτι άλλο: εκμεταλλεύεται τις ανθρώπινες ανάγκες παράγοντας “αξίες” και “υπεραξίες” και βλέπει τα αγαθά υπό την θεώρηση αυτή και μόνο. Στην τύφλωση αυτή της «αξιακής» θεώρησης των πάντων, καταπατά ή αδιαφορεί για τα δεδομένα της φύσης και δεν εννοεί τις αυθύπαρκτες φυσικές αξίες, διότι αυτές δεν υπάρχουν για αυτόν.

Για τον καπιταλισμό είμαστε εργατοώρες, αποδοτικότητα, κόστος εργασίας, κέρδος, καταναλωτές, αξίες, πελάτες και χίλια δύο άλλα που ακούτε από τους εκφραστές του και έχουν όλα «αξιακό» περιεχόμενο και θεώρηση.

Ανθρωποι πάντως με την βιολογική έννοια και κομμάτια της φύσης δεν είμαστε για αυτούς. Ισως να είμαστε κομμάτια του καπιταλιστικού συστήματος, εξαρτήματα και γρανάζια, υποζύγια και σφάγια, όμως ανθρώπινα όντα με την πραγματική έννοια του όρου, δεν είμαστε.

Ο καπιταλισμός λοιπόν “αξιοποιεί” την φύση (με όλα τα είδη που βιώνουν σε αυτή) με ένα όφελος, που διανέμεται αντίστοιχα με την μορφή της πυραμίδας  που ο ίδιος πάντοτε έχει. Αυτό κάνει: μόνο “αξιοποιεί”, δηλ. λογίζει τα πάντα ως “αξίες” με οικονομικό περιεχόμενο ή αντίκρυσμα. Αντίστοιχα, ο καπιταλισμός κατανέμει τις  ζημίες από την αξιοποίηση στην πυραμίδα του κατά τρόπο αντιστρόφως ανάλογο από τον τρόπο με τον οποίο κατανέμει το “όφελος”.

Την επιβάρυνση, τις ζημίες της “αξιοποίησης” τις πληρώνουν περισσότερο και πάντα όσοι πολλοί βρίσκονται στην βάση της πυραμίδας. Οι ευρισκόμενοι στην ανώτερη βαθμίδα της πυραμίδας έχουν τους τρόπους να αποφεύγουν την “εγκληματική μπόχα”, που οι ίδιοι προκαλούν “αξιοποιώντας” την φύση. Όταν μάλιστα οι συνεκτικοί αρμοί της πυραμίδας : η εξουσία και οι νόμοι της, λειτουργούν για να «τιμωρήσουν» κάποιες ακρότητες, που προκύπτουν από την αδιαφορία της «αξιοποίησης» (δεν αναφέρομαι καθόλου στο παρόν στον μηχανισμό δημιουργίας των νόμων και στην επάρκεια τους, ούτε καν στον σκοπό τους, διότι οι νόμοι π.χ. απλώς μπορούν να ρυθμίζουν τους κανόνες μεταξύ των «αξιοποιούντων» και τίποτα περισσότερο ), όταν π.χ. κάποιος καταλαμβάνεται να ρίχνει τοξικά απόβλητα στα ποτάμια για να μην χρεωθεί το κόστος άλλης επεξεργασίας τους, τότε και πάλι μετακυλύουν το κόστος λειτουργίας των κανόνων, των θεσμών στην κοινωνία της πυραμίδας, ανεβάζοντας τις «αξίες» και τις «υπεραξίες» στην διαδικασία «αξιοποίησης» που αυτοί κάνουν. Μάλιστα, η ανάγκη, η βιοτική ανάγκη αποφυγής των συνεπειών από τις ζημιές, κάνει τους ανθρώπους ολοένα και περισσότερο εξαρτώμενους από το σύστημα: π.χ. θέτω τον εαυτό μου ως αντικείμενο εξάρτησης και περαιτέρω εκμετάλλευσης για να πάρω ένα σπίτι σε περιοχή με καλύτερες συνθήκες από πλευράς μόλυνσης για να μεγαλώσουν σε καλύτερο περιβάλλον τα παιδιά μου κλπ. .

Εχω γράψει ότι πρέπει να καταργήσουμε τις «αξίες» και τις «υπεραξίες» πάνω στα αγαθά και να συνδέσουμε τα αγαθά απευθείας με τον άνθρωπο. Αυτό είναι ένα από τα κεντρικά ζητούμενα της κοσμοθεωρίας μου, της θεωρίας των βιοτικών αναγκών. Η ανάλυση της παραπάνω παραγράφου μπορεί να αποτελέσει για κάποιους σοβαρό ερέθισμα για να εννοήσουν το τι συμβαίνει και οπωσδήποτε εξηγεί πολλά από αυτά που συμβαίνουν γύρω τους. Για εμένα θέτει κάτι περισσότερο, την αναγκαιότητα κατάργησης του καπιταλισμού και όλων των «αξιοποιητικών» συστημάτων που προηγούνται χρονικά αυτού και πιθανόν να τον συνεχίσουν ή να τον αντικαταστήσουν.  

       Είπαμε και είδαμε, ότι ο καπιταλιστής κατά την διαδικασία «αξιοποίησης» της φύσης και των όντων της, αδιαφορεί στην πραγματικότητα για αυτή και ενδιαφέρεται μόνο για τις «αξίες» και «υπεραξίες» που μπορεί να παράγει από αυτή. Ο καπιταλιστής και ο καπιταλισμός γνωρίζει μόνο δύο έννοιες (οι οποίες στηρίζονται άμεσα στις «αξίες» του και προέρχονται από αυτές) είναι οι έννοιες του «κέρδους» το + και το αρνητικό αντιστοιχό της η έννοια της «ζημίας», το – .

       Οι δύο αυτές έννοιες μεταφράζονται στον εγκέφαλο του καπιταλιστή πάντοτε σε «αξίες», διότι αυτές και μόνο διατρέχουν το σύστημα λειτουργίας του.

       Ο γνωστός σε όλους πραγματικός σκοπός του καπιταλιστή είναι να μεγιστοποιήσει την συσσώρευση και νόσφιση «αξιών», δηλ. το κέρδος, να συγκεντρώσει συνεπώς για το εαυτό του όσο το δυνατόν περισσότερες «αξίες» από την κοινωνία (ο καπιταλιστής ποτέ δεν παράγει κάτι που δεν έχει «αξία»). Για να το πράξει αυτό αναγκαίο είναι να ελαχιστοποιήσει τις «ζημίες». Η κύρια μέθοδος του καπιταλισμού λέει η κλασσική του σχολή, πως είναι να αποφεύγει την παραγωγή ζημιών. Εγώ θα έλεγα κάτι άλλο : ότι η κύρια μέθοδός του αποδέχεται τις ζημιές ως αναγκαίο επακόλουθο της λειτουργίας του για να υπάρξει κέρδος (η ύπαρξη κέρδους προϋποθέτει την ύπαρξη ζημιών) και συνεπώς η κύρια μέθοδός του είναι να φορτώνει τις ζημίες σε άλλους και πρώτος και ανήμπορος να αντιδράσει στην πυραμίδα του, είναι το έδαφος που την στηρίζει : η ίδια η φύση πέραν του ανθρώπου (ο καπιταλισμός στηρίζεται στην φύση και για να «αξιοποιήσει» τις βιοτικές ανάγκες). Μετά την φύση έπονται τα υπόλοιπα, τα ανθρώπινα σκαλοπάτια της … .

       Αντιλαμβανόμενος πολύ νωρίς ο καπιταλιστής, ότι η διάθεση των ζημιών είναι μια διαδικασία που μπορεί να οδηγήσει σε αντιδράσεις ή σε αναγκαστική απόρριψή του από τις κοινωνίες του πλανήτη, άρχισε να σκέπτεται κάτι εντελώς διαφορετικό: την «αξιοποίηση» των ζημιών και την θεώρησή τους ως «κέρδος» για τον ίδιο (ένα πρόσφατο κορυφαίο παράδειγμα είναι η «αξιοποίηση» των επισφαλειών των στεγαστικών δανείων στις Η.Π.Α. και αλλού με την έκδοση των περίφημων «τοξικών ομολόγων»). Το σχέδιό του προχώρησε εδώ και πολλές δεκαετίες στο στάδιο της εκμετάλλευσης της αντίδρασης για όσα ο καπιταλισμός προκαλεί, της «αξιοποίησής» της (κάπως έτσι ελέγχθηκε η πολιτική πορεία μεγάλου μέρους της «αριστεράς». Επειδή δε, αυτό που «αξιοποιεί» ο καπιταλισμός είναι η εκμετάλλευση των βιοτικών αναγκών των ανθρώπων, φρόντισε ώστε οι «ζημίες» που αυτός εναπόθεσε στην φύση, να συνδυαστούν με ανθρώπινες βιοτικές ανάγκες, ώστε να ξεκινήσει ένα νέος κύκλος «αξιοποίησης» αυτών των ζημιών. Η λογική του καπιταλιστή που ασχολείται με την αξιοποίηση των ζημιών είναι να εκμεταλλευτεί την λύση τους. Όχι όμως μόνο αυτό, η λογική πολλών πλέον είναι να προκαλέσουν το πρόβλημα ή να το αναδείξουν, προκειμένου να εκμεταλλευτούν στην συνέχεια την λύση του (δείτε π.χ. μονάδες επεξεργασίας βιομηχανικών λυμάτων, ιό Η1Ν1 κ.α.). Πάντα η κατεύθυνση αυτών των διαδικασιών είναι το «ον» άνθρωπος και οι βιοτικές ανάγκες του και πάντα το κόστος ή η περαιτέρω «ζημία» αυτή που δημιουργεί (κατ’ αντιστοιχία το «κέρδος» για τον καπιταλιστή) χρεώνεται με τον κανόνα της ανάστροφης πυραμίδας. Μεγαλύτερες «ζημίες» για τους ευρισκόμενους στην βάση, λιγότερες για τους πιο πάνω κ.ο.κ. . Ετσι, η «αναδιανομή αξιακής τροφής» προς την βάση της πυραμίδας (ήτοι για τον καπιταλιστικό κόσμο «αξιών») που πολλές φορές θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως σκουπίδια των ανώτερων στρωμάτων και επιπέδων της πυραμίδας, που πετιούνται και πέφτουν προς τα χαμηλά, ματαιώνεται και αυτή με σκοπό να διατεθούν οι «αξίες», υπέρ της λύσης των προβλημάτων. Οι «αξίες» φυσικά διατίθενται προς τους καπιταλιστές και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται. Τα κατώτερα επίπεδα της πυραμίδας έρχονται να πληρώσουν το κόστος και να επιλέξουν μεταξύ βιοτικών αναγκών. Η πρόταξη του ιδεολογήματος της προστασίας της φύσης και κατά συνέπεια και της ζωής των ιδίων και των επόμενων γενεών, καθιστά την επιλογή ή την υποταγή τους εύκολη. Όπως εύκολη καθιστά την επιχορήγηση των καπιταλιστών σε «αξίες» από την κοινωνία, προκειμένου να εκτελεστούν τα έργα «αξιοποίησης» των ζημιών. Ετσι οι καπιταλιστές που προκάλεσαν το πρόβλημα, βγαίνουν ακόμα πιο ισχυροί και κερδισμένοι από την διαδικασία «αξιοποίησης» των ζημιών τους. Τα δε νέα προβλήματα – «ζημίες», όπως αυτό της διάθεσης των συσσωρευτών ενέργειας στην «πράσινη ανάπτυξη» ή των αποτελεσμάτων της παραγωγής βιοκαυσίμων στην φύση, θα έλθει και πάλι ο καπιταλιστής να τα κάνει «κέρδος» για αυτόν και «ζημία» για την κοινωνία. Αέναη η φαυλότητα της καπιταλιστικής «αειφορίας», μέχρι να εξαντληθεί η πραγματική αξία του πλανήτη ως ζωοδότη.    

       Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με την λεγόμενη «πράσινη ανάπτυξη», η ίδια επακριβώς θεώρηση και διαδικασία. Στην πραγματικότητα μια δίκαιη κοινωνία θα είχε απορρίψει και τιμωρήσει όσους προκάλεσαν αυτές τις «ζημίες», θα τους είχε ξαποστείλει στο «πυρ το εξώτερον». Σήμερα και για μία ακόμα φορά, έρχεται να τους επιτρέψει να «αξιοποιήσουν» αυτοί εις βάρος της κοινωνίας τις «ζημίες» που η δράση τους προκαλεί και προκάλεσε και να χρεώσουν το κόστος στην βάση της καπιταλιστικής πυραμίδας. Στο σημερινό περιβάλλον κάτι τέτοιο θα ξεσήκωνε σε άγριους πολέμους με αβέβαιο τέλος.

Εάν όμως, ο σοσιαλισμός είναι ο καπιταλισμός της αντεστραμμένης πυραμίδας (κατά τις αρχές του, που δεν απορρίπτουν τον καπιταλισμό ως μέθοδο λειτουργίας της οικονομίας και κυρίως της παραγωγικής διαδικασίας, αλλά επιδιώκουν να θέσουν τα παραγωγικά οφέλη του στην υπηρεσία ίσων ανθρώπων) θα έπρεπε να δει κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό από την υποταγή στις επιδιώξεις και τις «αξιοποιήσεις» των καπιταλιστών. Θα έπρεπε να δει και να προβάλει τον τρόπο, την πρακτική μέθοδο σύμφωνα με την οποία, η όποια «αξιοποίηση» των ζημιών, θα ανήκει στην κοινωνία και όχι στα ανώτερα στρώματα της πυραμίδας του καπιταλισμού. Πως δηλαδή θα απλωθεί ευθύς εξαρχής η «αξιοποίηση» των ζημιών, ώστε αυτή να ανήκει στην βάση της πυραμίδας (ώστε να μπορούμε να μιλάμε για την λογική της αντεστραμμένης πυραμίδας, ήτοι για σοσιαλισμό).

       Βεβαίως, η λύση της αντεστραμμένης πυραμίδας, δεν είναι λύση που ταιριάζει αρμονικά με το παραγωγικό σύστημα του καπιταλισμού και για αυτό δεν λειτούργησε ο σοσιαλισμός (ιδίως όταν έπαυσε να αποτελεί διαδικασία εξέλιξης και παγιώθηκε ως «δικτατορία του προλεταριάτου»), αφού είχε και πάλι «αξιακή» θεώρηση της οικονομίας, της παραγωγής, των αγαθών. Μπορεί όμως να οδηγήσει σε ανακατατάξεις ικανές να μας κάνουν να καταλάβουμε τις βιοτικές μας αλήθειες, τον βιοτικό μας νόμο. Δεν ξέρω πόσοι μπορούν να το υποστηρίξουν, αλλά θα το δηλώσω ότι ο πολιτικός σοσιαλισμός θα παύσει να υπάρχει όταν καταργηθεί και ο πολιτικός καπιταλισμός. Η βαθειά μελέτη των στοχαστών του 19ου αιώνα και του ίδιου του Μάρξ, το εκφράζει καθαρά: η σοσιαλιστική κοινωνία δεν είναι τελικός στόχος αλλά  μεταβατική μορφή προς την αταξική κοινωνία και, εάν αυτοί την αποκάλεσαν έτσι και δεν μπόρεσαν να την περιγράψουν ολοκληρωμένα είναι απλό να σκεφτούμε πλέον, με εργαλείο την θεωρία των βιοτικών αναγκών, ότι η ταξικότητα της κοινωνίας γεννιέται πάντα από την παρεμβολή κανόνων και ιδεοληψιών που παρεμποδίζουν την απόλαυση των βιοτικών αναγκών από όλους.

