Διάλογος για την Κοινωνία

Οκτωβρίου 23, 2009

“STAGERS” ΕΝΑΝΤΙΟΝ “G700″. ΜΙΑ ΔΙΚΑΙΗ ΠΡΟΤΑΣΗ

Το πρόβλημα των εργαζόμενων με το πρόγραμμα STAGE στο Δημόσιο είναι πολυσύνθετο, αλλά ζητεί μια δίκαιη λύση.

Σε αυτή την λύση θα επιχειρήσω να συμβάλλω με την πρότασή μου.

 

Α. Πρώτα από όλα θα πρέπει να επισημανθεί ότι η κατάργηση των προγραμμάτων STAGE, των προγραμμάτων της αθλιότητας, της εξάρτησης, της ομηρίας και της δουλείας, είναι μια απόλυτα ορθή και γενναία απόφαση της κυβέρνησης. Να καταργηθούν και να μην επανέλθουν ποτέ τα Stage και αντίστοιχοι «θεσμοί», σύγχρονης εργασιακής δουλείας.

 

Όμως παρά την κατάργησή των Stage, το πρόβλημα παραμένει, είναι πρόβλημα ουσίας, πρόβλημα κοινωνικό, που αφορά χιλιάδες νέους ανθρώπους, είτε αυτοί εργάστηκαν με το πρόγραμμα Stage, είτε όχι.

 

Β.     Ας ξεκαθαρίσουμε όμως τα πράγματα για το πρόγραμμα STAGE και όσους εργάστηκαν με αυτό, χωρίς να αποκρύπτουμε, να σκεπάζουμε ή να «στρογγυλεύουμε» τις αλήθειες με λέξεις.

 

Ποιες είναι οι αλήθειες:

 

1. Το πρόγραμμα Stage, αποτέλεσε ένα πρόγραμμα σύγχρονης δουλείας και όχι πρόγραμμα μαθησιακής πρακτικής εξάσκησης. Οι εργαζόμενοι με το Stage, εργάζονταν καλύπτοντας μόνιμες οργανικές ανάγκες του Δημοσίου, ως κανονικοί δημόσιοι υπάλληλοι, με αστεία, δουλική αμοιβή και χωρίς καν ασφάλιση.

 

2. Στον αντίποδα, οι εργαζόμενοι με το πρόγραμμα Stage, γνώριζαν εκ των προτέρων τις συνθήκες και τους όρους εργασίας και, κυρίως, η επιλογή τους στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, έγινε με κομματικά κριτήρια και με βάση κομματικές γνωριμίες. «Ρουσφέτια» ήταν τα Stage και να μην κρυβόμαστε από την αλήθεια.

 

Γ. Όλα αυτά δεν θα αποτελούσαν τόσο μεγάλο ουσιαστικό πρόβλημα, εάν απέναντι στους “Stagers”, στους εργαζόμενους  με το πρόγραμμα Stage, δεν υπήρχε μια στρατιά χιλιάδων νέων, η «γενιά των 700 Ευρώ» που, είτε δεν είχαν «μπάρμπα στην Κορώνη», είτε από καθαρή περιφάνεια και με απόλυτη τήρηση της νομιμότητας και της αξιοκρατίας δεν θέλησαν να μπουν από τα κομματικά παράθυρα στα προγράμματα Stage, αλλά αγωνιζόντουσαν είτε στους διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ, είτε αλλού, να βρουν εργασία.

Αυτούς δεν μπορούμε να τους αδικήσουμε απέναντι σε όσους εργάστηκαν με το Stage, πριμοδοτώντας τους τελευταίους με «μόρια» στους διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ.  

Θα ήταν λοιπόν ένα ακόμα έγκλημα, ένα ακόμα ανοσιούργημα,  να πριμοδοτηθούν οι εργασθέντες με το Stage, έναντι των υπόλοιπων νέων.  

 

Δ.     Η λύση φαντάζει δύσκολη και το πρόβλημα μοιάζει αδιέξοδο, όμως υπάρχουν λύσεις που αποδίδουν δικαιοσύνη και συνθέτουν την «χρυσή τομή».

Η μία λύση είναι να μην μετρήσει καθόλου η εργασιακή εμπειρία, ούτε το Stage, ούτε τίποτε άλλο, στους διαγωνισμούς του Α.Σ.Ε.Π.  Σολομώντεια, απλή και δίκαιη. Η λύση όμως αυτή αδικεί όσους προσπάθησαν, όσους εργάστηκαν έναντι όσων παρέμεναν αδρανείς άνεργοι.

Η άλλη λύση, (η προτιμότερη, ορθότερη και δικαιότερη) κατά την γνώμη μου, είναι να μετρήσει ίσα και χωρίς καμία ειδική εύνοια ή πριμοδότηση, η προϋπηρεσία των υποψηφίων για το Δημόσιο, είτε πρόκειται για Stage είτε για εργασία εκτός Stage, ακόμα και σε άσχετο εργασιακό αντικείμενο (γιατί χιλιάδες νέοι αναγκάζονται να εργαστούν και σε άλλο αντικείμενο από αυτό της ειδίκευσής τους για να επιβιώσουν).

 

Με τον τρόπο αυτό, ούτε οι “Stagers” θα αδικηθούν, αλλά ούτε και τα παιδιά εκείνα, που παρά τις αντιξοότητες δεν επισκέφτηκαν το κομματικό γραφείο, αλλά προσπάθησαν με την αξία τους να εργαστούν σε οποιαδήποτε εργασία, για να επιβιώσουν.

Αυτή την γενιά, την γενιά των «700 Ευρώ» δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε και να την θέσουμε στην γωνία, αλλά θα πρέπει να στηρίξουμε την ανάγκη της και να επιβραβεύσουμε το θάρρος της, την εργατικότητα και τη νομιμότητά της (για να αποτελέσει και παράδειγμα για το μέλλον, ακόμα και για όσους χρησιμοποιούν μη νόμιμα μέσα για να εξεύρουν εργασία στο Δημόσιο).

Θα πρότεινα, μάλιστα, τελειώνοντας την πρότασή μου και επειδή ο ιδιωτικός τομέας είναι άγριος και ζοφερός,  για τους υποψήφιους αυτής της κατηγορίας (G700) να αναγνωριστεί ως πλασματικός χρόνος εργασίας, ο χρόνος κατά τον οποίο λάμβαναν επίδομα ανεργίας και οι 9 μήνες εργασίας να λογιστούν ως ολόκληρο έτος. Αυτό ισορροπεί το προνόμιο των «Stagers», οι οποίοι με τις γνωστές ανανεώσεις συμβάσεων εργάζονταν διαρκώς. (Αλλωστε οι φτωχότερες οικογένειες δεν μπορούσαν να στηρίξουν ένα νέο για να εργάζεται με τον μισθό του Stage …).

Αυτή είναι η πρότασή μου και θαρρώ ότι είναι η δικαιότερη δυνατή λύση για όλους.