Η «αταξική» κοινωνία είναι η κοινωνία των βιοτικών αναγκών, αυτή που περιγράφω, ορίζω και αναζητώ.   

     Ας σκεφτούμε λοιπόν οι ίδιοι, πώς θα ξαναθέσουμε τον σοσιαλισμό σε κίνηση, πως θα καταφέρουμε να κινήσουμε την κοινωνία προς τον σκοπό της εξυπηρέτησης των αναγκών της ζωής του ανθρώπου.

       Η «πράσινη ανάπτυξη» προσφέρει ένα πεδίο, όπου μπορούν να τεθούν τα δεδομένα για το μέλλον, αρκεί να μην την προσφέρουμε ως «αξιακό» κέρδος στους καπιταλιστές.

           

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΧΩΡΙΣ ΧΡΗΜΑ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΧΩΡΙΣ ΧΡΗΜΑ

 

Α. Θα ξενίζει πολλούς ο τίτλος και θα αναρωτηθούν με αρνητική θέση, εάν είναι δυνατόν να υπάρξει οικονομία χωρίς χρήμα. Πέρα από την ιστορική γνώση, όσοι γνωρίζουν τον ορισμό του χρήματος, αυτόν που γράφεται στα βιβλία και ορίζεται στους νόμους θα μπορούν εύκολα να το κατανοήσουν και οι υπόλοιποι, μετά την ανάγνωση του κειμένου, θα μπορούν εύκολα πλέον να το συλλάβουν και να το αντιληφθούν πως  ΝΑΙ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ ΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΧΩΡΙΣ ΧΡΗΜΑ και αυτή όχι μόνο μπορεί να είναι μία σύγχρονη οικονομία προόδου, αλλά και είναι επιτακτική ανάγκη να υπάρξει, για να απελευθερωθούν οι άνθρωποι και οι κοινωνίες και να βαδίσουν με ελευθερία στο μέλλον.

 

Β. Με ένα περιεκτικό γενικό ορισμό μπορούμε να ορίσουμε την οικονομία ως το σύνολο της ανθρώπινης δραστηριότητας που αποσκοπεί στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών για την κάλυψη βιοτικών αναγκών, πραγματικών και τεχνητών, ουσιωδών και μη.

Είναι σαφές ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα δεν είναι αυτόνομη και αποκομμένη, αλλά πάντοτε αναπτύσσεται μέσα στα πλαίσια της κοινωνίας. Αλλωστε οι άνθρωποι ενώθηκαν και οργανώθηκαν σε κοινωνίες για να αντιμετωπίσουν κατά τρόπο ευκολότερο τις ίδιες αυτές βιοτικές ανάγκες, το ίδιο τον αγώνα της επιβίωσης. Η οικονομία λοιπόν έχει πάντοτε και ως στόχο και τελικό προορισμό της τον άνθρωπο και δεν υπάρχει οικονομία, δεν νοείται έξω από τον άνθρωπο και τις ανάγκες του.

 

Γ.       Στην πορεία του ανθρώπου στον πλανήτη, οι βιοτικές ανάγκες και η διαχείρισή τους, δηλ. η οικονομία έγιναν το μέσο, η αιτία και η αφορμή για να δυστυχήσουν και να πεθάνουν αμέτρητες γενιές ανθρώπων και να ευημερήσουν και να αναπτυχθούν άλλες. Τούτο όμως το έχω ήδη αναλύσει και δεν θα επεκταθώ.

Το χρήμα ήλθε στην ανθρώπινη ιστορία και πρακτική ως μέσο για να συμβολίσει και να ενσωματώσει την ανταλλαγή των αξιών που κάθε κοινωνία έδινε στα παράγωγα της οικονομίας της. Ουσιαστικά και στην πραγματικότητα, το χρήμα στην σύντομη αναλογικά ιστορία του στον πλανήτη, ενσωματώνει την εκάστοτε οριζόμενη αξία των παραγώγων της ανθρώπινης δραστηριότητας και έχει μόνο ανταλλακτική και όχι πραγματική βιοτική αξία (π.χ. δεν τρώγεται, δεν προστατεύει από το κρύο ή την φωτιά).

Στην πραγματικότητα η οικονομία βασίζεται ακόμα στην ανταλλακτική αξία των αγαθών και των υπηρεσιών (τούτο είναι απότοκο της βιοτικής αξίας των αγαθών που η ανθρώπινη φύση ορίζει ως ανάγκη της και του τρόπου που η κάθε κοινωνία ανθρώπων τα αντιλαμβάνεται και τα θεωρεί). Το χρήμα είναι απλά ο βασικός σήμερα  συμβολισμός της αξίας των αγαθών.

Κατά συνέπεια και στην πραγματικότητα η οικονομία, η κάλυψη των όποιων αναγκών, μπορεί να υφίσταται χωρίς την ανάγκη της ύπαρξης του χρήματος, όπως υπήρξε και λειτούργησε χιλιάδες χρόνια τώρα.

 

Δ. Ας έλθουμε όμως στο σήμερα. Είναι βέβαιο πως ο καπιταλισμός συνδέεται άμεσα και εξαρτάται από το χρήμα και την ανταλλακτική του αξία σε αγαθά και υπηρεσίες. Δεν είναι όμως μόνο ο καπιταλισμός το σύστημα οικονομικής οργάνωσης που στηρίχτηκε στο χρήμα. Το χρήμα έχει μακρύτερη ιστορία στις ανθρώπινες κοινωνίες και στήριξε και άλλες μορφές οργάνωσης της οικονομίας, με εντελώς διάφορες πολιτικές, κοινωνικές και παραγωγικές δομές και διαδικασίες. Απλά στον καπιταλισμό, η παραγωγή και η συσσώρευσή του χρήματος έπαιξαν και παίζουν ένα κυρίαρχο συμβολικό στην πραγματικότητα ρόλο, ο οποίος είναι όμως ουσιαστικός στην οργάνωση και λειτουργία των δομών του. Στην πραγματικότητα ο καπιταλισμός δεν υπήρξε αποτέλεσμα του χρήματος, ούτε αυτός το γέννησε, απλά το χρησιμοποίησε και χρησιμοποιεί άριστα ως μέσο έκφρασης και επιβολής της ισχύος των κατόχων του, αφού το μέσο αυτό ανταλλάσσεται με αγαθά που παράγουν άνθρωποι και υπηρεσίες που προσφέρουν. Είναι κλασσική και αξεπέραστη η μαρξιστική ανάλυση στην λειτουργία και τον ρόλο του κεφαλαίου στον καπιταλισμό και είναι τόσο επιστημονική, όσο και στην πραγματικότητα εμπειρική. Είναι τέτοια η πλύση εγκεφάλου που καλλιέργησαν και καλλιεργούν οι κεφαλαιούχοι για την ισχύ του χρήματος, ώστε όχι μόνο διαμορφώθηκε η κουλτούρα του χρήματος, αλλά και μύθοι, που οδηγούν την κοινωνία μακριά από την αλήθεια και δημιουργούν εικονικές πραγματικότητες και μαζικά εσφαλμένες εντυπώσεις, όπως αυτή της ταύτισης της οικονομίας με το χρήμα.  

 

Ε. Στην μακραίωνη ιστορία του το χρήμα, οριζόταν το ίδιο από την αξία που έδιναν οι κοινωνίες στα λεγόμενα πολύτιμα μέταλλα που το απάρτιζαν και από τα οποία κατασκευαζόταν. Το χρήμα ενσωμάτωνε το ίδιο την αξία που προσέδιδε η κοινωνία στον υλικό που το απάρτιζε και που εν ολίγοις συμβόλιζε την αμετάβλητη αιωνιότητα των πολύτιμων μετάλλων (κυρίως του χρυσού και δευτερευόντως του άργυρου) έναντι των βρωτών, των ανθρώπων. Η απόκτηση των μετάλλων αυτών έγινε σκοπός και αυτοσκοπός, ζητούμενο των κοινωνιών και των ανθρώπων, αιτία λεηλασιών και πολέμων. Ποτέ όμως το χρήμα δεν αποτέλεσε τον πραγματικό σκοπό των ανθρώπων, ο πραγματικός σκοπός και στόχος ήταν τα αγαθά και η κοινωνική και πλανητική εξουσία – ισχύς που εξασφάλιζε ή σηματοδοτούσε η κατοχή τους. Αυτή είναι στην πραγματικότητα εξουσία επί των ανθρώπων, καθώς κανένα άλλο έμβιο όν στον πλανήτη δεν προσδίδει κάποια αξία στο χρήμα. Αυτό αποκαλύπτει και πάλι τον τεχνητό χαρακτήρα και φύση του.

Στις ισορροπίες αυτές κινήθηκε η ανθρωπότητα μέχρι την στιγμή που ο καπιταλισμός ξεπέρασε τα πολύτιμα μέταλλα. Μέχρι που αυτά δεν επαρκούσαν για να εκφράσουν την αξία που συμβόλιζαν τα παραγόμενα. Βέβαια, μέσα σε ένα πλαίσιο τεχνητών αξιών και αντιστοιχιών του χρήματος, των αγαθών και των υπηρεσιών, κανείς δεν μπορεί να μας βεβαιώσει ότι τούτο δεν ήταν μια εσκεμμένη ενέργεια των μεγαλύτερων κεφαλαιούχων του κόσμου για να εγκαταλειφθεί ο κανόνας του χρυσού (δηλ. η αντιστοίχηση του εκδιδόμενου χρήματος σε υπαρκτό χρυσό). Είτε ο παγκόσμιος χρυσός αποτελούσε σύνολο πεπερασμένο και ανεπαρκές για να εκφράσει τις πληθωρίζουσες αξίες και αγαθά, είτε απλά η κρίση των τελών του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα ήταν ένα έξυπνο τέχνασμα για να προσπεραστούν συνθήκες και όροι και να ενσωματωθούν σε κάποιους χρηματικές αξίες, εκφραζόμενες απλά σε χρήμα, τούτο δεν έχει ουσιαστική αξία, καθώς η αξία του χρήματός είναι πάντα τεχνητή και ξεπεράστηκε τοις πράγμασι, διαμορφώνοντας μια καινούργια πραγματικότητα. Δεν είναι βέβαια ιστορικά αμελητέο το γεγονός ότι η εγκατάλειψη του κανόνα του χρυσού και η αθρόα έκδοση χρήματος προκάλεσε δύο τεράστιους πολέμους και εκατοντάδες περιφερειακούς. Η ίδια η αμφισβήτηση της αξίας του χρήματος για τον άνθρωπο, προκάλεσε όχι μόνο αιώνιο σκεπτικισμό, αλλά και κοινωνικές αναταράξεις και επαναστάσεις [1]. Σας έδωσα ήδη τις αφορμές για πολλή σκέψη όμως ο σκοπός μου δεν είναι να μείνω στις αναλύσεις αυτού του είδους και η περαιτέρω ανάλυση, συνοδευόμενη από παραδειγματολογία θα αφήσει την ουσία να χαθεί.

         

ΣΤ.     Η ελεύθερη έκδοση χρήματος από τα κράτη αποτέλεσε πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που έδωσε ιδιοαξία στο χρήμα και το κατέστησε το ίδιο εμπορεύσιμο είδος. Στον βδελυρό κανόνα του τόκου προστέθηκε και ο κανόνας των ισοτιμιών, που προστατεύεται και επιβάλλεται ακόμα και με τα όπλα.

          Στο πλαίσιο αυτό οι κεφαλαιοκράτες του κόσμου θα έπρεπε να ελέγξουν και να εκμεταλλευτούν όχι μόνο την αξία του χρήματος, αλλά και την παραγωγική διάρθρωση κάθε οργανωμένης σε κράτος κοινωνίας και την αξία των προϊόντων που αυτή παρήγαγε. Καθώς οι λαοί κρατιούνται στο σκοτάδι και οι λακέδες τους «επιστήμονες» συνηγορούν στις επιδιώξεις τους, οι κεφαλαιούχοι κατάφεραν και τούτο πολυποίκιλα και χωρίς κανείς να καταλάβει το παιχνίδι τους. Το τελευταίο, το έσχατο στάδιο ολοκλήρωσης και ολοκληρωτισμού αυτό, είναι η οικονομική παγκοσμιοποίηση που βιώνουμε. Το ότι όλα τα αγαθά έχουν πλέον «χρηματιστηριακή» αξία, που δεν ορίζεται στο ελάχιστο από τις κοινωνίες,  αποτελεί το έσχατο στάδιο του κεφαλαιοκρατισμού (καπιταλισμού).

          Με τον τρόπο αυτό, το ελεύθερα εκδιδόμενο χρήμα πέρα από την ιδιοαξία του, έγινε και το μοναδικό μέσο μέτρησης, ολόκληρου του πλανήτη μας και των ίδιων των ανθρώπινων ζωών και μάλιστα κατά τρόπο απόλυτο, κυριαρχικό και βίαιο, που ούτε πλέον η φαντασία των ανθρώπων δεν μπορεί να αμφισβητήσει. Η «κεφαλαιοποίηση» των πάντων αποτελεί το έσχατο θεωρητικό στάδιο του καπιταλισμού και εκφράζεται σε οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα μπορεί να σκεφτεί κανείς.

          Οποιος ή όποιοι αμφισβητούν την κεφαλαιοποίηση των πάντων πολεμιούνται αλύπητα και απαξιώνονται με χίλιους δυο τρόπους, κατηγορούμενοι ακόμα και πως δεν ανήκουν στον κόσμο αυτό. Δείτε π.χ. τους «Ταλιμπάν» και τις δικές τους «αξίες», που ανήκουν στο «παρελθόν» … .

          Οι επόμενοι πόλεμοι, όπως και όλοι οι προηγούμενοι της καπιταλιστικής εποχής θα είναι «πόλεμοι για την αξία του χρήματος». Καθώς ο οιοσδήποτε μπορεί να εκδίδει όσο χρήμα θέλει και να του προσδίδει όποια αξία θέλει, οι μηχανισμοί συντήρησης – εξισορρόπησης των κεφαλαιούχων έρχονται να επιβάλλουν μια σειρά από κανόνες ή ωμή ζωώδη βία για να διατηρήσουν μόνο αυτοί τούτο το δικαίωμα. Στην πραγματικότητα ο καπιταλισμός θα φτάσει σύντομα στο επίπεδο που το μόνο πραγματικά εμπορεύσιμο και άξιο λόγου αγαθό στον πλανήτη θα είναι μόνο το χρήμα. Η πρόσφατη οικονομική κρίση ήταν η πρώτη απόπειρα. Ο παραλογισμός αυτός είναι κορυφαίος και τελικός, η παράνοια που ενσωματώνει θα είναι και το τέλος του κυματοειδούς καπιταλισμού, που θα ξαναγίνει (ήδη γίνεται) εξουσιαστικός ολοκληρωτισμός.

 

Ζ. Ας έλθουμε όμως στο ουσιώδες πρακτικά κομμάτι: στην χρήση του χρήματος.

Είναι σαφές ότι οι κεφαλαιούχοι δεν εννοούν το χρήμα που κατέχουν και εκδίδουν ως αγαθό αυτό καθεαυτό. Το χρήμα στα θησαυροφυλάκιά τους θα ήταν άχρηστο και πραγματικό βάρος. Το χρήμα έχει αξία μόνο όταν χρησιμοποιείται και χρησιμοποιείται για να γεννά τόκους και υπεραξίες (ακόμα και υπεραξίες ισοτιμίας) για να γεννά συνεχή έλεγχο και να ελέγχει τις αξίες των αγαθών, ελέγχοντας έτσι και τους ανθρώπους. Τούτο δεν προκαλείται από μόνο, ως ανάγκη των ανθρώπων, των κοινωνιών, των λαών. Προκαλείται σκόπιμα για να υπάρχει συνεχώς από τους λαούς η ανάγκη εξάρτησης από το χρήμα, δηλ. από αυτούς που το κατέχουν και ορίζουν την κίνησή του. Η κατοχή και ορισμός της κίνησης του χρήματος γεννά όλα τα τεχνητά γεννήματά του: τους τόκους, τις αν-ισοτιμίες, τις εξαρτήσεις.

Πραγματικά θα ήταν δυστυχείς και αδύναμοι οι κάτοχοι του χρήματος, εάν δεν μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν για τους σκοπούς αυτούς. Φροντίζουν λοιπόν να επιβάλλουν με ένα σωρό τρόπους την ανάγκη του χρήματος και να την επεκτείνουν για να διαιωνίζεται και να επαυξάνεται η ισχύς τους και να μεγαλώνει η εξάρτηση των λαών από αυτούς και η κλοπή τους, η λεηλασία και η καταλήστευση έναντι αυτών (π.χ. δείτε την κλοπή του ελληνικού λαού από τα ξένα funds στο «σκάνδαλο του χρηματιστηρίου» της προηγούμενης δεκαετίας). Αυξάνοντας τις τιμές, πληθωρίζουν τις αξίες των αγαθών και δημιουργούν ανάγκες δανεισμού, επιβάλλοντας ταυτόχρονα μέτρα «νομισματικής ισορροπίας» και σταθερότητας ισολογισμών. Δημιουργούν δηλ. και επιβάλλουν κατά το ειωθώς σε αυτούς, ανάγκες δανεισμού των δύστυχων κρατών και των ανθρώπων, ορίζοντας η ίδιοι το αντάλλαγμα για το χάρτινο ή εικονικό και χωρίς πραγματική αξία χρήμα. Σκοπός τους είναι να πουλάνε χρήμα με κέρδος και για να πουλήσεις χρήμα ή προϊόντα του πρέπει να δημιουργήσεις και την ανάγκη αγοράς του.  Η τυφλότητα και η ανοησία της ανθρωπότητας να υποτάσσεται σε κάτι που είναι αέρας κοπανιστός είναι πραγματικά επιβεβαίωση της αυτοκαταστροφικής βλακείας που κυριαρχεί στο ανθρώπινο είδος και επιβεβαίωση της στυγνής εκμετάλλευσης των βιοτικών του αναγκών. Ζούμε στην ζούγκλα ακόμα και υπακούουμε ακόμα στους νόμους της, δεν έχουμε ξεφύγει από αυτή … . Για να επενδύσουν δε στην ζούγκλα που τους βολεύει, στην βαρβαρότητα και στην αθλιότητα, οι κεφαλαιούχοι του σύγχρονου κόσμου προστατεύουν το χρήμα τους και επιβάλλουν την θέληση και τις αξίες τους, μέσα από παγκόσμιους μηχανισμούς: Ο.Ο.Σ.Α., Δ.Ν.Τ., Παγκόσμια Τράπεζα κλπ… δεν είναι τίποτε άλλο από την συμφωνία των ισχυρών στην δική τους ισορροπία και τον μηχανισμό επιβολής των κανόνων τους και της ανάγκης δανεισμού των λαών και των ανθρώπων (αναλύστε από κάθε άποψη την δράση τους και θα το αντιληφθείτε σε ό,τι εξετάσετε). 

 

Η.      Είναι σαφές πως όσο οι κοινωνίες και οι άνθρωποι που τις απαρτίζουν εξακολουθούν να υπακούουν στην ανάγκη του μέσου – χρήματος θα βρίσκονται δέσμιοι στην ζούγκλα των κεφαλαιοκρατών που ελέγχουν τα πάντα: και το κεφάλαιο και την χρήση του και την παραγωγή και την αξία των παραγόμενων. Και δεν θα βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, αλλά ολοένα θα πηγαίνουν πιο βαθειά σε μεγαλύτερες εξαρτήσεις, ακολουθώντας την κυματοειδή πορεία του καπιταλισμού. Μόνο προσωρινά, όταν η αθλιότητά τους θα φτάνει σε τόσο μεγάλο βαθμό που θα παρέχει στους ισχυρούς παραγωγικές ευκαιρίες και ανισορροπίες κερδοσκοπίας και στυγνής εκμετάλλευσης, θα χρησιμοποιούνται και  θα σηκώνουν για λίγο παραγωγικά κεφάλι (η παραγωγή αυτή θα ανήκει ως επένδυση στους λίγους και «ισχυρούς» και θα ελέγχεται άμεσα από αυτούς – επενδύσεις δεν θέλατε), για να καταπέσουν και πάλι στην πληθωριστική απαξία και στην ανάγκη δανεισμού. Αυτός είναι ο καπιταλισμός και οι κεφαλαιούχοι που τον ορίζουν, είναι κυματοειδής, και όχι γραμμικός, ούτε κυκλικός και τόσο αναπάντεχα ηλίθιος και αυτιστικός. Δυστυχώς, ζούμε στο πλαίσιο της παγκόσμιας ηλιθιότητας και της εξουσίας της ψυχασθένειας στον πλανήτη.

 

Θ.      Στην πραγματικότητα, όπως έχω εξηγήσει, ο άνθρωπος δεν χρειάζεται καθόλου το χρήμα για να επιβιώσει ή για να περάσει καλά. Η βιολογική ταυτότητα του ανθρώπου δεν γνωρίζει το χρήμα σαν ανάγκη της. Η κάλυψη του συνόλου των βιοτικών αναγκών είναι το μοναδικό ζητούμενο για το ανθρώπινο είδος. Ετσι και η οικονομία, δεν χρειάζεται το χρήμα για να υπάρξει και να λειτουργήσει, για να επιτελέσει τον σκοπό της. Αταβιστικά και χωρίς να ξέρουν γιατί, οι πολιτικοί που προτείνουν σε δύσκολες περιόδους λιτότητα προσπαθούν να περιορίσουν το χρέος των κρατών, λειτουργώντας όμως με τα αυτά καπιταλιστικά κριτήρια και με την αξία των αγαθών αντικατοπτρισμένη σε χρήμα. Ετσι το μόνο που καταφέρνουν να παράγουν είναι στερήσεις και δυστυχία, προκειμένου να αποπληρώσουν τα δανεικά στους καπιταλιστές και να δανειστούν εκ νέου, αλλά και αύξηση της πραγματικής αξίας του χρήματος σε σχέση με τα αγαθά. Ετσι εξηγείται γιατί στον καπιταλισμό υπάρχει η ακολουθία ύφεσης – πληθωρισμού. Είναι σαφές ότι οι πολιτικές λιτότητας, επειδή ανεβάζουν την αξία του χρήματος δεν οδηγούν πουθενά, αλλά σε νέα χειρότερα αδιέξοδα.

Η μία θεώρηση της λύσης για το πρόβλημα είναι να πάρουμε ως λαοί δανεικά και να μην τα αποπληρώσουμε. Η λύση χωλαίνει στην θεωρητική της βάση, διότι δεν αντικαθιστά, δεν καταργεί την αξία του χρήματος (το αντίθετο) και στην πρακτική της βάση, καθώς η εμπειρία δείχνει ότι οι καπιταλιστές και τα κράτη όργανά τους έχουν βρει μια σειρά από ζωώδεις τρόπους για να επιβάλουν την θέλησή τους (πόλεμοι, εμπάργκο, στερήσεις, ασθένειες, κακουχίες, δολοφονίες, εμφύλιοι, ανατροπές …).

           Η άλλη λύση, ίσως η μοναδική για την ανθρωπότητα, είναι αυτή που έχω προτείνει, η λύση που έχει να κάνει με την κατανόηση του ανθρωπίνου είδους και την εξυπηρέτηση των βιοτικών του αναγκών, η κατάργηση των επίπλαστων αξιών και υπεραξιών και η πραγματιστική καθιέρωση της χρήσης – απόλαυσης των βιοτικών αναγκών.  Αυτό στην οικονομία μιας κοινωνίας, καθώς γνωρίζουμε τον μοναδικό βέβαιο σκοπό του δανειστή: το κέρδος, έχει το ουσιαστικό και χειροπιαστό της αποτέλεσμα. 

          Δεν προτείνω βέβαια την επαναφορά της ανταλλακτικής οικονομίας, γιατί είναι και αυτή μια οικονομία των αξιών και των υπεραξιών., είναι μια οικονομία που περιέχει την πλαστότητα, την πλαστογραφία πραγματικών, των γνήσιων βιοτικών αναγκών, της εξουσιαστικής επιβολής και της εκμετάλλευσης των βιοτικών αναγκών (ακόμα και την δημιουργία τεχνητών αναγκών και αξιών). Προτείνω την κοινωνική οικονομία των βιοτικών αναγκών όπως την έχω αναλύσει και εκθέσει. Προτείνω σχηματικά την εργασία για την κάλυψή τους και το αυτονόητο, αυτόθροο δικαίωμα του κοινωνού – ανθρώπου, κάθε ανθρώπου στην βεβαιότητα της κάλυψής τους, Αυτή είναι η οικονομία του ανθρώπου, η οικονομία της ουσίας και της ανθρώπινης απελευθέρωσης, της πραγματικής προόδου του ανθρώπινου είδους.  

 

Η.      Ο ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΜΙΑΣ «ΕΞΥΠΝΗΣ» ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

 

Πας μακριά στο μέλλον θα μου πουν κάποιοι και θα έχουν δίκιο, ανεξάρτητα του ότι το μέλλον αυτό μπορεί να προκύψει ως αναγκαιότητα πολύ σύντομα μετά το τελικό στάδιο του καπιταλισμού.

          Μπορούμε όμως από τώρα ως κοινωνία, να σχεδιάζουμε μια «έξυπνη» οικονομία, σιωπηλής, αλλά ολοένα και μεγαλύτερης απεξάρτησης από την χρήση κεφαλαίων, που δεν θα μας καθιστά πελάτες των κεφαλαιούχων, που θα έχει μικρότερες ανάγκες από τον πολύπλευρα επιβαλλόμενο δανεισμό κάθε είδους και την χρήση του χρήματος (διότι δανεισμός είναι και η παραγωγική ανεπάρκεια). Σε κάθε κίνησή μας θα πρέπει να προσπαθούμε να εξοικονομίσουμε πόρους, να ψάχνουμε για τις τακτικές με τις οποίες μπορούμε να το καταφέρουμε, να οργανώνουμε τα πράγματα κατά τρόπο ευρηματικό, βρίσκοντας και λύσεις που στηρίζουν την εγχώρια παραγωγή και παραγωγικότητα ή σχεδιάζοντας και επιλέγοντάς τις. Αυτό θα έχει πολύπλευρες θετικές συνέπειες (π.χ. ανταγωνιστικότητα προϊόντων).

Στην τακτική αυτή, περά από την συνειδητοποίηση του λαού μας με την διδαχή του, δύο είναι οι βασικοί άξονες:

- Η πολύπλευρη παραγωγική επάρκεια και αυτάρκεια, ιδίως των πραγματικών βασικών βιοτικών αναγκών και

- Η μείωση της χρήσης του χρήματος, χωρίς τούτο να προκαλεί στους ανθρώπους ελλείμματα και στερήσεις βιοτικών αναγκών και αγαθών.

 

Την πρώτη την έχω αναλύσει ήδη και περιλαμβάνει μια σειρά από πολιτικές παραγωγικής αυτάρκειας της χώρας, σχεδιασμού της παραγωγής και των διαδικασιών της, παραγωγικής τομής – αναδιάταξης του προσανατολισμού των ανθρώπων στην παραγωγή. Ολες οι λύσεις ξεκινούν από την θεωρία των βιοτικών αναγκών: την συνειδητοποίησή τους και το δικαίωμα όλων στην απόλαυσή τους. Το δικαίωμα αυτό, αυτονόητο δικαίωμα ενός ανθρώπου που μετέχει σε μία κοινωνία που έχει ξεφύγει από την βαρβαρότητα της ζούγκλας, συναρτάται με την παραγωγική εργασία και απεξαρτάται από την χρήση χρήματος. Μια απλή λύση, μια μηχανή που διανέμει είδη (π.χ. μήλα ή ψωμί που παράγεται από Ελληνες) με την χρήση απλά μιας κάρτας που κατέχει κάθε εργαζόμενος άνθρωπος και θεσπίζονται ως βιοτική ανάγκη που έχουν δικαίωμα ίσης ελεύθερης κοινωνικής απόλαυσης όλοι, όχι μόνο απεξαρτά κάποιους ανθρώπους από την παροχή των σχετικών υπηρεσιών και τους τοποθετεί στην παραγωγή (όπερ σημαίνει μεγαλύτερες παραγωγικές δυνατότητες και λιγότερο χρόνο εργασία ςγια όλους),  αλλά και περιορίζει την ανάγκη χρήσης χρήματος. Απεξαρτά την κοινωνία από τον επαίσχυντο φόρο υποτέλειας στους κατόχους του χρήματος.

Εχω αναλύσει σε πολλά κείμενά μου τις επιμέρους συνθήκες και λειτουργίες του συστήματος κοινωνικής οικονομίας των βιοτικών αναγκών και πως η ανθρώπινη δραστηριότητα και τα αποτελέσματά της ανήκουν στις κοινωνίες, σε όλους και όχι σε ελάχιστους. Ας αρχίσουμε να θέτουμε τις βάσεις για μία τέτοια οικονομία, ας αρχίσουμε να θεωρούμε κάποια αγαθά βιοτικές ανάγκες τις οποίες πρέπει να απολαμβάνουν όλοι, χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα. Θα είναι ένα καλό ξεκίνημα.  