Οκτωβρίου 21, 2009

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΧΩΡΙΣ ΧΡΗΜΑ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΧΩΡΙΣ ΧΡΗΜΑ

 

Α. Θα ξενίζει πολλούς ο τίτλος και θα αναρωτηθούν με αρνητική θέση, εάν είναι δυνατόν να υπάρξει οικονομία χωρίς χρήμα. Πέρα από την ιστορική γνώση, όσοι γνωρίζουν τον ορισμό του χρήματος, αυτόν που γράφεται στα βιβλία και ορίζεται στους νόμους θα μπορούν εύκολα να το κατανοήσουν και οι υπόλοιποι, μετά την ανάγνωση του κειμένου, θα μπορούν εύκολα πλέον να το συλλάβουν και να το αντιληφθούν πως  ΝΑΙ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ ΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΧΩΡΙΣ ΧΡΗΜΑ και αυτή όχι μόνο μπορεί να είναι μία σύγχρονη οικονομία προόδου, αλλά και είναι επιτακτική ανάγκη να υπάρξει, για να απελευθερωθούν οι άνθρωποι και οι κοινωνίες και να βαδίσουν με ελευθερία στο μέλλον.

 

Β. Με ένα περιεκτικό γενικό ορισμό μπορούμε να ορίσουμε την οικονομία ως το σύνολο της ανθρώπινης δραστηριότητας που αποσκοπεί στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών για την κάλυψη βιοτικών αναγκών, πραγματικών και τεχνητών, ουσιωδών και μη.

Είναι σαφές ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα δεν είναι αυτόνομη και αποκομμένη, αλλά πάντοτε αναπτύσσεται μέσα στα πλαίσια της κοινωνίας. Αλλωστε οι άνθρωποι ενώθηκαν και οργανώθηκαν σε κοινωνίες για να αντιμετωπίσουν κατά τρόπο ευκολότερο τις ίδιες αυτές βιοτικές ανάγκες, το ίδιο τον αγώνα της επιβίωσης. Η οικονομία λοιπόν έχει πάντοτε και ως στόχο και τελικό προορισμό της τον άνθρωπο και δεν υπάρχει οικονομία, δεν νοείται έξω από τον άνθρωπο και τις ανάγκες του.

 

Γ.       Στην πορεία του ανθρώπου στον πλανήτη, οι βιοτικές ανάγκες και η διαχείρισή τους, δηλ. η οικονομία έγιναν το μέσο, η αιτία και η αφορμή για να δυστυχήσουν και να πεθάνουν αμέτρητες γενιές ανθρώπων και να ευημερήσουν και να αναπτυχθούν άλλες. Τούτο όμως το έχω ήδη αναλύσει και δεν θα επεκταθώ.

Το χρήμα ήλθε στην ανθρώπινη ιστορία και πρακτική ως μέσο για να συμβολίσει και να ενσωματώσει την ανταλλαγή των αξιών που κάθε κοινωνία έδινε στα παράγωγα της οικονομίας της. Ουσιαστικά και στην πραγματικότητα, το χρήμα στην σύντομη αναλογικά ιστορία του στον πλανήτη, ενσωματώνει την εκάστοτε οριζόμενη αξία των παραγώγων της ανθρώπινης δραστηριότητας και έχει μόνο ανταλλακτική και όχι πραγματική βιοτική αξία (π.χ. δεν τρώγεται, δεν προστατεύει από το κρύο ή την φωτιά).

Στην πραγματικότητα η οικονομία βασίζεται ακόμα στην ανταλλακτική αξία των αγαθών και των υπηρεσιών (τούτο είναι απότοκο της βιοτικής αξίας των αγαθών που η ανθρώπινη φύση ορίζει ως ανάγκη της και του τρόπου που η κάθε κοινωνία ανθρώπων τα αντιλαμβάνεται και τα θεωρεί). Το χρήμα είναι απλά ο βασικός σήμερα  συμβολισμός της αξίας των αγαθών.

Κατά συνέπεια και στην πραγματικότητα η οικονομία, η κάλυψη των όποιων αναγκών, μπορεί να υφίσταται χωρίς την ανάγκη της ύπαρξης του χρήματος, όπως υπήρξε και λειτούργησε χιλιάδες χρόνια τώρα.

 

Δ. Ας έλθουμε όμως στο σήμερα. Είναι βέβαιο πως ο καπιταλισμός συνδέεται άμεσα και εξαρτάται από το χρήμα και την ανταλλακτική του αξία σε αγαθά και υπηρεσίες. Δεν είναι όμως μόνο ο καπιταλισμός το σύστημα οικονομικής οργάνωσης που στηρίχτηκε στο χρήμα. Το χρήμα έχει μακρύτερη ιστορία στις ανθρώπινες κοινωνίες και στήριξε και άλλες μορφές οργάνωσης της οικονομίας, με εντελώς διάφορες πολιτικές, κοινωνικές και παραγωγικές δομές και διαδικασίες. Απλά στον καπιταλισμό, η παραγωγή και η συσσώρευσή του χρήματος έπαιξαν και παίζουν ένα κυρίαρχο συμβολικό στην πραγματικότητα ρόλο, ο οποίος είναι όμως ουσιαστικός στην οργάνωση και λειτουργία των δομών του. Στην πραγματικότητα ο καπιταλισμός δεν υπήρξε αποτέλεσμα του χρήματος, ούτε αυτός το γέννησε, απλά το χρησιμοποίησε και χρησιμοποιεί άριστα ως μέσο έκφρασης και επιβολής της ισχύος των κατόχων του, αφού το μέσο αυτό ανταλλάσσεται με αγαθά που παράγουν άνθρωποι και υπηρεσίες που προσφέρουν. Είναι κλασσική και αξεπέραστη η μαρξιστική ανάλυση στην λειτουργία και τον ρόλο του κεφαλαίου στον καπιταλισμό και είναι τόσο επιστημονική, όσο και στην πραγματικότητα εμπειρική. Είναι τέτοια η πλύση εγκεφάλου που καλλιέργησαν και καλλιεργούν οι κεφαλαιούχοι για την ισχύ του χρήματος, ώστε όχι μόνο διαμορφώθηκε η κουλτούρα του χρήματος, αλλά και μύθοι, που οδηγούν την κοινωνία μακριά από την αλήθεια και δημιουργούν εικονικές πραγματικότητες και μαζικά εσφαλμένες εντυπώσεις, όπως αυτή της ταύτισης της οικονομίας με το χρήμα.  

 

Ε. Στην μακραίωνη ιστορία του το χρήμα, οριζόταν το ίδιο από την αξία που έδιναν οι κοινωνίες στα λεγόμενα πολύτιμα μέταλλα που το απάρτιζαν και από τα οποία κατασκευαζόταν. Το χρήμα ενσωμάτωνε το ίδιο την αξία που προσέδιδε η κοινωνία στον υλικό που το απάρτιζε και που εν ολίγοις συμβόλιζε την αμετάβλητη αιωνιότητα των πολύτιμων μετάλλων (κυρίως του χρυσού και δευτερευόντως του άργυρου) έναντι των βρωτών, των ανθρώπων. Η απόκτηση των μετάλλων αυτών έγινε σκοπός και αυτοσκοπός, ζητούμενο των κοινωνιών και των ανθρώπων, αιτία λεηλασιών και πολέμων. Ποτέ όμως το χρήμα δεν αποτέλεσε τον πραγματικό σκοπό των ανθρώπων, ο πραγματικός σκοπός και στόχος ήταν τα αγαθά και η κοινωνική και πλανητική εξουσία – ισχύς που εξασφάλιζε ή σηματοδοτούσε η κατοχή τους. Αυτή είναι στην πραγματικότητα εξουσία επί των ανθρώπων, καθώς κανένα άλλο έμβιο όν στον πλανήτη δεν προσδίδει κάποια αξία στο χρήμα. Αυτό αποκαλύπτει και πάλι τον τεχνητό χαρακτήρα και φύση του.

Στις ισορροπίες αυτές κινήθηκε η ανθρωπότητα μέχρι την στιγμή που ο καπιταλισμός ξεπέρασε τα πολύτιμα μέταλλα. Μέχρι που αυτά δεν επαρκούσαν για να εκφράσουν την αξία που συμβόλιζαν τα παραγόμενα. Βέβαια, μέσα σε ένα πλαίσιο τεχνητών αξιών και αντιστοιχιών του χρήματος, των αγαθών και των υπηρεσιών, κανείς δεν μπορεί να μας βεβαιώσει ότι τούτο δεν ήταν μια εσκεμμένη ενέργεια των μεγαλύτερων κεφαλαιούχων του κόσμου για να εγκαταλειφθεί ο κανόνας του χρυσού (δηλ. η αντιστοίχηση του εκδιδόμενου χρήματος σε υπαρκτό χρυσό). Είτε ο παγκόσμιος χρυσός αποτελούσε σύνολο πεπερασμένο και ανεπαρκές για να εκφράσει τις πληθωρίζουσες αξίες και αγαθά, είτε απλά η κρίση των τελών του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα ήταν ένα έξυπνο τέχνασμα για να προσπεραστούν συνθήκες και όροι και να ενσωματωθούν σε κάποιους χρηματικές αξίες, εκφραζόμενες απλά σε χρήμα, τούτο δεν έχει ουσιαστική αξία, καθώς η αξία του χρήματός είναι πάντα τεχνητή και ξεπεράστηκε τοις πράγμασι, διαμορφώνοντας μια καινούργια πραγματικότητα. Δεν είναι βέβαια ιστορικά αμελητέο το γεγονός ότι η εγκατάλειψη του κανόνα του χρυσού και η αθρόα έκδοση χρήματος προκάλεσε δύο τεράστιους πολέμους και εκατοντάδες περιφερειακούς. Η ίδια η αμφισβήτηση της αξίας του χρήματος για τον άνθρωπο, προκάλεσε όχι μόνο αιώνιο σκεπτικισμό, αλλά και κοινωνικές αναταράξεις και επαναστάσεις [1]. Σας έδωσα ήδη τις αφορμές για πολλή σκέψη όμως ο σκοπός μου δεν είναι να μείνω στις αναλύσεις αυτού του είδους και η περαιτέρω ανάλυση, συνοδευόμενη από παραδειγματολογία θα αφήσει την ουσία να χαθεί.

         

ΣΤ.     Η ελεύθερη έκδοση χρήματος από τα κράτη αποτέλεσε πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που έδωσε ιδιοαξία στο χρήμα και το κατέστησε το ίδιο εμπορεύσιμο είδος. Στον βδελυρό κανόνα του τόκου προστέθηκε και ο κανόνας των ισοτιμιών, που προστατεύεται και επιβάλλεται ακόμα και με τα όπλα.

          Στο πλαίσιο αυτό οι κεφαλαιοκράτες του κόσμου θα έπρεπε να ελέγξουν και να εκμεταλλευτούν όχι μόνο την αξία του χρήματος, αλλά και την παραγωγική διάρθρωση κάθε οργανωμένης σε κράτος κοινωνίας και την αξία των προϊόντων που αυτή παρήγαγε. Καθώς οι λαοί κρατιούνται στο σκοτάδι και οι λακέδες τους «επιστήμονες» συνηγορούν στις επιδιώξεις τους, οι κεφαλαιούχοι κατάφεραν και τούτο πολυποίκιλα και χωρίς κανείς να καταλάβει το παιχνίδι τους. Το τελευταίο, το έσχατο στάδιο ολοκλήρωσης και ολοκληρωτισμού αυτό, είναι η οικονομική παγκοσμιοποίηση που βιώνουμε. Το ότι όλα τα αγαθά έχουν πλέον «χρηματιστηριακή» αξία, που δεν ορίζεται στο ελάχιστο από τις κοινωνίες,  αποτελεί το έσχατο στάδιο του κεφαλαιοκρατισμού (καπιταλισμού).

          Με τον τρόπο αυτό, το ελεύθερα εκδιδόμενο χρήμα πέρα από την ιδιοαξία του, έγινε και το μοναδικό μέσο μέτρησης, ολόκληρου του πλανήτη μας και των ίδιων των ανθρώπινων ζωών και μάλιστα κατά τρόπο απόλυτο, κυριαρχικό και βίαιο, που ούτε πλέον η φαντασία των ανθρώπων δεν μπορεί να αμφισβητήσει. Η «κεφαλαιοποίηση» των πάντων αποτελεί το έσχατο θεωρητικό στάδιο του καπιταλισμού και εκφράζεται σε οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα μπορεί να σκεφτεί κανείς.

          Οποιος ή όποιοι αμφισβητούν την κεφαλαιοποίηση των πάντων πολεμιούνται αλύπητα και απαξιώνονται με χίλιους δυο τρόπους, κατηγορούμενοι ακόμα και πως δεν ανήκουν στον κόσμο αυτό. Δείτε π.χ. τους «Ταλιμπάν» και τις δικές τους «αξίες», που ανήκουν στο «παρελθόν» … .

          Οι επόμενοι πόλεμοι, όπως και όλοι οι προηγούμενοι της καπιταλιστικής εποχής θα είναι «πόλεμοι για την αξία του χρήματος». Καθώς ο οιοσδήποτε μπορεί να εκδίδει όσο χρήμα θέλει και να του προσδίδει όποια αξία θέλει, οι μηχανισμοί συντήρησης – εξισορρόπησης των κεφαλαιούχων έρχονται να επιβάλλουν μια σειρά από κανόνες ή ωμή ζωώδη βία για να διατηρήσουν μόνο αυτοί τούτο το δικαίωμα. Στην πραγματικότητα ο καπιταλισμός θα φτάσει σύντομα στο επίπεδο που το μόνο πραγματικά εμπορεύσιμο και άξιο λόγου αγαθό στον πλανήτη θα είναι μόνο το χρήμα. Η πρόσφατη οικονομική κρίση ήταν η πρώτη απόπειρα. Ο παραλογισμός αυτός είναι κορυφαίος και τελικός, η παράνοια που ενσωματώνει θα είναι και το τέλος του κυματοειδούς καπιταλισμού, που θα ξαναγίνει (ήδη γίνεται) εξουσιαστικός ολοκληρωτισμός.