 

 -       Η μείωση της χρήσης του χρήματος είναι ένας επίσης βασικός όρος. Ο πληθωρισμός που είναι στην πραγματικότητα η υπερβολική χρήση – ανάγκη χρήματος σε σχέση με τα αγαθά στα οποία αντιστοιχεί, είναι μια τακτική που χρησιμοποιεί συνεχώς το κεφάλαιο για να επεκτείνει την ισχύ του απέναντι στους απλούς ανθρώπους και να πουλάει περισσότερο και ακριβότερο χρήμα. Εάν η απαράδεκτη κοινωνικά «ελευθερία της αγοράς», η συνεχής κλοπή τιθασσευόταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, εάν επερχόταν μία ισορροπία αξιών θεσπισμένη από την κοινωνία, είναι βέβαιο ότι η χρήση ολοένα και περισσότερου χρήματος, που προβάλει σήμερα ως ανάγκη για την κάλυψη βιοτικών αναγκών, θα πάγωνε και θα μπορούσε να μειωθεί. Η μείωση της χρηματικής αξίας των αγαθών και ο κοινωνικός ελεγχός της, θα προκαλούσε αυτονόητα, στους ανθρώπους και στο κράτος μικρότερες ανάγκες χρήσης χρήματος για οτιδήποτε, κατά συνέπεια και δανεισμού.  Είναι σαφές ότι οι θεωρίες περί ύφεσης, που σκόπιμα έχουν καλλιεργήσει οι κεφαλαιούχοι και σκόπιμα έχουν προκαλέσει τα σχετικά παραδείγματα, με ελεγχόμενα στημένα πειράματα στον εαυτό τους ή σε  θύματά τους που διοικούνται από ξεπουλημένους σε αυτούς, δεν πείθουν, αλλά χρησιμοποιούνται σκόπιμα για να σηματοδοτήσουν την ανάγκη χρήσης (δανεικού) χρήματος. Είναι σαφές ότι οι θεωρίες περί ύφεσης αφορούν μόνο το πλαίσιο λειτουργίας του δικού τους καπιταλισμού και θίγουν μόνο τα συμφέροντά τους και όχι τα συμφέροντα των λαών. Η οικονομία μιας κοινωνίας στην πραγματικότητα δεν πρέπει να εξαρτάται από το χρήμα και μπορεί να υπάρξει οικονομία χωρίς αυτό.

          Μια οικονομία που παράγει αγαθά και τα μοιράζει σε όλους … αυτός είναι ο σκοπός μιας κοινωνίας, για αυτό δημιουργήθηκε και προς αυτό πρέπει να πορευθεί !!!.

 


[1] Αξίζει όμως να επισημάνω ότι η λογικη του Κεϋνσιανισμού για το χρήμα και την χρήση του, θα έπρεπε να έχει μόνο συγκεκριμένη χρονική διάρκεια.

H ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ

 

H ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ

 

Ένα ακόμα παραμύθι για τις κόρες μου …

Μια φορά και ένα καιρό παιδιά μου υπήρχε μια μεγάλη αυτοκρατορία που είχε κυριεύσει για πολλά χρόνια ολόκληρη σχεδόν την γη, ολόκληρο σχεδόν τον πλανήτη που ζούμε. Αυτοκρατορία παιδιά μου έχουμε όταν κάποιος επιβάλλει σε όλους τους ανθρώπους τους δικούς του κανόνες, τους κανόνες που αυτός αποφασίζει.

Αυτή η μεγάλη αυτοκρατορία ονομαζόταν αυτοκρατορία του φόβου και είχε κυριεύσει και την χώρα μας, την Ελλάδα μας.

Όπως θα ξέρετε παιδιά μου, κάθε αυτοκρατορία έχει στρατούς και όπλα, αστυνομικούς και φοροεισπράκτορες, δηλ. ανθρώπους που ζουν δουλεύοντας για την αυτοκρατορία και με αυτούς επιβάλλει την θέλησή της.  

Όμως αυτό που διατήρησε την αυτοκρατορία δυνατή και ισχυρή για χιλιάδες χρόνια ήταν κάτι πολύ διαφορετικό, ήταν ο φόβος, ο φόβος που επέβαλλε στους ανθρώπους, στους υπηκόους της αυτοκρατορίας.

Ο κάθε αυτοκράτορας φρόντιζε με τους ανθρώπους του να επιβάλλει στους άλλους ανθρώπους μία σειρά από φόβους.

Ο πρώτος και βασικός φόβος που επέβαλλε πάντοτε ο αυτοκράτορας στους υπηκόους για να τους έχει κάτω από την κυριαρχία του, ήταν ο φόβος της ζωής τους. Του έλεγε, ότ,ι εάν δεν τον υπακούουν και εάν δεν κάνουν ό,τι θέλει αυτός, τότε δεν θα τους δίνει να φάνε φαγητό και να πιουν νερό, θα τους πετάξει στο κρύο και στο χιόνι και θα τους κάψει τα σπίτια και ότι έτσι θα πεθάνουν. Το έλεγε αυτό παιδιά μου γιατί αυτός είχε καταφέρει να κάνει τα πάντα δικά του και απαιτούσε από τους ανθρώπους να γονατίζουν στην θέλησή του και στο πέρασμά του. Εάν κανείς δεν γονάτιζε, εάν κανείς αντιδρούσε στις ορέξεις του αυτοκράτορα έβαζε και τον σκότωναν και τιμωρούσε και όλους όσους ήταν κοντά του  με σκληρότητα για να το δουν ως παράδειγμα και οι υπόλοιποι και να σκύβουν το κεφάλι τους. Ετσι φοβισμένοι για την ζωή τους και την τροφή τους οι άνθρωποι υπάκουαν στον αυτοκράτορα, γιατί εάν δεν το έκαναν τους περίμενε μεγάλη πείνα και κακή τύχη. Βέβαια μικρές μου ο αυτοκράτορας αυτός ήταν πολύ σκληρός και έπαιρνε από τους ανθρώπους τα περισσότερα πράγματα από όσα αυτοί καλλιεργούσαν ή έφτιαχναν. Τους υπενθύμιζε έτσι την πείνα και την φτώχια τους για να είναι μόνο αυτός δυνατός και να τον υπακούουν όλοι.

Όμως δεν έφτανε αυτός ο φόβος γιατί πολλές φορές η πείνα και η αδικία φέρνει τους ανθρώπους σε απόγνωση. Ετσι ο αυτοκράτορας έβαλε κάτι ξαδέλφια του να πουν ότι αυτός είναι ο εκπρόσωπος του Θεού πάνω στην γη και πως ο Θεός προστάζει να τον υπακούουν όλοι. Ελεγαν πως ο Θεός τον διάλεξε και πως εάν ο Θεός δεν ήθελε να είναι αυτός αυτοκράτορας δεν θα τον άφηνε τόσα χρόνια. Για να γίνουν όλα αυτά ο αυτοκράτορας είχε πρώτα υποχρεώσει τους ανθρώπους να πιστεύουν όχι μόνο ότι υπάρχει Θεός αλλά και ότι αυτός ο Θεός είναι κακός και εκδικητικός και θα τιμωρήσει όσους ανθρώπους παραβαίνουν τις εντολές του αυτοκράτορα, γιατί αυτός τον έβαλε εκεί.

Ετσι οι άνθρωποι έγιναν «θεοσεβούμενοι», αλλά στην πραγματικότητα φοβόντουσαν όχι τον Θεό, αλλά αυτά που ήθελε ο αυτοκράτορας.

Ο αυτοκράτορας αυτός παιδιά μου, δεν άφηνε τους ανθρώπους να μάθουν πράγματα πολλά, τους έκρυβε την αλήθεια, γιατί άμα την μάθαιναν θα διαπίστωναν ποιοί είναι αυτοί, ότι δηλ. είναι άνθρωποι, αλλά και ότι και αυτός είναι ακριβώς σαν και αυτούς: ένας άνθρωπος. Μάλιστα φρόντισε και οι δάσκαλοι μάθαιναν στα παιδιά χίλια δυό ψέματα και ποτέ την αλήθεια. Τόσο πολύ ώστε στο τέλος η αλήθεια ξεχάστηκε και ζει μόνο στα παραμύθια.

Ετσι ο αυτοκράτορας με αυτούς τους φόβους, αλλά με ολοένα και καινούργιους φόβους που εύρισκε κάθε φορά έκανε τους ανθρώπους κανονικούς δούλους του, να ζουν σαν τα ζώα από τον φόβο τους. Μία οι εχθροί που θα έρχονταν να τους σκοτώσουν, μία οι κλέφτες και οι ληστές, μία ο θεός που θα έριχνε φωτιά να τους κάψει ή θα έκανε σεισμούς να τους σκοτώσει, χίλια δυο ψέματα τους έλεγε για χιλιάδες χρόνια και οι άνθρωποι γεννιούνταν και πέθαιναν μέσα στο ψέμα, καθώς η αλήθεια απαγορευόταν, αλλά και είχε ξεχαστεί.   

Λίγες φορές οι άνθρωποι κατάφεραν να ξεθαρέψουν λίγο και να ζητήσουν την ελευθερία τους, να είναι ίσοι και ευτυχισμένοι, όπως τα αρχαία χρόνια στην πατρίδα μας την Ελλάδα, με την δημοκρατία. Όμως και πάλι ο αυτοκράτορας έβαλε να τους χτυπήσουν και να τους διαλύσουν και τα κατάφερε τελικά.

Πάντα ο φόβος κυριαρχούσε και συνέχισε να κυριαρχεί και μαζί τους και ο αυτοκράτορας και έβαζε τους ανθρώπους να φοβίζουν ο ένας τον άλλο για να κυριαρχεί ο φόβος σε όλη την γη..

Ακόμα και όταν κάποιοι άνθρωποι στην Γαλλία σκότωσαν τον άνθρωπο που τον αντιπροσώπευε εκεί τον αυτοκράτορα και τους τυραννούσε, φρόντισε να τους πολεμήσουν όλοι και να ξαναβάλει και εκεί αντιπρόσωπο. 

Όταν οι άνθρωποι κάποια στιγμή αποφάσισαν ξανά να ζητήσουν τα δίκαιά τους και έκαναν το κίνημα των κοινωνιστών, ο αυτοκράτορας ου πολέμησε με όλα τα μέσα. Βρήκε μάλιστα νέους φόβους για να σπείρει ανάμεσα στους υπηκόους το, ότι θα έλθουν οι κακοί κοινωνιστές να τους πάρουν τα σπίτια, να τους κάνουν να πεινάσουν. Φρόντισαν βλέπετε να έχουν διαρκή πόλεμο με τους κοινωνιστές και να τους αναγκάζουν να έχουν τον λαό τους στην πείνα για να φτιάχνει όπλα, αντί να ζει ελεύθερα και όμορφα. Αλλωστε και στην χώρα των κοινωνιστών πήγαν να ξεπηδήσουν αυτοκράτορες καινούργιοι. Ισως ήταν η πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια που ο αυτοκράτορας φοβήθηκε και άρχισε να δίνει στους ανθρώπους περισσότερο φαγητό και μεγαλύτερη ελευθερία για να μπορεί να πει ότι αυτοί περνούν καλύτερα από τους κοινωνιστές.

Ο αυτοκράτορας νίκησε παιδιά μου και επέβαλλε ξανά την μονοκρατορία του στον πλανήτη μας.

Επρεπε όμως και πάλι να αντικαταστήσει τον φόβο των κοινωνιστών, με ένα νέο φόβο. Ετσι έβαλε κάποιους να του καταστρέψουν κάτι πύργους για να κάνει τον κόσμο να φοβάται και να τους πολεμήσει.

Επειδή όλοι αυτοί οι φόβοι δεν ήταν τόσο μεγάλοι, ο αυτοκράτορας σκέφτηκε να ξαναφέρει τον φόβο της πείνας, τον φόβο της ζωής και άρχισε να ζητάει από τους ανθρώπους ολοένα και περισσότερα πράγματα. Αρχισε να ζητάει να γίνουν πιο φτωχοί για να μπορεί αυτός να έχει περισσότερα και να λειτουργήσει η λεγόμενη οικονομία. Τους έλεγε ψέματα για να τους κάνει να φοβούνται και να μην επαναστατήσουν και αυτοί από τον φόβο τους έσκυβαν το κεφάλι και δεχόντουσαν ολοένα και περισσότερο να γίνονται πιο φτωχοί και πιο πολύ δούλοι του αυτοκράτορα και όσο πεινούσαν περισσότερο, τόσο πιο πολύ έσκυβαν το κεφάλι γιατί φοβόντουσαν ολοένα και περισσότερο ότι θα πεινάσουν εάν δεν ακούσουν τον αυτοκράτορα. Ο αυτοκράτορας άλλωστε είχε καταφέρει να πείσει τους ανθρώπους ότι αυτός νοιάζεται για το καλό τους και είναι σαν και αυτούς, δικός τους άνθρωπος.

Ετσι προχωρούσε ο χρόνος στην χώρα της αυτοκρατορίας του φόβου και ο κόσμος ξαναγυρνούσε σε όλους τους παλιούς του φόβους και στην παλιά του φτώχια. Σιγά – σιγά γενιά με την γενιά.

Ωσπου κάποια μέρα, κάποια μικρά παιδιά από όλο τον κόσμο κατάλαβαν ότι δεν πρέπει να φοβούνται. Κάθισαν και είδαν πως φέρεται ο αυτοκράτορας, σκέφτηκαν όπως αυτός και κατάλαβαν πως φτιάχτηκε η αυτοκρατορία του φόβου. Κατάλαβαν πως ο φόβος υπάρχει γιατί είμαστε όλοι άνθρωποι και πως κανείς δεν πρέπει να φοβάται αυτό που είναι, αλλά και πως κανείς δεν πρέπει και δεν μπορεί να εκμεταλλεύεται τον φόβο των ανθρώπων για την ζωή τους. Ετσι έδιωξαν τον φόβο και άφησαν τον αυτοκράτορα να μοιάζει γυμνός, ένας κοινός άνθρωπος.

Εκλεισαν τα αυτιά τους στον αυτοκράτορα που συνεχώς τους βομβάρδιζε με φόβους και έφτιαχνε και νέους για να τους κάνει να φοβηθούν και να κάνουν αυτό που θέλει. Αρχισαν να φτιάχνουν τα πράγματα που χρειαζόντουσαν και να τα μοιράζονται μεταξύ τους, ώστε να μην μένει τίποτα για τον αυτοκράτορα. Και ο αυτοκράτορας του φόβου γινόταν ολοένα και πιο αδύναμος και πιο γυμνός,  γιατί δεν υπήρχε τίποτα να τους πάρει και με τίποτα δεν μπορούσε να τους φοβίσει.

Ετσι μια μέρα καθώς ανέτειλε ο ήλιος, ακούστηκε σε όλη την γη το νέο: ο αυτοκράτορας του φόβου πέθανε. Οι άνθρωποι ήταν ελεύθεροι και χαράς ευαγγέλια παιδιά μου πλημμύρισαν όλη την γη. Ακόμα και σε όσους ήταν ακόμα φοβισμένοι, πιστοί στον αυτοκράτορα, δεν τους φόβισαν, αλλά τους δίδαξαν την αλήθεια, τους έδειξαν τον εαυτό τους και τους πήραν μαζί τους.

Ετσι αδελφώθηκε ο κόσμος παιδιά μου και ο άνθρωπος έμαθε να ζει όμορφα, να σκέφτεται, να είναι ελεύθερος από τους φόβους και να γίνεται καλύτερος, αυτός και ο κόσμος του.

Ετσι σήμερα παιδιά μου, σας λέω να ξεχάσετε τους φόβους του αυτοκράτορα, να μην αφήνετε κανένα να σας φοβίσει γιατί τότε θα σας  εκμεταλλευτεί και να προχωράτε σε αυτό που βλέπετε πως είναι σωστό για όλους, χωρίς φόβο.

Ετσι λοιπόν μικρά μου ζήσαν αυτοί οι ήρωες καλά και εμείς μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα … .

Κλείστε τώρα το φως και μην φοβάστε τίποτα.              

  

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΑΞΙΖΟΥΜΕ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ; ΜΙΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΕΞΙΣΩΣΗ …

Ας γράψω και εγώ για το έγκλημα … .

Διαφωνώ με την άποψη ότι κάθε λαός έχει την κυβέρνηση που του αξίζει.

Το “αξίζει” περικλείει ένα αξιολογικό δεδομένο που είναι πολυσήμαντο και μπορεί να εκλάβει σειρά περιεχομένων.

Σε καθαρή διαλεκτική θα έπρεπε να ισχύει ως εξής : κάθε λαός έχει την κυβέρνηση που του αξίζει εφόσον κυβερνά ο ίδιος, εφόσον ο ίδιος ασκεί συνολικά την πολιτική.

Για να λειτουργήσει η ισότητα Α=Β, θα πρέπει και το Β να είναι ίσο με το Α.

Θεωρητικά λοιπόν, αλλά και ουσιαστικά το επίπεδο ενός λαού διαμορφώνεται από το επίπεδο και τις επιλογές μιάς κυβέρνησης ή ενός ευρύτερου εξουσιαστικού διευθυντηρίου.

Αρα, απαραίτητος όρος για να ισχύει η ισότητα Α=Β, είναι η ίδια η ισότητα της πραγματικής δημοκρατίας και η κατάργηση των εξουσιαστικών φαινομένων. Τα τελευταία διαφοροποιούν την φύση των συγκρινόμενων, με αποτέλεσμα να συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα, π.χ. μήλα με πέτρες … .

Για να υπάρξει λοιπόν ισοδύναμο μεταξύ των όρων πρέπει να υπάρξει και ταυτότητα αυτών 2 = 2 , 1=1 και όχι 1=7 ή 3 μήλα  = 7 πεταλούδες.

Ταυτότητα στο σύγχρονο σύστημα ανισοτήτων δεν υπάρχει και η το τσιτάτο εκφράζει μόνο την κατάσταση της πυραμίδας ανισοτήτων: Γερά θεμέλια άγουν σε ψηλή κορυφή της πυραμίδας.

Για να υπάρξει τέτοια διαλεκτική ισότητα θα πρέπει να μιλήσουμε να κυβερνώντα λαό, να ταυτιστεί ο λαός με την εξουσία. Επειδή δε είναι κοντά η 3η Σεπτέμβρη, το τσιτάτο “ο λαός στην εξουσία” ή το “λαϊκή κυριαρχία” έρχονται να δώσουν ουσιαστικό πολιτικό νόημα στην εξίσωση.

Πέρα όμως από τα απλά διαλεκτικά κοινωνικά μαθηματικά, υφίσταται ένα καίριο ζητούμενο: για να λειτουργήσει το σχήμα λαός = κυβέρνηση υπάρχει ένα καίριο προαπαιτούμενο, που αφορά την συγκρότηση του λαού σε μία δεδομένη ομάδα με εσωτερική ισότητα. Εάν το σύνολο λαός εκφράζεται σχηματικά με τον αριθμό 1.000.000 (που το συναπαρτίζουν οι άνθρωποι) δεν μπορεί ποτέ να λειτουργήσει ως συγκροτημένη ενότητα, εάν μέσα στο 1.000.000 υπάρχουν προδεδομένες ανισότητες. Εάν δηλαδή κάποιος έχει προδεδομένη εσωτερική κοινωνική αξία 1.000, άλλος 500, άλλος 1, άλλος 0,03 κλπ. . Αυτό ισχύει χιλιάδες χρόνια στις κοινωνίες πυραμίδας και ουσιαστικά στηρίζεται στην εκμετάλλευση των βιοτικών ανθρώπινων αναγκών, που συνάμα σηματοδοτεί και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. 

Η ισότητα του “ατόμου”, που εκφράζεται με την μονάδα είναι ένα αναγκαίο ζητούμενο προκειμένου να συγκροτηθεί ο λαός σε σώμα κοινωνίας ισότητας και να αποκτήσει  και ταύτιση με την “κυβέρνηση”, δηλ. να έχει και ουσιαστικά ίση νομή της εξουσίας.

Επειδή όμως οι βιοτικές ανάγκες είναι συνυφασμένες με την ανθρώπινη ύπαρξη δεν μπορούμε να προχωρήσουμε σε λύση του προβλήματος, εάν δεν δώσουμε λύση από αυτές.

Η αρχαία δημοκρατία, προσπαθώντας να λύσει το πρόβλημα, αδιαφόρησε για τις ανάγκες αυτές, τις άφησε εκτός ζητουμένου εγκαθιδρύοντας μία νομική πλασματική πολιτική ισότητα με την ελπίδα ότι διαμέσου αυτής θα εξυπηρετηθούν οι πραγματικές βιοτικές ανάγκες όλων ή έστω των περισσοτέρων. Οτι δηλαδή, οι πολίτες θα διαμορφώσουν θεσμούς που εξυπηρετούν τις ανάγκες τους. Το θέμα είναι ότι απέτυχε καθώς δεν συλλάμβανε εννοιολογικά τις βιοτικές ανάγκες με ό,τι αυτό σημαίνει και προκάλεσε στις κοινωνίες όπου αυτή εφαρμόστηκε (π.χ. διατήρηση των ουσιαστικών ανισοτήτων και των σχέσεων εξάρτησης ή ανάλωση ενέργειας σε μη πραγματικές βιοτικές ανάγκες με αποτέλεσμα να υφίσταται έλλειμμα αυτών … ).

Οπωσδήποτε η πραγματική δημοκρατία έδωσε λύσεις και άνοιξε δρόμους, αποτελεί δε το μοναδικό τρόπο για να υπάρξει λύση στο ζήτημα. Όμως μόνο η νομική ισότητα, επίπλαστη καθώς είναι και μη πραγματική, δεν λύνει το ζήτημα. Δεν μπορείς να αγνοείς τους πραγματικούς όρους, τους νόμους των αναγκών του ανθρώπου και να στηρίζεσαι σε νομικά θεσμικά επίπλαστα.

Η άλλη λύση θα ήταν να αγνοήσουμε σκόπιμα στην συγκρότηση του συνόλου τις πραγματικές βιοτικές ανάγκες, να τις παραμερίσουμε ή να ορίσουμε άνωθεν άλλες από τις πραγματικές. Στο σφάλμα αυτό υπέπεσε ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» με τα γνωστά αποτελέσματα. Παιδί ο ίδιος του καπιταλισμού, δημιούργησε και αυτός ένα σωρό ψευδοανάγκες, αλλά και πυραμίδες που φωτογράφιζαν τον καπιταλισμό και τον εφάρμοζαν.

Και οι δύο λύσεις κατέτειναν στην δημιουργία δεδομένων αξιακής ισότητας, αλλά και οι δύο λύσεις δεν συνυπολόγιζαν τα πραγματικά οντολογικά δεδομένα του όντος στο οποίο απευθύνονταν : τον άνθρωπο. Αποτελούσαν μόνο τεχνικές, ήταν τεχνητές, ήταν συμβατικοί όροι και όχι όροι ουσίας. 

Αρα για να υπάρξει λύση στο πρόβλημα το μόνο που μένει είναι να συλλάβουμε την βιοτική οντότητά μας και να την θέσουμε ως προδεδομένο της μονάδας. Στον αριθμό 1 που συγκροτεί την μονάδα και αθροιστικά το σύνολο πρέπει να περιλαμβάνονται οι βιοτικές ανάγκες, η ισότητα της απόλαυσής τους  και η ασφάλεια για αυτές. Τότε μόνο το 1 του ενός θα είναι το αυτό με το 1 των άλλων και δεν θα μπορεί να υπάρξει διαχωρισμός ανισότητας και εκμετάλλευσης, εάν οι βιοτικές ανάγκες και η απόλαυσή τους  αποτελούν προδεδομένο για τον καθένα.

Τότε η συγκρότηση των κοινωνιών θα έχει άλλο νόημα και περιεχόμενο, όπως και η ζωή των ανθρώπων και θα μπορούμε όχι απλώς να έχουμε την κυβέρνηση που μας αξίζει, αλλά να είμαστε αυτοί που αξίζουμε.

Ιουλίου 15, 2009

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΒΙΟΤΙΚΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ ΚΑΙ Η ΦΥΣΗ

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΒΙΟΤΙΚΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ ΚΑΙ Η ΦΥΣΗ

 

Η θεωρία των βιοτικών αναγκών είναι θεωρία της φύσης. Διαλαμβάνει την φύση και τους νόμους της ως τους κεντρικούς νόμους που καθορίζουν και την ανθρώπινη ύπαρξη.

Για την θεωρία των βιοτικών αναγκών  ο άνθρωπος είναι ένα κομμάτι της φύσης και ορίζεται από τους φυσικούς νόμους . Ο άνθρωπος είναι μέρος της φύσης και για τον λόγο αυτό η έννοια περιβάλλον (αυτή δηλαδή που ουσιαστικά και ασυναίσθητα πολλές φορές διαχωρίζει τον άνθρωπο από την φύση) είναι άχρηστη και καταδεικνύει αρνητικούς βλακώδεις και εξωπραγματικούς διαχωρισμούς. Μιλάμε για το «περιβάλλον» και η έννοια καταδεικνύει την πεποίθηση ότι άλλη είναι η φύση του ανθρώπου, αυτή στην οποία βιώνει και ενεργεί και κάτι διαφορετικό και διακριτό είναι το «περιβάλλον». Η διάκριση αυτή είναι κλασσική στον άνθρωπο της πόλης και έχει άμεση σχέση με τις δομές του καπιταλισμού και της αγοράς του.

          Ας αφήσουμε όμως την βλακώδη παραφροσύνη του καπιταλισμού για να επιστρέψουμε στον βιοτισμό. Είναι ευνόητο ότι η φύση αποτελεί ένα αναπόσπαστο σύνολο ακόμα και ένα σύστημα νόμων και δυνάμεων. Κομμάτι της και εξαρτώμενο αυτής είναι ο άνθρωπος. Η επινόηση μηχανισμών που αφορούν την φύση δεν έφερε καμία νίκη στον άνθρωπο και μάλιστα οριστική … ο δρόμος είναι μακρύς. Στην πραγματικότητα ο άνθρωπος δεν μπορεί να νικήσει την φύση, απλά μπορεί να ελέγχει μερικές από τις συνέπειες της ενέργειας, που ενυπάρχει σε αυτή και να αξιοποιεί προς όφελός του άλλες. Αυτό δεν σημαίνει ότι διαχωρίζεται από τη φύση, ότι αποτελεί μία ετερότητα σε σχέση με αυτή. Η φύση πολυποίκιλα τον ελέγχει και τον καθορίζει καθώς  ως έμβιο ον υπακούει αδήριτα σε όλους τους φυσικούς νόμους της οντότητάς του. Η φύση είναι το μεγαλύτερο «κράτος» για τον άνθρωπο, είναι αυτή που καθορίζει την ζωή του μέσα από τους νόμους της. 

          Ας πάμε λοιπόν στο επόμενο στάδιο της κοινωνικής διάρθρωσης: την πολιτική για την φύση στο μέρος που ο άνθρωπος μπορεί να χαράξει τέτοιες πολιτικές.

          Η υπάρχουσα κατάσταση είναι γνωστή σε όλους και καθορίζεται από τις παραγωγικές λογικές του καπιταλισμού και των καπιταλιστών. Η φύση και ο άνθρωπος μαζί είναι για τους καπιταλιστές αντικείμενα προς εκμετάλλευση. Η λειτουργία και η ιδεολογία είναι σαφής και δεδομένη: εκμετάλλευση των πάντων, εκμετάλλευση ανθρώπου (και της φύσης του) από άνθρωπο. Ισως επειδή η φύση δεν έχει στόμα να μιλήσει άμεσα, επειδή δεν της αναγνωρίζονται δικαιώματα ούτε ικανότητα δικαίου και δεν έχει χέρια για να πνίξει άμεσα μερικούς, ούτε μπορεί να διαχωρίσει ανάμεσα σε καλούς και κακούς, κατέστη ιδιαίτερα πρόσφορη για εκμετάλλευση.

Εδώ η θεωρία των βιοτικών αναγκών μπορεί να προσφέρει την τομή της αλήθειας: Ο άνθρωπος μπορεί να μετέχει της φύσης αξιοποιώντας τις δυνατότητές, της εφόσον η χρήση αυτή γίνεται για την κάλυψη βιοτικών του αναγκών και μόνο. Τα υπόλοιπα είναι καταστροφικά, όπως καταστροφική πολύπλευρα είναι και η υπερεκμετάλλευση αυτής. Είναι καταστροφική η κατανάλωση οξυγόνου και φυσικών πόρων για να παράγονται βιομηχανικά σκουπίδια που δεν καλύπτουν βιοτικές ανάγκες. Είναι καταστροφική η ξύλευση των δασών για να παράγεται χαρτί ή η εκχέρσωσή τους για να παράγονται βιομηχανικά προϊόντα ή να δημιουργούνται τεράστιες ιδιοκτησίες. Η πολιτική θέση είναι σαφής: η φύση είμαστε όλοι μας, η φύση ανήκει σε όλους εξίσου. Κατά συνέπεια η φύση δεν μπορεί να ανήκει σε κανένα ατομικά ή να την εκμεταλλεύεται κανένας ατομικά.

Η πρακτική της πολιτικής οικονομίας του βιοτισμού είναι επίσης σαφής: παράγω τις βιοτικές μου ανάγκες και τις παράγω με τον τρόπο αυτό που δεν επιβαρύνει καθόλου την φύση σε οποιοδήποτε επίπεδο. Εάν δεν έχω ως ανθρωπότητα αυτές τις τεχνικές προσπαθώ να τις ανακαλύψω και μέχρι τότε δεν παράγω ή παράγω όσο λιγότερο μπορώ για να μπορέσω να κληροδοτήσω στις επόμενες γενιές ένα βιώσιμο πλανήτη. Οι παραπάνω τεχνικές και δεξιότητες δεν ανήκουν επίσης σε κανένα ξεχωριστά, αλλά, αφού αφορούν την φύση ανήκουν επίσης σε όλη την ανθρωπότητα.

Οι βλακοπαράφρονες του καπιταλισμού, τα ζώα των υψηλών βαθμίδων της άθλιας πυραμίδας, υποστηρίζουν ότι με την βιοτεχνολογία μπορούμε να ξεπεράσουμε την φύση. Αυτό που ουσιαστικά κάνουν είναι να επιταχύνουν ή να διαστρέφουν την εξέλιξη των οντοτήτων που συναπαρτίζουν την φύση. Δεν είμαι δαρβινιστής, αλλά είναι βέβαιο ότι μέσα στην γήινη σφαίρα λειτουργούν κανόνες εξέλιξης των ειδών, αλλά και των ίδιων των φυσικών δυνάμεων. Είναι επίσης βέβαιο ότι δεν μπορούμε να συλλάβουμε με τα αισθητήριά μας και την μέχρι σήμερα γνώση μας το σύνολο της λειτουργικής και οντολογικής υπόστασης του πλανήτη, ούτε καν τον μηχανισμό του, τις δυνάμεις τις και τις αιτίες δημιουργίας τους, πάρα μόνο αρκούμαστε σε χονδροειδείς διαπιστώσεις. Κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος ποια εξελικτική διαστροφή και εξέλιξη θα προκαλέσουν τα προϊόντα της βιοτεχνολογίας, ποια θα είναι η «αντίδραση» στο σύστημα δυνάμεων που ονομάζεται φύση. Μέλημα των παραγωγών βιοτεχνολογίας δεν είναι βέβαια η κάλυψη βιοτικών αναγκών των ανθρώπων, αυτό είναι το μέσο που τους οδηγεί στο κέρδος και στην κυριαρχία επ’ αυτών και την εκμετάλλευσή τους. Κανείς δεν γνωρίζει, εάν μετά από χρόνια καλλιέργειας μεταλλαγμένων φυτών δεν θα αναπτυχθούν «χαλύβδινα ανίκητα όντα», κανείς δεν γνωρίζει πως τα υπάρχοντα όντα συμβάλλουν στην διατήρηση της ζωής και στην συγκράτηση φυσικών δυνάμεων, κανείς δεν έχει συλλάβει καν την δύναμη της εντροπίας ή την δύναμη εξέλιξης των μεταλλαγμένων οντοτήτων. Κάποιοι έχουν μετατρέψει τον πλανήτη σε ένα τεράστιο και μη δυνάμενο να ελεγχθεί πείραμα, βλάκες του καπιταλισμού που δεν γνωρίζουν, δεν μπορούν να συλλάβουν, ούτε νοιάζονται για τις συνέπειες. Η παραφροσύνη τους πρέπει να ελεγχθεί και να εκμηδενιστεί μαζί με τους ίδιους. Ουσιαστικά εκμεταλλεύονται τις ανθρώπινες βιοτικές ανάγκες δημιουργώντας τεχνητές βιοτικές ανάγκες για να τις καλύψουν μέσα από την ματαιοδοξία της πυραμίδας και των ορισμών της.