 

Ζ. Ας έλθουμε όμως στο ουσιώδες πρακτικά κομμάτι: στην χρήση του χρήματος.

Είναι σαφές ότι οι κεφαλαιούχοι δεν εννοούν το χρήμα που κατέχουν και εκδίδουν ως αγαθό αυτό καθεαυτό. Το χρήμα στα θησαυροφυλάκιά τους θα ήταν άχρηστο και πραγματικό βάρος. Το χρήμα έχει αξία μόνο όταν χρησιμοποιείται και χρησιμοποιείται για να γεννά τόκους και υπεραξίες (ακόμα και υπεραξίες ισοτιμίας) για να γεννά συνεχή έλεγχο και να ελέγχει τις αξίες των αγαθών, ελέγχοντας έτσι και τους ανθρώπους. Τούτο δεν προκαλείται από μόνο, ως ανάγκη των ανθρώπων, των κοινωνιών, των λαών. Προκαλείται σκόπιμα για να υπάρχει συνεχώς από τους λαούς η ανάγκη εξάρτησης από το χρήμα, δηλ. από αυτούς που το κατέχουν και ορίζουν την κίνησή του. Η κατοχή και ορισμός της κίνησης του χρήματος γεννά όλα τα τεχνητά γεννήματά του: τους τόκους, τις αν-ισοτιμίες, τις εξαρτήσεις.

Πραγματικά θα ήταν δυστυχείς και αδύναμοι οι κάτοχοι του χρήματος, εάν δεν μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν για τους σκοπούς αυτούς. Φροντίζουν λοιπόν να επιβάλλουν με ένα σωρό τρόπους την ανάγκη του χρήματος και να την επεκτείνουν για να διαιωνίζεται και να επαυξάνεται η ισχύς τους και να μεγαλώνει η εξάρτηση των λαών από αυτούς και η κλοπή τους, η λεηλασία και η καταλήστευση έναντι αυτών (π.χ. δείτε την κλοπή του ελληνικού λαού από τα ξένα funds στο «σκάνδαλο του χρηματιστηρίου» της προηγούμενης δεκαετίας). Αυξάνοντας τις τιμές, πληθωρίζουν τις αξίες των αγαθών και δημιουργούν ανάγκες δανεισμού, επιβάλλοντας ταυτόχρονα μέτρα «νομισματικής ισορροπίας» και σταθερότητας ισολογισμών. Δημιουργούν δηλ. και επιβάλλουν κατά το ειωθώς σε αυτούς, ανάγκες δανεισμού των δύστυχων κρατών και των ανθρώπων, ορίζοντας η ίδιοι το αντάλλαγμα για το χάρτινο ή εικονικό και χωρίς πραγματική αξία χρήμα. Σκοπός τους είναι να πουλάνε χρήμα με κέρδος και για να πουλήσεις χρήμα ή προϊόντα του πρέπει να δημιουργήσεις και την ανάγκη αγοράς του.  Η τυφλότητα και η ανοησία της ανθρωπότητας να υποτάσσεται σε κάτι που είναι αέρας κοπανιστός είναι πραγματικά επιβεβαίωση της αυτοκαταστροφικής βλακείας που κυριαρχεί στο ανθρώπινο είδος και επιβεβαίωση της στυγνής εκμετάλλευσης των βιοτικών του αναγκών. Ζούμε στην ζούγκλα ακόμα και υπακούουμε ακόμα στους νόμους της, δεν έχουμε ξεφύγει από αυτή … . Για να επενδύσουν δε στην ζούγκλα που τους βολεύει, στην βαρβαρότητα και στην αθλιότητα, οι κεφαλαιούχοι του σύγχρονου κόσμου προστατεύουν το χρήμα τους και επιβάλλουν την θέληση και τις αξίες τους, μέσα από παγκόσμιους μηχανισμούς: Ο.Ο.Σ.Α., Δ.Ν.Τ., Παγκόσμια Τράπεζα κλπ… δεν είναι τίποτε άλλο από την συμφωνία των ισχυρών στην δική τους ισορροπία και τον μηχανισμό επιβολής των κανόνων τους και της ανάγκης δανεισμού των λαών και των ανθρώπων (αναλύστε από κάθε άποψη την δράση τους και θα το αντιληφθείτε σε ό,τι εξετάσετε). 

 

Η.      Είναι σαφές πως όσο οι κοινωνίες και οι άνθρωποι που τις απαρτίζουν εξακολουθούν να υπακούουν στην ανάγκη του μέσου – χρήματος θα βρίσκονται δέσμιοι στην ζούγκλα των κεφαλαιοκρατών που ελέγχουν τα πάντα: και το κεφάλαιο και την χρήση του και την παραγωγή και την αξία των παραγόμενων. Και δεν θα βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, αλλά ολοένα θα πηγαίνουν πιο βαθειά σε μεγαλύτερες εξαρτήσεις, ακολουθώντας την κυματοειδή πορεία του καπιταλισμού. Μόνο προσωρινά, όταν η αθλιότητά τους θα φτάνει σε τόσο μεγάλο βαθμό που θα παρέχει στους ισχυρούς παραγωγικές ευκαιρίες και ανισορροπίες κερδοσκοπίας και στυγνής εκμετάλλευσης, θα χρησιμοποιούνται και  θα σηκώνουν για λίγο παραγωγικά κεφάλι (η παραγωγή αυτή θα ανήκει ως επένδυση στους λίγους και «ισχυρούς» και θα ελέγχεται άμεσα από αυτούς – επενδύσεις δεν θέλατε), για να καταπέσουν και πάλι στην πληθωριστική απαξία και στην ανάγκη δανεισμού. Αυτός είναι ο καπιταλισμός και οι κεφαλαιούχοι που τον ορίζουν, είναι κυματοειδής, και όχι γραμμικός, ούτε κυκλικός και τόσο αναπάντεχα ηλίθιος και αυτιστικός. Δυστυχώς, ζούμε στο πλαίσιο της παγκόσμιας ηλιθιότητας και της εξουσίας της ψυχασθένειας στον πλανήτη.

 

Θ.      Στην πραγματικότητα, όπως έχω εξηγήσει, ο άνθρωπος δεν χρειάζεται καθόλου το χρήμα για να επιβιώσει ή για να περάσει καλά. Η βιολογική ταυτότητα του ανθρώπου δεν γνωρίζει το χρήμα σαν ανάγκη της. Η κάλυψη του συνόλου των βιοτικών αναγκών είναι το μοναδικό ζητούμενο για το ανθρώπινο είδος. Ετσι και η οικονομία, δεν χρειάζεται το χρήμα για να υπάρξει και να λειτουργήσει, για να επιτελέσει τον σκοπό της. Αταβιστικά και χωρίς να ξέρουν γιατί, οι πολιτικοί που προτείνουν σε δύσκολες περιόδους λιτότητα προσπαθούν να περιορίσουν το χρέος των κρατών, λειτουργώντας όμως με τα αυτά καπιταλιστικά κριτήρια και με την αξία των αγαθών αντικατοπτρισμένη σε χρήμα. Ετσι το μόνο που καταφέρνουν να παράγουν είναι στερήσεις και δυστυχία, προκειμένου να αποπληρώσουν τα δανεικά στους καπιταλιστές και να δανειστούν εκ νέου, αλλά και αύξηση της πραγματικής αξίας του χρήματος σε σχέση με τα αγαθά. Ετσι εξηγείται γιατί στον καπιταλισμό υπάρχει η ακολουθία ύφεσης – πληθωρισμού. Είναι σαφές ότι οι πολιτικές λιτότητας, επειδή ανεβάζουν την αξία του χρήματος δεν οδηγούν πουθενά, αλλά σε νέα χειρότερα αδιέξοδα.

Η μία θεώρηση της λύσης για το πρόβλημα είναι να πάρουμε ως λαοί δανεικά και να μην τα αποπληρώσουμε. Η λύση χωλαίνει στην θεωρητική της βάση, διότι δεν αντικαθιστά, δεν καταργεί την αξία του χρήματος (το αντίθετο) και στην πρακτική της βάση, καθώς η εμπειρία δείχνει ότι οι καπιταλιστές και τα κράτη όργανά τους έχουν βρει μια σειρά από ζωώδεις τρόπους για να επιβάλουν την θέλησή τους (πόλεμοι, εμπάργκο, στερήσεις, ασθένειες, κακουχίες, δολοφονίες, εμφύλιοι, ανατροπές …).

           Η άλλη λύση, ίσως η μοναδική για την ανθρωπότητα, είναι αυτή που έχω προτείνει, η λύση που έχει να κάνει με την κατανόηση του ανθρωπίνου είδους και την εξυπηρέτηση των βιοτικών του αναγκών, η κατάργηση των επίπλαστων αξιών και υπεραξιών και η πραγματιστική καθιέρωση της χρήσης – απόλαυσης των βιοτικών αναγκών.  Αυτό στην οικονομία μιας κοινωνίας, καθώς γνωρίζουμε τον μοναδικό βέβαιο σκοπό του δανειστή: το κέρδος, έχει το ουσιαστικό και χειροπιαστό της αποτέλεσμα. 

          Δεν προτείνω βέβαια την επαναφορά της ανταλλακτικής οικονομίας, γιατί είναι και αυτή μια οικονομία των αξιών και των υπεραξιών., είναι μια οικονομία που περιέχει την πλαστότητα, την πλαστογραφία πραγματικών, των γνήσιων βιοτικών αναγκών, της εξουσιαστικής επιβολής και της εκμετάλλευσης των βιοτικών αναγκών (ακόμα και την δημιουργία τεχνητών αναγκών και αξιών). Προτείνω την κοινωνική οικονομία των βιοτικών αναγκών όπως την έχω αναλύσει και εκθέσει. Προτείνω σχηματικά την εργασία για την κάλυψή τους και το αυτονόητο, αυτόθροο δικαίωμα του κοινωνού – ανθρώπου, κάθε ανθρώπου στην βεβαιότητα της κάλυψής τους, Αυτή είναι η οικονομία του ανθρώπου, η οικονομία της ουσίας και της ανθρώπινης απελευθέρωσης, της πραγματικής προόδου του ανθρώπινου είδους.  

 

Η.      Ο ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΜΙΑΣ «ΕΞΥΠΝΗΣ» ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

 

Πας μακριά στο μέλλον θα μου πουν κάποιοι και θα έχουν δίκιο, ανεξάρτητα του ότι το μέλλον αυτό μπορεί να προκύψει ως αναγκαιότητα πολύ σύντομα μετά το τελικό στάδιο του καπιταλισμού.

          Μπορούμε όμως από τώρα ως κοινωνία, να σχεδιάζουμε μια «έξυπνη» οικονομία, σιωπηλής, αλλά ολοένα και μεγαλύτερης απεξάρτησης από την χρήση κεφαλαίων, που δεν θα μας καθιστά πελάτες των κεφαλαιούχων, που θα έχει μικρότερες ανάγκες από τον πολύπλευρα επιβαλλόμενο δανεισμό κάθε είδους και την χρήση του χρήματος (διότι δανεισμός είναι και η παραγωγική ανεπάρκεια). Σε κάθε κίνησή μας θα πρέπει να προσπαθούμε να εξοικονομίσουμε πόρους, να ψάχνουμε για τις τακτικές με τις οποίες μπορούμε να το καταφέρουμε, να οργανώνουμε τα πράγματα κατά τρόπο ευρηματικό, βρίσκοντας και λύσεις που στηρίζουν την εγχώρια παραγωγή και παραγωγικότητα ή σχεδιάζοντας και επιλέγοντάς τις. Αυτό θα έχει πολύπλευρες θετικές συνέπειες (π.χ. ανταγωνιστικότητα προϊόντων).

Στην τακτική αυτή, περά από την συνειδητοποίηση του λαού μας με την διδαχή του, δύο είναι οι βασικοί άξονες:

- Η πολύπλευρη παραγωγική επάρκεια και αυτάρκεια, ιδίως των πραγματικών βασικών βιοτικών αναγκών και

- Η μείωση της χρήσης του χρήματος, χωρίς τούτο να προκαλεί στους ανθρώπους ελλείμματα και στερήσεις βιοτικών αναγκών και αγαθών.

 

Την πρώτη την έχω αναλύσει ήδη και περιλαμβάνει μια σειρά από πολιτικές παραγωγικής αυτάρκειας της χώρας, σχεδιασμού της παραγωγής και των διαδικασιών της, παραγωγικής τομής – αναδιάταξης του προσανατολισμού των ανθρώπων στην παραγωγή. Ολες οι λύσεις ξεκινούν από την θεωρία των βιοτικών αναγκών: την συνειδητοποίησή τους και το δικαίωμα όλων στην απόλαυσή τους. Το δικαίωμα αυτό, αυτονόητο δικαίωμα ενός ανθρώπου που μετέχει σε μία κοινωνία που έχει ξεφύγει από την βαρβαρότητα της ζούγκλας, συναρτάται με την παραγωγική εργασία και απεξαρτάται από την χρήση χρήματος. Μια απλή λύση, μια μηχανή που διανέμει είδη (π.χ. μήλα ή ψωμί που παράγεται από Ελληνες) με την χρήση απλά μιας κάρτας που κατέχει κάθε εργαζόμενος άνθρωπος και θεσπίζονται ως βιοτική ανάγκη που έχουν δικαίωμα ίσης ελεύθερης κοινωνικής απόλαυσης όλοι, όχι μόνο απεξαρτά κάποιους ανθρώπους από την παροχή των σχετικών υπηρεσιών και τους τοποθετεί στην παραγωγή (όπερ σημαίνει μεγαλύτερες παραγωγικές δυνατότητες και λιγότερο χρόνο εργασία ςγια όλους),  αλλά και περιορίζει την ανάγκη χρήσης χρήματος. Απεξαρτά την κοινωνία από τον επαίσχυντο φόρο υποτέλειας στους κατόχους του χρήματος.