          Δεν είμαι οπαδός του πρωτογονισμού, δεν είμαι πριμιτιβιστής, το αντίθετο, αλλά αυτό το αντίθετο ορίζεται από τον σεβασμό στην φύση, από την αντίληψη ότι είμαστε κομμάτια της και δεν μπορούμε να την παραδώσουμε προς εκμετάλλευση σε κανένα γιατί έτσι την χάνουμε και χάνουμε την ίδια την ζωή μας και κανείς δεν θα μας συγχωρήσει για αυτό.

          Ας διαφύγουμε λοιπόν από την βλακώδη καπιταλιστική λογική και ας χτίσουμε το μέλλον μας μέσα από την φύση μας.  

Ιουνίου 24, 2009

Η ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Η ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

ΛΑΪΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ Α-ΛΑ Ν.Δ. : ΕΝΑ ΑΚΟΜΑ ΑΙΣΧΟΣ ΤΩΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΩΝ ΚΑΘΑΡΜΑΤΩΝ

 Α.    Ακουγα σήμερα τον Π. Δούκα της Ν.Δ. να εισάγει τον κατ’ αυτόν “λαϊκό καπιταλισμό”, ως πρόγραμμα – πρόταση της Ν.Δ. στην κοινωνία για τα επόμενα χρόνια. 

Είπε ο πρώην υπουργός και βατοπεδιστής βουλευτής της Ν.Δ. ότι το σχέδιο είναι να μετοχοποιηθεί το σύνολο της περιουσίας του δημοσίου και να μοιραστούν οι μετοχές σε όλους τους Ελληνες. Αυτοί/εμείς θα μπορούμε, λέει, μετά από ένα χρονικό διάστημα να τις πουλήσουμε … . 

Πρότεινε δηλαδή, ο διαπιστωμένος πράκτορας του παγκοσμιοποιημένου υπερ-κεφαλαίου,  την μετοχοποίηση της δημόσιας, κοινής περιουσίας των Ελλήνων με την ενσωμάτωση σε αξιογραφικούς τίτλους,  του μέρους που αντιστοιχεί στον καθένα και την εφεξής δυνατότητα ατομικής διαπραγμάτευσης και μεταβίβασής της.

       Θεωρητικά, το σχέδιο Δούκα/Ν.Δ. θα μπορούσε να επιφέρει την άμεση υλοποίηση της κοινωνικής συνιδιοκτησίας πάνω στα κοινά δημόσια πράγματα. Υπό την έννοια αυτή θα μπορούσε να επιφέρει και την κοινωνική διοίκηση της δημόσιας περιουσίας.

       Η ανάλυση όμως της πρότασης καταδεικνύει και αποδεικνύει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τους σκοπούς των σκοτεινότερων κέντρων αποφάσεων της δεξιάς στον πλανήτη. Ο Π. Δούκας είναι γνωστός «μέτοχος» των απόψεών της και χρόνια υπάλληλός της.

 

Β.    Πρώτα από όλα πρέπει να επισημανθεί η πάγια και πολυετής επίθεση του νεοφιλελευθερισμού (στην πραγματικότητα των «αφεντικών» του πλανήτη) στο κράτος και τις δομές του. Σκοπός του νεοφιλελευθερισμού ήταν και είναι ένα μικρότερο ή ελάχιστο κράτος, με παράλληλη μετάβαση των παραγωγικών και λειτουργικών δυνατοτήτων του στους ιδιώτες, ώστε να καταστούν αυτοί ξανά «το κράτος». Οι τελευταίοι σκοπούν με την τακτική αυτή στην περαιτέρω ιδιωτική επιχειρηματικοποίηση και ιδιοκτησία της κοινωνικής δραστηριότητας και στην πραγματικότητα της ίδιας της ζωής, της βίωσης του ανθρώπου και στην ατομική κερδοφορία.

       Όπως έχω εξηγήσει η κερδοφορία κάποιων σημαίνει ζημία κάποιων άλλων, αφού το παραγόμενο είναι πάντοτε μέγεθος πεπερασμένο και συγκεκριμένο.

       Η σκοπιμότητα αυτή λαμβάνει ως πρόταση την ακραία της μορφή, μέσα από αυτή την πρόταση ιδιωτικοποίησης / μετοχοποίησης του κράτους.

 

Γ.    Τι είναι το «κράτος»; Το «κράτος» είναι ένα πολιτειακό μόρφωμα που συγκροτεί μία ευρεία κοινωνική ανθρώπινη βάση σε ένα οργανωμένο σύνολο θεσμών που ρυθμίζουν με σειρά κανόνων την ανθρώπινη ζωή και την κοινωνική συμβίωση.

       Το «κράτος» ή «πολιτεία» αποτέλεσε στην ανθρώπινη ιστορία τον κορυφαίο από πλευράς ισχύος κοινωνικό θεσμό (αφού αποτελεί συνισταμένη της ισχύος πολλών). Ανάλογα με τα δομικά συστατικά του εκάστοτε πολιτεύματος (το πολίτευμα αποτελεί το λειτουργικό θεσμικό πλαίσιο-μηχανισμό του κράτους) το κράτος εξέφραζε, εκφράζει, λειτουργούσε και λειτουργεί σύμφωνα με την θέληση ενός ή περισσοτέρων ανθρώπων που βιώνουν σε ένα συγκεκριμένο κατά διαστάσεις κοινωνικό πλαίσιο. Η πολυποίκιλη διάσταση και διαφοροποίηση του λειτουργικού μηχανισμού και πλαισίου  του κράτους (: του πολιτεύματος) είναι τεράστια και εκτείνεται από τις μοναρχικές μονοκρατορίες έως τις πραγματικές δημοκρατίες ολικής κοινωνικής και πολιτικής ισότητας (όπου και όταν αυτές επέτυχαν να πραγματοποιηθούν).

 

Δ. Στην πραγματικότητα το κράτος ως θεσμική δυνατότητα επιβολής βούλησης υπάρχει πάντα και παντού, ακόμα και στην αταξική κοινωνία ή στο μη-κράτος του αναρχισμού. Η θέσμιση του μη-κράτους περικλείει η ίδια μία συνολική επιβολή βούλησης και μία σειρά μηχανισμών-θεσμών που το εξασφαλίζουν. Στην πραγματικότητα το κράτος είναι σύμφυτο συνεπαγόμενο της κοινωνικής συμβίωσης. Αρκεί να στεφτείτε ότι η ίδια η οικογένεια αποτελεί ένα «κράτος», ένα σύνολο θεσμών που ρυθμίζουν την συμβίωση σε αυτή. Το ίδιο σύνολο θεσμών είναι αναγκαίο και για τον ίδιο τον άνθρωπο, αποτελεί ικανοποίηση μιας σειράς κεφαλαιωδών βιοτικών του αναγκών και έκφρασή τους. Το «κράτος της οικογένειας» θεσμίζει την απαγόρευση στο μικρό παιδί να βγει γυμνό στο κρύο ή να μην φάει φαγητό διότι θα πεθάνει. Το ίδιο «κράτος» θεσμίζει την «απαγόρευση» του να καταναλώνει ένα μέλος όλη την τροφή και τα υπόλοιπα να λιμοκτονούν … . Είναι σαφές ότι η εξυπηρέτηση των βιοτικών αναγκών του ανθρώπου εκφράζεται μέσα από την διαμόρφωση- θέσμιση κανόνων που τις εξυπηρετούν. Ακόμα και ο μόνος άνθρωπος, ο μοναχικός λύκος της στέπας, θεσμίζει σύμφωνα με τις βιοτικές του ανάγκες, μέσα από το ίδιο το βιολογικό πλαίσιο του όντος που αποκαλείται άνθρωπος, το δικό του «κράτος», το δικό του θεσμικό πλαίσιο ζωής.

 

Ε.    Το ζήτημα και το ζητούμενο δεν αφορά λοιπόν το ίδιο το κράτος, καθώς αυτό είναι βιοτικό σύμφυτο, αλλά τον λειτουργικό μηχανισμό του, τον μηχανισμό που διαμορφώνει το θεσμικό πλαίσιο : το πολίτευμα. Το πολίτευμα είναι αυτό που μπορεί να εκφράζει και να καθορίζει το σύνολο των επιμέρους θεσμικών μηχανισμών, το εάν το κράτος θα αποτελεί έκφραση της βούλησης ενός, λίγων, περισσότερων ή όλων. Το ίδιο το πολίτευμα καθορίζει και τους μηχανισμούς προσδιορισμού, έκφρασης και υλοποίησης της βούλησης του κράτους, την ποιότητα και την ποσότητα της «βίας», η οποία είναι σύνδρομη του κράτους ως καθεστώτος βούλησης (στον βιοτισμό η βία εξαντλείται στην βίωση, στις ανάγκες της ζωής). Το κορυφαίο συνεπώς στοιχείο είναι αυτό του πολιτεύματος, ως του κεντρικού λειτουργικού μηχανισμού του κράτους.

       Το κράτος, ως θεσμικό σύνολο βιοτικής βούλησης, είναι μία βιοτική ανάγκη, κάτι το ουσιαστικά αναπόφευκτο. Το «πολίτευμα» είναι αυτό που καθορίζει την ζωή και την κοινωνική συμβίωση, αυτό ουσιαστικά δομεί και χρωματίζει το κράτος. Το ίδιο το «πολίτευμα» είναι αυτό που στην ουσία αφορά τους ανθρώπους και τις κοινωνίες τους, γιατί τόσο το «κράτος», όσο και το «πολίτευμα» δεν αποτελούν στην πραγματικότητα τίποτα, εξαφανίζονται και δεν έχουν καμία υπόσταση, ούτε καν εννοιολογική οντότητα, εάν δεν υφίστανται οι άνθρωποι και οι κοινωνίες τους. Οι αποστειρωμένες, δήθεν επιστημονικές, προσεγγίσεις των φαινομένων, η οντολογία τέτοιων θεσμών, η δήθεν επιστημοσύνη που φαινομενικά μόνο περικλείουν, είναι όχι μόνο ένα τεράστιο λάθος, αλλά και μια κραυγαλέα διαστροφή, που εξυπηρετεί τα κατεστημένα και τις εξουσίες, δημιουργεί «καθεστώτα» τα οποία διαστρέφουν το νόημα της ζωής και την ανθρώπινη αξία και οδηγούν την ανθρωπότητα στην μη-γνώση.

      

ΣΤ.    Ο βιοτισμός έρχεται να καταργήσει τις ψευδο-οντολογίες, τις τεχνητές διαμορφώσεις εννοιών που θεσμίζονται για να λειτουργούν ως δήθεν επιστημονικά και κοινωνικά «αυθύπαρκτα» και προδεδομένα με «μεταφυσική» ισχύ. Στον βιοτισμό όλα ξεκινούν από τα βιολογικά χαρακτηριστικά του όντος που λέγεται άνθρωπος και από την ίδια του την ζωή. Δεν δημιουργούμε νομικά και θεσμικά πλάσματα ως αυθύπαρκτες οντότητες. Το «κράτος» ταυτίζεται με την βιολογική φύση/ταυτότητα του ανθρώπου. Το «πολίτευμα» αποσκοπεί στην ίση έκφραση, κάλυψη και ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών όλων των ανθρώπων που βιώνουν σε ένα τόπο και χρόνο και συγκροτούν μια κοινωνία.

       Η θεσμική ανισότητα δια μέσου του πολιτεύματος και του συνόλου των μηχανισμών του, είναι μία καθαρή διαστροφή, αφού δημιουργεί εκ των προτέρων και έξω από την φύση του ανθρώπου μία σειρά παραγόντων που μεταβάλουν την βιοτική ικανότητα του καθενός, στερούν από κάποιους και ενισχύουν σε κάποιους άλλους, την δυνατότητα κάλυψης των βιοτικών τους αναγκών ατομικών και ταυτόχρονα και κοινωνικών (αφού το δεύτερο στην κοινωνία των θεσμικών πυραμίδων καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και οπωσδήποτε επηρεάζει το πρώτο). Πρέπει να εννοήσουμε ότι το παιδί του ανέργου δεν έχει την ίδια κάλυψη βιοτικών αναγκών (ατομικών και κοινωνικών) με το παιδί του ζάμπλουτου και αυτό είναι μία κραυγαλέα θεσμική ανισότητα. Την ίδια ώρα που ο ένας θα διασκεδάζει ή θα σπουδάζει σε ένα καλό εκπαιδευτικό ίδρυμα, ο άλλος θα του κάνει τον σερβιτόρο ή τον σωφέρ. Στην πραγματικότητα τα δύο αυτά παιδιά θα ζήσουν μια εντελώς διαφορετική ζωή, εάν το παιδί του ανέργου ζήσει και αυτό που θα κάνει λέγεται ζωή και όχι συνεχής αγώνας κάλυψης βιοτικών και σύμφυτων με αυτές αναγκών. Το θεσμικό πλαίσιο της κοινωνίας, το «πολίτευμα» της κοινωνίας ως έχει, δημιουργεί θεσμικές ανισότητες μεταξύ δύο ανθρώπων που φέρουν τα αυτά βιολογικά χαρακτηριστικά : είναι άνθρωποι.

 

Ζ.    Στον σύγχρονό μας πολιτευματικό μηχανισμό της έμμεσης ψευδο-δημοκρατίας αστικού τύπου, η οποία εκφράζει στην ουσία τον ισχύοντα μηχανισμό παραγωγής/ κάλυψης βιοτικών αναγκών:  τον καπιταλισμό, υφίσταται ένα πλαίσιο αγαθών, που είτε έχουν αφαιρεθεί από την εκμεταλλευτική προσέγγιση και την ατομική ιδιοκτησία είτε θεωρείται πως αποτελούν συλλογική κοινωνική (συν)ιδιοκτησία. Η εξέλιξη αυτή επήλθε περισσότερο ως συμβιβασμός μέσα από την σοσιαλιστική, αλλά και αστική (δεν τα διαχωρίζω διακριτά γιατί πολλές φορές ταυτίζονται και αλληλοπλέκονται αναπόσπαστα) διεκδίκηση της κοινωνικής ισότητας.