Εχω αναλύσει σε πολλά κείμενά μου τις επιμέρους συνθήκες και λειτουργίες του συστήματος κοινωνικής οικονομίας των βιοτικών αναγκών και πως η ανθρώπινη δραστηριότητα και τα αποτελέσματά της ανήκουν στις κοινωνίες, σε όλους και όχι σε ελάχιστους. Ας αρχίσουμε να θέτουμε τις βάσεις για μία τέτοια οικονομία, ας αρχίσουμε να θεωρούμε κάποια αγαθά βιοτικές ανάγκες τις οποίες πρέπει να απολαμβάνουν όλοι, χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα. Θα είναι ένα καλό ξεκίνημα.  

 

 -       Η μείωση της χρήσης του χρήματος είναι ένας επίσης βασικός όρος. Ο πληθωρισμός που είναι στην πραγματικότητα η υπερβολική χρήση – ανάγκη χρήματος σε σχέση με τα αγαθά στα οποία αντιστοιχεί, είναι μια τακτική που χρησιμοποιεί συνεχώς το κεφάλαιο για να επεκτείνει την ισχύ του απέναντι στους απλούς ανθρώπους και να πουλάει περισσότερο και ακριβότερο χρήμα. Εάν η απαράδεκτη κοινωνικά «ελευθερία της αγοράς», η συνεχής κλοπή τιθασσευόταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, εάν επερχόταν μία ισορροπία αξιών θεσπισμένη από την κοινωνία, είναι βέβαιο ότι η χρήση ολοένα και περισσότερου χρήματος, που προβάλει σήμερα ως ανάγκη για την κάλυψη βιοτικών αναγκών, θα πάγωνε και θα μπορούσε να μειωθεί. Η μείωση της χρηματικής αξίας των αγαθών και ο κοινωνικός ελεγχός της, θα προκαλούσε αυτονόητα, στους ανθρώπους και στο κράτος μικρότερες ανάγκες χρήσης χρήματος για οτιδήποτε, κατά συνέπεια και δανεισμού.  Είναι σαφές ότι οι θεωρίες περί ύφεσης, που σκόπιμα έχουν καλλιεργήσει οι κεφαλαιούχοι και σκόπιμα έχουν προκαλέσει τα σχετικά παραδείγματα, με ελεγχόμενα στημένα πειράματα στον εαυτό τους ή σε  θύματά τους που διοικούνται από ξεπουλημένους σε αυτούς, δεν πείθουν, αλλά χρησιμοποιούνται σκόπιμα για να σηματοδοτήσουν την ανάγκη χρήσης (δανεικού) χρήματος. Είναι σαφές ότι οι θεωρίες περί ύφεσης αφορούν μόνο το πλαίσιο λειτουργίας του δικού τους καπιταλισμού και θίγουν μόνο τα συμφέροντά τους και όχι τα συμφέροντα των λαών. Η οικονομία μιας κοινωνίας στην πραγματικότητα δεν πρέπει να εξαρτάται από το χρήμα και μπορεί να υπάρξει οικονομία χωρίς αυτό.

          Μια οικονομία που παράγει αγαθά και τα μοιράζει σε όλους … αυτός είναι ο σκοπός μιας κοινωνίας, για αυτό δημιουργήθηκε και προς αυτό πρέπει να πορευθεί !!!.

 


[1] Αξίζει όμως να επισημάνω ότι η λογικη του Κεϋνσιανισμού για το χρήμα και την χρήση του, θα έπρεπε να έχει μόνο συγκεκριμένη χρονική διάρκεια.

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΌΛΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟΣΥΝΌΛΩΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ : ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΥΠΟΣΥΝΟΛΟ

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΌΛΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟΣΥΝΌΛΩΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΥΠΟΣΥΝΟΛΟ

 

Στην πραγματικότητα η οικονομία δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από ένα κοινωνικό μηχανισμό παραγωγής και προμήθειας αγαθών και υπηρεσιών, οι οποίοι αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση των αναγκών του ανθρώπου. Το εάν οι ανάγκες αυτές είναι βιοτικής ή μη, πραγματικές ή επίπλαστες, άμεσες ή έμμεσες, ατομικές ή κοινωνικές και χίλιες δυό άλλες διακρίσεις δεν αλλάζει την ουσία του κεντρικού ορισμού.

Ως ελληνική λέξη είναι σαφώς ετυμολογική (οίκος και νομή ή νέμηση) και επιβεβαιώνει την άμεση σύνδεσή της με τις ανάγκες του ανθρώπου.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω η οικονομία αναφέρεται πάντοτε στον άνθρωπο και τον οίκο του, τον τόπο στον οποίο βιώνει και μέχρι σήμερα στον πλανήτη γη. Για τον λόγο αυτό και κυρίως επειδή είναι ανθρώπινο δημιούργημα – δράση και αναφέρεται στον ανθρώπινο ον, είναι πεπερασμένη και μετρήσιμη. Δεν μπορεί να ξεπεράσει τα όρια μεγέθους που ορίζονται από το ανθρώπινο όν και τον τόπο του.

Μπορεί συνεπώς να περιληφθεί και να εννοηθεί σαν ένα σύνολο, σαν ένα κύκλος ο οποίο έχει και τελικά όρια και δυνατότητες, τελικές διαστάσεις. Μέσα στον κύκλο των τελικών διαστάσεων μπορούμε να ορίσουμε ένα άλλο κύκλο που αφορά την σημερινή εικόνα – θέση της παγκόσμιας οικονομίας.

Περαιτέρω και μέσα στα σύνολα αυτά μπορούν σχηματικά να οριστούν κύκλοι με σύνολα και υποσύνολα που αντιστοιχούν στην οικονομία κάθε χώρας, ομάδας χωρών, ανάλογα με το τι αφορά κάθε φορά η μέτρηση.

Για να υπάρχει πραγματική εικόνα οι κύκλοι όλοι αυτοί είναι ευνόητο ότι δεν μπορούν και δεν είναι ορθό να οριστούν με βάση οικονομικά μεγέθη μετρούμενα σε χρήμα, αλλά σε παραγόμενα αγαθά και υπηρεσίες. Όπως πρόσφατα με τις Η.Π.Α. και άλλα κράτη, έτσι ο οποιοσδήποτε μπορεί να εκδώσει 5κις εκατομμύρια νομισμάτων και αντίστοιχων νομισματικών μονάδων. Αυτό δεν σημαίνει ότι αλλάζουν τα όρια ή το πλαίσιο της οικονομίας, της αληθούς οικονομίας καθώς αυτή αναφέρεται στον άνθρωπο και δεν υπάρχει χωρίς αυτόν.

Με την πιο πάνω ορθολογική θεώρηση της οικονομίας, που οδηγεί στην κατανόηση της ανθρώπινης πραγματικότητας και την ανακάλυψη της ουσιαστικής γνώσης, καταρρίπτεται μία σειρά από δοξασίες και μυθεύματα για το τι είναι στην πραγματικότητα οικονομία και για την μέχρι σήμερα επένδυσή της με ένα μανδύα επιστημονικοφάνειας ή επιστημονικότητας. Στην πραγματικότητα η θεώρηση της οικονομίας που έχουμε σήμερα είτε ως απλοί πολίτες είτε ως οικονομολόγοι βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε εσφαλμένα δεδομένα, παραδοχές και θεωρήσεις, όπως αυτό της θεώρησης με βάση τα οικονομικά μεγέθη.

Τα ίδια σφάλματα στρεβλώνουν και καταστρέφουν την πορεία της ανθρωπότητας και δισεκατομμύρια ανθρώπινες ζωές στο πορεία των αιώνων που επικρατούν.

Το οικοδόμημα της οικονομίας δεν είναι τίποτε άλλο από ένας μηχανισμός που στήθηκε από τους ισχυρούς για την εκμετάλλευση των αδυνάμων και την διαιώνιση της ισχύος τους (το πώς και γιατί έγιναν αυτοί ισχυροί το έχω αναπτύξει σε άλλα κείμενά μου) και μην ξεχνάμε πως ακόμα και οι περισσότεροι πόλεμοι είχαν ως σκοπό την λαφυραγωγία («πλιάτσικο») και την επιβολή της ισχύος προς εκμετάλλευση.  

Ας ξεκινήσουμε λοιπον να στοχαζόμαστε και να σκεπτόμαστε παραδείγματα και αποδείξεις για την πιο πάνω θεώρηση της οικονομίας, αλλά και να αντιλαμβανόμαστε και να σχεδιάζουμε κάτι αναγκαίο και αντίστοιχο με την πραγματικότητα και τον πλανήτη μας: την οικονομία των αναγκών του ανθρώπου, που επαναφέρει τον ορθολογισμό στην διαχείριση της ανθρώπινης ύπαρξης και ζωής. .

Ας έλθουμε όμως στα δικά μας αμέσα και ημέτερα πράγματα. Η ελληνική οικονομία αποτελεί ως σύνολο ένα υποσύνολο ενταγμένο στο πλαίσιο ευρύτερων κύκλων, ο πιο άμεσος κύκλος είναι αυτός της Ευρωζώνης, εν συνεχεία της Ε.Ε. , της Ευρώπης κ.ο.κ. (αντίστοιχα θα μπορούσε να ειδωθεί ως υποσύνολο των Βαλκανίων, της Ανατολικής Μεσογείου κλπ.). Το υποσύνολο αυτό είναι βέβαιο ότι έχει μεγαλύτερες παραγωγικές δυνατότητες από τις σημερινές που δημιουργούν γύρω από τον κύκλο του σήμερα ένα κύκλο πολύ μεγαλύτερο. Απαντες όμως οι κύκλοι αυτοί, το ελληνικό υποσύνολο συμπιέζεται και καθορίζεται από το περίγραμμα του Ευρωπαϊκού κύκλου και των άλλων υποσυνόλων που τον απαρτίζουν. Στο πλαίσιο λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας και με την στρεβλή θεώρηση και στόχο που είναι αμειγώς στόχος οικονομικών νομισματικών μεγεθών και όχι στόχος άμεσης ανθρώπινης επάρκειας και ευμάρειας, το ελληνικό υποσύνολο και τα όρια του κύκλου συμπιέζεται και καθορίζεται από τους ισχυρότερους κύκλους (όπως π.χ. της Γερμανίας και της Γαλλίας) οι οποίοι επηρεάζουν ουσιαστικότερα και αμεσότερα και προσδιορίζουν το σύνολο της Ευρωζώνης και τους κανόνες του. Ουσιαστικά ο δικός μας κύκλος είναι κατά την λειτουργία του ανοικτός ως προς τις έξωθεν παρεμβάσεις και εντολές καθώς οι κύκλοι αυτοί ορίζονται ανοικτοί για τις οικονομικές μονάδες της Ευρωζώνης οι οποίες ορίζουν και το νομικό πλαίσιο, στερείται περαιτέρω και της νομισματικής αυτονομίας, ενώ παράλληλα δεν μπορεί εύκολα να επεκταθεί προς τα όρια των δυνατοτήτων του, καθώς συμπιέζεται από τους ισχυρότερους κύκλους. Ετσι καθίσταται εξωτερικά διάτρητος και συμπιεζόμενος, μπορεί εύκολα να συρρικνωθεί και ετεροκαθορίζεται. Αντίστοιχα δεν μπορεί να αντιδράσει και με τον έξωθεν έλεγχο του νομίσματος καθίσταται για ένα ακόμα λόγο και αιτία αντικείμενο εκμετάλλευσης. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα των ανωτέρω αναφέρω την διαφορά επιτοκίων δανεισμού των κρατών στο ενιαίο και με το αυτό νόμισμα σύνολο που λέγεται Ευρωζώνη, αλλά και το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος δεν λαμβάνει τα χρήματα που του αναλογούν και του ανήκουν από την Ε.Κ.Τ., αλλά τα δανείζεται έναντι υψηλού επιτοκίου από εμπορικές τράπεζες. Οι ποσοστώσεις στην παραγωγή (δηλ. ο περιορισμός της παραγωγής σε ποσότητες μικρότερες από τις βιοτικές ανάγκες του λαού μας), οι επιδοτήσεις για συγκεκριμένες μόνο καλλιέργειες και δεκάδες άλλα μέτρα. Το ότι ο κύκλος και τα υποσύνολα αυτά καθορίζουν σαφείς σφαίρες επιρροής, εκμετάλλευσης και εν τέλει λαφυραγωγίας των ισχυρών είναι κατάδηλο, αυτό που μέλλει να αποδειχθεί είναι το πότε η όρια συμπύκνωσης και συρρίκνωσης θα λειτουργήσουν ανατρεπτικά στην πορεία των δυνάμεων.

Είναι σαφές ότι μέσα στο πλαίσιο αυτό των ελεγχόμενων υποσυνόλων (το αυτό επακριβώς έχει οριστεί για τις επιμέρους κοινωνίες και τα πρόσωπα) και της στρεβλής και αβάσιμης οικονομίας δεν πρόκειται να υπάρξει μέλλον τόσο ελληνικό όσο και παγκόσμιο καθώς τα όρια συμπύκνωσης και αντοχής πιέζονται και παραβιάζονται από ένα σύστημα με λάθος κανόνες και σκοπούς.