       Θεμέλιο αυτής της διεκδίκησης ήταν και παραμένει η αναγκαία συμμετοχή των ανθρώπων στους μηχανισμούς παραγωγής και πίσω από αυτή, ως κεντρικό στοιχείο, βρίσκεται η δυνατότητα περισσοτέρων να καλύπτουν τις βιοτικές τους ανάγκες. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας πολλαπλασίασε την παραγωγή αγαθών και ο καπιταλισμός έπρεπε κάπου να τα διαθέσει μέσω του μηχανισμού της αγοράς. Αυτό αύξησε την βιοτική επάρκεια περισσοτέρων, οι οποίοι απεξαρτήθηκαν εν μέρει από την βιοτική εξάρτηση από την αριστοκρατία. Ως «πολλοί» απαίτησαν την δέσμευση μέρους των αγαθών και της κοινωνικής δραστηριότητας υπέρ του κοινωνικού συνόλου, ώστε να διασφαλιστεί η δυνατότητα όλων να καλύπτουν ένα μέρος των βιοτικών τους αναγκών. Στο επίπεδο της κατοχής αγαθών, τα λατιφούντια και τα τσιφλίκια μεταβλήθηκαν σε δημόσια κοινωνική ιδιοκτησία. Το ίδιο συνέβη και με μία σειρά από νέες ή παλαιές παραγωγικές δραστηριότητες. Ανάλογα με το συσχετισμό δυνάμεων και την προνοητικότητα απάντων οι άνθρωποι της αντίπερα κοινωνικής όχθης, αυτοί του υπέρ-έχειν, προέβησαν σε μία σειρά συμβάσεων και συνθηκών για να παγιώσουν θεσμικά μία κατάσταση που θα τους διασφάλιζε απέναντι στον συνεχή τους κατήφορο … .

 

Η.     Αφού το παιχνίδι της ιστορίας παίζεται όλο στις βιοτικές ανάγκες των ανθρώπων, κατάφεραν και να διασπάσουν την κοινωνία με την διάκριση δυνατότητας πρόσβασης στις βιοτικές ανάγκες και να υποσχεθούν περισσότερες για κάποιους, αλλά και να διαμορφώσουν μία οντολογική ψευδοεπιστημονική προσέγγιση των θεσμών και να παγιώσουν το δικαίωμα ιδιοκτησίας. Φωτογράφισαν θεσμικά τον κόσμο και προέβησαν σε επαναδιάταξη των θεσμικών δομών της πυραμίδας. Η πυραμίδα μπορεί να κόντυνε σε ύψος, αλλά παρέμεινε και δεν καταλύθηκε. Ο ίδιος ο μηχανισμός του καπιταλισμού τους προσέφερε μία παραγωγική κοινωνική πυραμίδα την οποία δεν άφησαν ανεκμετάλλευτη για να παγιώσουν την βιοτική εξάρτηση των ανθρώπων.

       Οι ίδιοι οι πεινασμένοι, ανήμποροι και άνισοι άνθρωποι, οι καταπιεσμένοι κολίγες και εργάτες ένοιωσαν ότι κάτι κέρδισαν και αρκέστηκαν στο να χορτάσουν την πείνα τους. Πέρασαν από το άδειο πιάτο στο γεμάτο και αποφάσισαν να «ξεκουραστούν» (βιοτική ανάγκη ανθρώπινη είναι και αυτή) αφού ο αγώνας απέναντι στα κτητικά καθάρματα δεν στοίχισε μόνο πολύ ενέργεια, αλλά και πολλές ζωές. Αρκέστηκαν λοιπόν οι κοινωνικές πλειοψηφίες σε όσα πήραν και αποφάσισαν να ζήσουν για να τα χαρούν.

 

Θ.   Με τον αυτό συσχετισμό δυνάμεων κύλησε η ανθρώπινη ιστορία τους τελευταίους αιώνες. Η κοινωνική ιδιοκτησία και ο μηχανισμός του πολιτεύματος εν γένει, έδωσε την δυνατότητα κοινής απόλαυσης κάποιων βασικών βιοτικών αγαθών.  Είναι όμως σαφές ότι η ανισότητα της φωτογραφίας, της κοινωνικής συνθήκης ή κοινωνικού συμβολαίου παρέμενε και παρέμεινε. Τα κτητικά καθάρματα, έχοντας εννοήσει την σημασία των βιοτικών αναγκών, όχι μόνο υπήρχαν, αλλά και εξακολούθησαν να ορίζουν νέες συμβατικές βιοτικές ανάγκες και κυρίως την σχετιζόμενη με αυτές θέση στην κοινωνία της πυραμίδας.

       Στο σύγχρονο γίγνεσθαι και αφού κατάφεραν να περάσουν και να επιβάλλουν ποικιλότροπα την ψευδαίσθηση ότι το κοινωνικό συμβόλαιο δυτικού τύπου είναι το καλύτερο δυνατό για όλους, ενέταξαν τους εκφραστές τους πολιτεύματος στην υπηρεσία τους και την εφευρετικότητα στην ιδιοκτησία τους. Οι αυτοματισμοί στην παραγωγή, αντί να καταλύσουν την πυραμίδα του παραγωγικού καπιταλισμού και να απελευθερώσουν τον άνθρωπο και τις κοινωνίες του, από την αναγκαιότητα της σπατάλης ζωής για την εργασία, αποτέλεσαν ιδιοκτησία των κτητικών καθαρμάτων (για αυτό έχω προτείνει θεσμούς κοινωνικής ιδιοκτησίας των εφευρέσεων).

       Η επαναφορά τους στην εξουσία άρχισε ξανά. Κατάφεραν τον πυραμιδικό κοινωνικό πολυμερισμό και διάσπαση, ξαναέφεραν την απολυταρχία των κεντρικών δομών (ως τεχνοκρατικά επαρκέστερων), επανέφεραν την απειλή της στέρησης των βιοτικών αναγκών και την συγκρισιμότητα σε σχέση με τους στερούμενους αυτές. Ο άνθρωπος έχασε την δομική παραγωγική του αξία και απλά εξυπηρετεί μηχανές που ανήκουν (υπό οιανδήποτε έννοια) σε άλλους. Σε κάθε τομέα της ζωής και της κοινωνικής δράσης καίνε και καταπατούν ακόμα και αυτό το κοινωνικό συμβόλαιο της παλαιάς φωτογραφίας.

 

Ι.     Η νέα τάξη πραγμάτων, που στην πραγματικότητα είναι η επαναφορά της παλαιάς βρίσκεται προ των πυλών. «Ιδιωτικοποιούν» τα πάντα για να τα κάνουν ξανά δικά τους, απαγορεύουν στην κοινωνική κρατική ιδιοκτησία να επεκταθεί στην κυριότητα και εκμετάλλευση νέων παραγωγικών δομών και μεθόδων, καταργούν τους κανόνες προστασίας της κάλυψης των βιοτικών αναγκών μέσα από την «ελεύθερη αγορά» (αυτή που τους ανήκει κυριαρχικά), λαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερα μερίδια από το κοινωνικό παραγόμενο (και διαμέσου της «απελευθέρωσης αγορών και τιμών») και επιβάλλουν τον «ανταγωνισμό» ως θεωρία δημιουργώντας ξανά (νεό)δουλους ανθρώπους, που εργάζονται για αυτούς πιο πιστά και περισσότερο, για να μην αντικατασταθούν από άλλους και χάσουν την πρόσβαση στις βιοτικές ανάγκες. Οι τελευταίες  έχουν παύσει προ καιρού να αποτελούν στόχο της κοινωνικής συγκρότησης και της παραγωγικής της διαδικασίας. Ο,τι και να αναλύσει κανείς στις τακτικές τους αυτό βλέπει, αυτό διαπιστώνει. Σκοπός και σκοπιμότητά τους είναι η δική τους ισχύς, η επαναφορά τους στην κυριότητα του πλανήτη, στην κυριότητα και ανάλωση των ανθρώπων.

       Εμπόδιο στον στόχο τους αυτό αποτελεί η «κρατική» κοινωνική συνιδιοκτησία. Αποσκοπούν καθαρά στο να ξαναθέσουν υπό την ιδιοκτησία και τον έλεγχό τους, όσα διεκδίκησαν και τους πήραν οι κοινωνίες των ανθρώπων. Κατάφεραν να προβάλουν ως επιστημονικοφανές (άλλωστε αυτή ελέγχουν και το περιεχόμενο της γελοιότητας που αποκαλείται «επιστήμη» και –δήθεν- γνώση) κοινωνικό θέσφατο την ιδιωτικοποίηση των πάντων, ως πρόοδο που αυτή φέρνει τις καλύτερες ημέρες για τις κοινωνίες και τους ανθρώπους (ιδίως τους κοινωνικά αλλοτριωμένους ατομιστές που δημιούργησαν ως πρότυπα κοινωνικής επιτυχίας και υπερκάλυψης των βιοτικών αναγκών). Εργάστηκαν και εργάζονται πολύπλευρα για αυτό τον σκοπό με πλήρη επιθετικότητα σε κάθε επίπεδο, στο φως και στο σκοτάδι. Την ιδιωτικοποίηση των παραγωγικών δομών του κράτους την κατάφεραν πρόσφατα και την εξελίσουν ραγδαία και ταχύτατα.

 

Ι.Α.    Τώρα έρχονται να επιτεθούν στο σύνολο της εναπομείνασας κοινωνικής δημόσιας ιδιοκτησίας.

       Πετούν στον στερημένο και φοβικό άνθρωπο, αυτόν που στερείται ή προβλέπει ή φοβάται πως θα στερηθεί τις βιοτικές του ανάγκες, το δόλωμα της ατομικής υλοποίησης της κοινωνικής ιδιοκτησίας, «Να μοιραστούμε την περιουσία του κράτους», σου λένε και σκέφτεσαι ότι εκεί που δεν έχεις τίποτα κάτι θα αποκτήσεις !!!.

-      Αλήθεια ο πεινασμένος άνεργος και η στερημένη οικογένειά του πόσο καιρό θα είναι «μέτοχοι»;

-      Και ποιοι θα είναι αυτοί που θα αγοράσουν τις «μετοχές» τους;

-      Ποιοι θα είναι σύντομα ξανά κύριοι των πάντων, κύριοι και ιδιοκτήτες του πλανήτη ;     

      

       Σε όλα αυτά τα ερωτήματα δεν δίνει πραγματική και ουσιαστική απάντηση κανένα δεδομένο και υπάρχον πολιτικό μόρφωμα που στηρίζεται στον βανδαλιζόμενο κοινωνικό συμβόλαιο της «φωτογραφίας». Όταν η «νέα τάξη πραγμάτων» υφίσταται ως γεγονός και το έχει καταπατήσει, όλα τα υφιστάμενα και δημιουργηθέντα από το  «κοινωνικό συμβόλαιο» αυτό είναι ήδη ξεπερασμένα και ολοσχερώς ανεπαρκή (εάν ψάχνετε για τα αίτια της κατάρρευσης της σοσιαλδημοκρατίας βρήκατε απαντήσεις), αφου είναι πιστά αντίγραφα της, απότοκα και γεννήματά του.

Ούτε άμυνα χρειάζεται ή αρκεί.

Χρειάζεται συνολική κοινωνική πρόταση και αυτή την έχει μόνο ο βιοτικός κοινωνισμός, είναι η απάντηση της ζωής, είναι η απάντηση της αξίας του ανθρώπου απέναντι στην υποδούλωση και τον θάνατο που κατεργάζονται χρόνια τώρα τα κτητικά ψυχοπαθή καθάρματα. Είναι ο καθορισμός της κοινωνικής δραστηριότητας και της παραγωγικής διαδικασίας με μόνο στόχο την κάλυψη των βιοτικών αναγκών όλων των ανθρώπων.

 

       Οπου ακούτε «προτάσεις» σαν αυτές της Ν.Δ. μην τις αντικρούετε απλώς, αλλά ξεφωνίστε τους, φωνάξτε δυνατά μήπως ξυπνήσουν οι κοιμώμενοι της πυραμίδας.

 

 

Μαΐου 22, 2009

ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ Ή ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ

Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα

 

Από τον Μάρξ στην Ρόζα Λούξεμπουργκ και από τη Ρόζα στον Κορνήλιο Καστοριάδη.

Τι υπάρχει πριν και τι θα έλθει μετά.

 

Α. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ έθεσε το κεντρικότερο και ιστορικό κοινωνικό και πολιτικό δίλημμα. Η πράξη του προέδρου του ΠΑΣΟΚ δείχνει πρώτα από όλα ουσιαστικό και βαθύτερο πολιτικό και κοινωνικό προβληματισμό. Το γεγονός ότι ο σοσιαλισμός επανέρχεται στην πολιτική επιφάνεια και στην ορολογία του ΠΑΣΟΚ και μάλιστα με την συγκρουσιακή έννοια της αντίθεσης στην βαρβαρότητα, είναι πραγματικά μια ελπιδοφόρα εξέλιξη για όλους τους ελευθερόφρονες ανθρώπους που προσδοκούν και οραματίζονται κοινωνίες ανθρώπων και όχι ζούγκλες και πυραμίδες ανισότητας.

Το ίδιο το ιστορικό κοινωνικό και πολιτικό δίλημμα, πέρα από το σύνολο της κοινωνίας αποτελεί σαφή πολιτική θέση υπέρ του σοσιαλισμού και στο ίδιο το ΠΑΣΟΚ, που αναζητά την χαμένη πολιτική του ταυτότητα .

 

Β.        Ακόμα και εάν ο Καστοριάδης το χρησιμοποίησε για να εκφράσει και την απόσταση της Σοβιετικής Ενωσης και του εκεί πειράματος (ιδίως τύπου Στάλιν) από τον «σοσιαλισμό», το ουσιώδες περιεχόμενο της φράσης «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» – που δεν διατυπώθηκε από τους ανωτέρω υπό συνθήκες «υπαρκτού σοσιαλισμού» (τον οποίο ο Καστοριάδης θεωρεί επίσης «βαρβαρότητα») – παραμένει αναλλοίωτο και μη δυνάμενο να παρεξηγηθεί.

Σοσιαλισμός δηλ. κοινωνίες ισότητας και ίσων ανθρώπων, ενάντια, αντίκρυ σε οποιασδήποτε μορφής βαρβαρότητα, ζούγκλα ή ανισοτική πυραμίδα.

Στην συγκρότηση άλλωστε της σκέψης του μεγάλου φιλόσοφου δύο στοιχεία ήταν κύρια, το αρχαιοελληνικό στοιχείο μιας πραγματικής κοινωνίας δημοκρατίας που αυτοθεσμίζεται και η θέση του ότι ο μαρξιστικός και πολύ περισσότερο ο εφαρμοσμένος στην εποχή του σοσιαλισμός εξακολουθούσε να λειτουργεί με τα δομικά δεδομένα και οργανωτικά στοιχεία του καπιταλισμού. Για αυτό και ο ίδιος θέλησε να προτείνει την δημοκρατική αυτοθέσμιση των κοινωνιών ως πολιτικό και κοινωνικό στόχο. Το θέμα  της δίκαιης κοινωνίας ή δίκαιου κράτους, που έθεσε ο ίδιος στον εαυτό του και που συμπληρώνει ως αρχή την δημοκρατική αυτοθέσμιση των κοινωνιών, ερώτημα και ζητούμενο που ο ίδιος αναλύει και ως ερώτημα του Αριστοτέλη και του Μάρξ, θαρρώ πως έχω την τύχη να το έχω λύσει.

 

Γ.         Από την αγράμματη πολιτική ζούγκλα και βαρβαρότητα της Νέας Δημοκρατίας (αποδεικνύει την «βαρβαρότητά» της με όσα υποστήριξε για το ίδιο το ερώτημα, αντί να προβληματιστεί ουσιαστικά από το νόημά του και όσα εκφράζει), μέχρι το ΚΚΕ, που με απόλυτη βαρβαρότητα βγήκε μικροκομματικά καιμε τρόπο απόλυτο να εκφράσει ισοπεδωτική θέση, δικαιολογώντας όσους πιστεύουν ότι κατέχει απλώς το δικό του κομμάτι της σύγχρονης βαρβαρότητας και υπερασπίζεται τον ρόλο του, το ερώτημα δεν προβλημάτισε τους κομματικούς μηχανισμούς στην ουσία του.

Το ερώτημα όμως αυτό που είναι αιώνιο και υπάρχει πολύ πριν τον Μάρξ, που απλώς το εξέφρασε με τον τρόπο αυτό στην δική του εποχή, προβλημάτισε και προβληματίζει τους ανθρώπους χιλιάδες χρόνια τώρα και ήλθε ίσως η ώρα, με την υπενθύμιση αυτή του προέδρου του ΠΑΣΟΚ να το εξετάσουμε για να δούμε πως διατρέχει την ανθρώπινη κοινωνική ιστορία, διότι το ερώτημα σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα είναι η υπό συνθήκες καπιταλισμού εκδοχή του αυτού αιώνιου ερωτήματος: κοινωνίες ίσων ανθρώπων ή κοινωνίες άνισης αλληλοφάγου ζούγκλας.

 

Δ.        Ο σοσιαλισμός, που τίθεται απέναντι στην βαρβαρότητα στην διατύπωση του ερωτήματος, δεν είναι βέβαια προϊόν φιλοσοφικής ή κοινωνικής παρθενογένεσης. Είναι η «απάντηση» ενός αιώνιου ζητήματος και αιτήματος του ανθρώπου, απέναντι στον καπιταλισμό και στις εξουσίες της κάθε εποχής. Η κομμούνα του Παρισιού προϋπήρξε της θεωρητικής  συγκρότησης του «σοσιαλισμού» .

Στην πραγματικότητα, ο σοσιαλισμός είναι η αντίδραση κάποιων ανθρώπων απέναντι στον δεδομένο μηχανισμό παραγωγής αγαθών και συναφούς οργάνωσης της κοινωνίας.

Η αντίδραση και η αντίστοιχη δράση, ξεκινά από το θεώρημα της ανθρώπινης ισότητας και έρχεται να τοποθετηθεί με σειρά επιμέρους εναλλακτικών μορφών με κύριες αυτές της κοινωνικής κτήσης των μέσων παραγωγής, του κοινωνικού ελέγχου και της ίσης διανομής ή αναδιανομής του παραγόμενου.

Οι δύο τελευταίες μορφές δεν εξασφαλίζουν την κοινωνική ισότητα στο σύνολο των εκφάνσεων της κοινωνικής συμβίωσης των ανθρώπων. Όλες οι πιο πάνω εναλλακτικές μορφές δεν εξασφαλίζουν συνολικά την ισότητα σε κάθε έκφανση της ατομικής και κοινωνικής ζωής (καθώς αναφέρονται κύρια στην ισότητα ή ισοκατανομή κατά την παραγωγική διαδικασία και όχι π.χ. στην επιλογή της μεθόδου παραγωγής ή του παραγόμενου), αλλά δημιουργούν απλώς κάποιες καλύτερες συνθήκες για να επισυμβεί συνολικά η ισότητα, από την κατάλυση μόνο των ανισοτήτων, ευελπιστώντας και προσβλέποντας στην δημιουργία μιας αταξικής κοινωνίας (της οποίας όμως δεν γνωρίζουν τα πραγματικά δομικά υλικά).

 

Ε.         Το τι είναι και τι εννοείται ως βαρβαρότητα δεν το περιγράφω, το βλέπετε όλες και όλοι να υπάρχει γύρω σας και είναι με μία φράση η ανισότητα που καθορίζει τους όρους  ζωής και εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Μετά από αυτό, αφήστε το μυαλό σας ελεύθερο και θα βρείτε χιλιάδες τρόπους με τους οποίους όλη μετέχουμε στην βαρβαρότητα της ανισότητας και της εκμετάλλευσής της, εκούσιας και ακούσιας, άμεσης και έμμεσης.

            Είναι, λοιπόν, ο σοσιαλισμός η έκφανση της αιώνιας αγωνίας και αγώνα για ισότητα στην λειτουργία των κοινωνιών και κατ’ επέκταση στην ζωή του ανθρώπου. Ο σοσιαλισμός είναι η έκφανση αυτή υπό συνθήκες καπιταλιστικής παραγωγικής οργάνωσης. Την ίδια αγωνία και αγώνα της ισότητας ήλθαν στο παρελθόν να «υπηρετήσουν» και να εκφράσουν μία σειρά από φιλοσοφικές και πολιτικές θεωρίες και κατά κύριο λόγο θρησκείες. 

           

ΣΤ.      Γιατί κύριο ζήτημα είναι η ισότητα στο τμήμα της παραγωγικής οργάνωσης; Γιατί επιζητείται η ισότητα; Θα εξηγηθεί παρακάτω.

 

            Η θεωρία των βιοτικών αναγκών στηρίζεται στο γεγονός της ζωικής φύσης μας και στις ανάγκες που αυτή δημιουργεί. Ξεκινώντας από την ίδια την κυτταρική μας δομή και στην συνέχεια ως οργανισμοί, έχουμε τις φυσικές ανάγκες επιβίωσης που καθορίζουν και την προτεραιότητα στην δράση μας.

Οι ίδιες αυτές ανάγκες, οι βιοτικές ανάγκες, δημιούργησαν τις κοινωνίες, ώστε να μπορούν να εξυπηρετηθούν καλύτερα και πληρέστερα οι ατομικές ανάγκες αυτές μέσα από την κοινή δράση, την συνένωση των ανθρώπινων δυνάμεων και δυνατοτήτων.

Η εξεύρεση – εξασφάλιση και διαχείριση των βιοτικών αναγκών έγινε αντικείμενο μιας κοινωνικής διαδικασίας είναι αυτό που ορίζουμε ως «παραγωγική διαδικασία», ενώ η διαχείριση «ανατέθηκε» σε άλλους κοινωνικούς μηχανισμούς, που στις ημέρες μας ή στον «καπιταλισμό» λέγεται αγορά.

Η ίδια η εκμετάλλευση των βιοτικών αναγκών των ανθρώπων, αλλά και ο αγώνας για κάλυψη και επάρκεια (η αγωνία-ανάγκη της ατομικής και συλλογικής μελλοντικής κάλυψης) γέννησε τους μηχανισμούς εξουσίας και τις ανισότητες, ατομικές και κοινωνικές, γέννησε τους πολέμους και σειρά συγκρούσεων. Στην πραγματικότητα όλη η ανθρώπινη ύπαρξη διακατέχεται από τις ανάγκες αυτές, καθορίζεται από την ζωική μας λειτουργία και φύση, το δε κοινωνικό «είναι» καθορίζει ακόμα και σαν κληρονομική αλληλουχία το «μέλλον».

            Οι ανισότητες λοιπόν στην παραγωγή, κατοχή και διαχείριση των βιοτικών αναγκών, στις οποίες προστέθηκαν και οι «κοινωνικές» ανάγκες, αυτές που ήλθαν να εξαρτήσουν την απόλαυση των πρώτων (ατομικών) από την κοινωνική «θέση», δημιούργησαν ένα κοινωνικό περιβάλλον ανισότητας και ουσιαστικής βαρβαρότητας, που σε πολλούς σήμερα φαίνεται ως αποτέλεσμα κάποιας ratio ή ως αυτονόητο, ενώ στην πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα διαιώνισης μιας μακρόχρονης διαδικασίας ανισότητας και ανθρώπινης εκμετάλλευσης.     

 

Ζ.        Για τον λόγο αυτό αλλά χωρίς να κατανοούν την βαθύτερη αιτία και σκοπό της δράσης, όλες οι αποκληθείσες επαναστατικές διαδικασίες ή θεωρίες έχουν βασικό ζητούμενο την ισότητα, την κοινωνική ισότητα. Στην συγκρότηση των κοινωνιών το ουσιωδέστερο ζητούμενο, η ουσιωδέστερη βιοτική ανάγκη είναι πράγματι η ισότητα, αφού από αυτή εξαρτάται πλέον στον μεγαλύτερο βαθμό, η δυνατότητα απόλαυσης των βιοτικών αναγκών, η εξυπηρέτηση των οποίων πλέον «κοινωνικοποιήθηκε» και ορίζεται από τους μηχανισμούς παραγωγής και την  διαχείρισή τους.

Αταβιστικά σχεδόν, οι «επαναστάσεις» στρέφονται προς την κατοχή και διαχείριση των μέσων παραγωγής, χωρίς να έχουν αντιληφθεί τον ουσιώδη λόγο που το πράττουν, που δεν είναι άλλος από την καίρια σημασία τους στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών.

Για τον ίδιο λόγο, επειδή δηλαδή δεν έχουν αντιληφθεί την ουσία, που είναι η κάλυψη των βιοτικών αναγκών των «συγκοινωνών» ανθρώπων, αποτυγχάνουν.

Η διατήρηση των ανισοτήτων (αφού δεν έχει εννοηθεί μέχρι σήμερα η σημασία της ισότητας σε σχέση με τις βιοτικές, τις ανθρώπινες ανάγκες) συντελεί σε κάθε επίπεδο στην διαμόρφωση ελλειμμάτων κοινωνικών αναγκών για μία σειρά από ανθρώπους ή στην αγωνία για την μελλοντική κάλυψή τους. Ολη αυτή η διατήρηση των ανισοτικών καταστάσεων, καθώς έχει πολυδιάστατο αντίκρυσμα στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών, καθορίζει τις συμπεριφορές των ανθρώπων, τις δεσμεύει και τις προκαλεί.

Εάν η βαρβαρότητα του ατομικιστικού καπιταλισμού ήταν δεδομένη για τον δυτικό κόσμο, προέκυψε και η βαρβαρότητα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», για την Σοβιετική Ενωση και για όσα κράτη ακολούθησαν την ίδια αντίληψη, μη αντιλαμβανόμενα την αξία των ανωτέρω βιοτικών αρχών και συνθηκών. Διότι, εάν όπως και στον καπιταλισμό, δεν είναι κεντρικό στοιχείο της λειτουργίας των κοινωνιών η εξυπηρέτηση των ανθρώπινων βιοτικών αναγκών σε κάθε επίπεδο και η εξασφάλισή τους μέσα από ισοτικές κοινωνικές διαδικασίες (η ισότητα εξασφαλίζει την βεβαιότητα ότι δεν θα υπάρξει οποιαδήποτε στέρηση εξαιτίας της ανισότητας) το αποτέλεσμα, μιμούμενο και αντιγράφοντας την δεδομένη εξουσιαστική ανισοτική βαρβαρότητα (ακόμα και στην παραγωγική διαδικασία), αποτυγχάνει να εξυπηρετήσει και να εκφράσει τις ανάγκες των ανθρώπων.  

Η.        Ο Κορνήλιος Καστοριάδης, όντας στην πραγματικότητα κομμάτι της σοσιαλιστικής σκέψης και βαθύτατα επιρρεασμένος από αυτή και την απελευθερωτική ισοτική της διάσταση, δεν γνώριζε βέβαια την θεωρία του βιοτισμού, αλλά αντιλήφθηκε την ταύτιση της παραγωγικής διαδικασίας στον καπιταλιστικό κόσμο και στον κόσμο του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και επισήμανε την αναπαραγωγή του καπιταλισμού ως μεθόδου οργάνωσης της παραγωγής και τα συνεπαγόμενα αυτής στην Σοβιετική Ενωση.

Αναφέρθηκε στην πραγματική, την άμεση δημοκρατία και την σημασία της για την πορεία των κοινωνιών, ζητώντας την «αυτοθέσμιση», την αυτοτέλεια, την αυτοδιαχείριση των ανθρώπων σε συνθήκες ισότητας. Είναι το στοιχείο της πολιτικής ισότητας, που αποτελεί για την θεωρία του βιοτισμού άμεση κοινωνική βιοτική ανάγκη, από την οποία εξαρτάται η δυνατότητα όλων, μέσα από μία σειρά διαδικασιών, να ορίζουν, να απολαμβάνουν, να εξασφαλίζουν τις ατομικές ανθρώπινες βιοτικές τους ανάγκες.

Στο πλαίσιο των επιλογών για την παραγωγική λειτουργία της κοινωνίας και του κράτους, Κορνήλιος Καστοριάδης αναφέρθηκε κυρίως στον Αριστοτέλη και στον Μάρξ, αναζητώντας την δίκαιη κοινωνία και το δίκαιο κράτος. Στα συμπεράσματά του, καθώς «βιοτισμός» δεν υπήρχε, περιορίστηκε στην λειτουργική κοινωνική αυτοθέσμιση αναπαράγοντας το μοντέλο πολιτειακής οργάνωσης που πρότεινε.

Για τον βιοτισμό, δίκαιη κοινωνία και δίκαιο κράτος είναι αυτό που εξασφαλίζει τις ανάγκες του ανθρώπου, ότι κάθε άνθρωπος που θα γεννηθεί θα απολαμβάνει και δεν πρόκειται να στερηθεί τις βιοτικές του ανάγκες. Η ισότητα σε κάθε επίπεδο δεν είναι μόνο ανάμεσα σε αυτές, αλλά είναι και ο όρος για την δημιουργία ελεύθερων πολιτών, ελεύθερων ανθρώπων, ελεύθερων κοινωνιών. 

Η ανισότητα ως κύριο στοιχείο της βαρβαρότητας, ακόμα και όταν υπάρχει επαρκές παραγόμενο, έρχεται να το μοιράσει δημιουργώντας σε κάποιους λίγους εκμεταλλεύσιμες υπερεπάρκειες και στους πολλούς στέρηση ή φόβο στέρησης βιοτικών αναγκών και την ανάγκη μιας πολλαπλής και πολυδιάστατης ανάλωσης της ζωής και της ελευθερίας τους για την εξεύρεση ή εξασφάλισή τους. Τα πολιτικά και νομικά θέσφατα της εποχής μας κάνουν λόγο για την αρχή της ισότητας των πολιτών, προβλέπουν όμως και χίλιους δυο τρόπους για να μην υπάρχει αυτή στην ουσία.

Η ανισότητα που άγει στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο για την εξεύρεση και κάλυψη των βιοτικών αναγκών, βιολογικών – πραγματικών και τεχνητών (οι τελευταίες προκαλούνται ως φαύλος κύκλος για την εικόνα της κοινωνικής ισότητας ή του ανώτερου πυραμιδικού διαχωρισμού), είναι η βαρβαρότητα με την οποία πρέπει στο μέλλον να τελειώσουμε, ως άνθρωποι και κοινωνίες, οριστικά. Το πώς και με ποιο μοντέλο το έχω προτείνει … .

 

 

Δημήτρης Καραμήτσας        http://dialogoskoinonia.wordpress.com/

Blog στο WordPress.com.