Η μόνη σαφής σήμερα λύση για τον τόπο μας είναι να αρχίσουμε να παράγουμε αγαθά προσανατολισμένοι στις βιοτικές μας ανάγκες. Να σχεδιάσουμε μια οικονομία χωρίς υπερπαραγωγές και ελλείμματα (τα τελευταία είναι άκρως εκμεταλλεύσιμα για τους τρίτους), η οποία θα αγνοεί τα σύνολα και τα υποσύνολα, αλλά θα είναι προσανατολισμένη (έστω και ως υποσύνολο) στην αυτάρκεια και ευμάρεια των ανθρώπων. Μόνο αυτή ως πραγματική οικονομία, ως ορθολογική οικονομία δύναται να επικρατήσει των κύκλων της οικονομίας των νομισματικών αξιών και να φέρει ακόμα και την ίδια την νομισματική και συνολική απεξάρτηση.

Ας σχεδιάσουμε λοιπόν μια οικονομία μετρώντας τις πραγματικές ανθρώπινες ανάγκες μας και καλύπτοντάς τις. Είναι το μόνο μέτρο που βασίζεται στον άνθρωπο και το μόνο μέσο για να ξεπεραστεί η αθλιότητα της εξάρτησης.

Φεβρουαρίου 6, 2009

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

 

Ένα βασικό πρόβλημα της χώρας μας, όπως και πολλών μεσαίων (μην πω «μικρομεσαίων») κρατών είναι ότι το διεθνές σύστημα της έχει τάξει τον ρόλο εκμεταλλευόμενου νεροκουβαλητή.

Όχι βέβαια πως δεν φταίμε και οι ίδιοι και κυρίως το ντόπιο «υπηρετικό» προσωπικό ή, καλύτερα, οι επιστάτες και οι εργοδηγοί του εργοταξίου.

Από την πορεία της χώρας μας, είναι βέβαιο πως το σύστημα του παγκοσμιοποιημένου νέο-φιλελευθερισμού δεν μας ταιριάζει, μας οδηγεί στην συνεχή απομύζηση και απαξίωση.

Για το εάν μπορούμε κάτι άλλο, έχω γράψει.

Υπάρχει όμως ένα βασικό ζήτημα: το πώς θα το κάνουμε (ειδικά χωρίς κεφάλαια).

Ας σκεφτούμε μία βασική παράμετρο, αυτήν που λέγεται άνθρωπος.

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος και η ανθρώπινη δράση είναι ένα τεράστιο «κεφάλαιο» τόσο ατομικό όσο και κοινωνικό.

Μεταξύ των «επιτευγμάτων» του νεοελληνικού κράτους του καπιταλισμού και του κανιβαλισμού, είναι το κατόρθωμα να τρώει τα παιδιά του. Ισως να είναι συμβολικό Κρόνειο συμπλεγματικό απωθημένο, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος και η ανθρώπινη δράση στην χώρα μας (και σε όλο το υπηρετικό προσωπικό του καπιταλισμού) είτε ωθείται προς την απαξίωση είτε προς την αδρανοποίηση.

Για όσους με θεωρούν δυσνόητο θέλω να πω ότι το σύστημα, επιδιώκοντας να διαθέτει πλειάδα πειθήνιων ανθρώπων και να ελέγχει την δημιουργικότητά τους (να μην κινδυνέψει κιόλας το ίδιο) έχει αχρηστεύσει τις δυνατότητες εκατομμυρίων ανθρώπων. Τους έχει θέσει σε νάρκη και απαξίωση μέσα από πολλές πρακτικές, τους έχει εγκλωβίσει στα δικά του δεδομένα.

Αντί να δίνει διεξόδους, να ανοίγει πόρτες και οδούς, το σύστημα αναπαράγει την φαυλότητά του και κλείνει τους ανθρώπους σε αδιέξοδα για να μπορεί να ελέγξει την κίνησή τους και να μην μπορεί να απειληθεί το ίδιο από την δράση τους.

Ανοίγει λίγο – λίγο την πορτούλα για να πάρει μερικούς που συνωστίζονται και να τους οδηγήσει στις υπηρεσίες του και μετά την ξανακλείνει, ώστε να υπάρχει ελπίδα για τους εγκλωβισμένους και εκμετάλλευση για το ίδιο το σύστημα.

Δεν θέλω να γράψω πολλά, είναι ευνόητα τα αδιέξοδα.

 

Θέλω να γράψω για την δυναμική και την αξία του να μπορεί να αξιοποιηθεί το ανθρώπινο δυναμικό της χώρας μας μέσα από την απελευθέρωση των ανθρώπων, των νέων ανθρώπων. Αυτή είναι η μόνη διέξοδος, αυτή είναι η μόνη λύση για όλους μας.

Απελευθέρωση δεν είναι η μόδα, το Lifestyle, η Μύκονος και το χιονοδρομικό, αυτά είναι που σε κάνουν υπηρέτη του συστήματος.

Απελευθέρωση για εμένα είναι η γνώση και η κατάκτηση του μηχανισμού της, ένα σύστημα παιδείας που δεν καταπιέζει αλλά απελευθερώνει, που διδάσκει την ελεύθερη πρόσβαση στην γνώση,  την ανάλυση, την σύνθεση.

Και μετά, απελευθέρωση είναι το να μελετηθούν οι δυνατότητες, οι κλίσεις, τα ταλέντα των νέων και να υπάρξει πανεπιστημιακή εκπαίδευση πάνω σε αυτές. Να στηριχθεί ανοικτά και ελεύθερα το γνωσιακό επίπεδο πάνω σε πραγματικές σχολές και ανάγκες. Όχι στις σχολές που βγάζουν καταδικασμένα φυτά. Όχι π..χ. στην σχολή που βγάζει «φυσικούς» για να γίνουν άνεργοι καθηγητές. Ετσι ο νέος άνθρωπος σκλαβώνεται, φυλακίζεται σε ένα καθεστώς απραξίας, συντήρησης, υποτέλειας, έτσι φυλακίζεται και το μέλλον μας.

Θα μπορούσε αυτή η σχολή να βγάζει ανθρώπους της πράξης σε μία από τις αρκετές εκατοντάδες εφαρμογές της φυσικής. Το ίδιο στην χημεία, στα μαθηματικά, παντού.

Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να φυλακίζει, να εγκλωβίζει τους νέους ανθρώπους.

Ολοι έχουμε την υποχρέωση, το καθήκον, να απεγκλωβίσουμε το μέλλον, να του δώσουμε διάσταση ελευθερίας, δρόμους, νέες δυνατότητες.

 

Και μετά, τι ;  Θα παραδώσουμε μήπως καλύτερους υπαλλήλους στα αφεντικά ;

Όχι, έτσι δεν αλλάζει τίποτα, χειρότερα γίνονται τα πράγματα και όχι καλύτερα.

Πρέπει να δώσουμε και παραγωγικές διεξόδους που απελευθερώνουν τους νέους ανθρώπους από την δουλεία της εξαρτημένης εργασίας, γιατί έτσι θα απελευθερώσουμε την ίδια την κοινωνία από τους δυνάστες της και θα της δώσουμε το προτέρημα της συλλογικότητας.

Μπορούμε και πρέπει να ετοιμάσουμε και το επόμενο βήμα.

Εχω γράψει μια πρόταση για το πώς τα πανεπιστήμια θα παράγουν γνώση για όλη την κοινωνία. Η ίδια η γνώση θα οδηγήσει στην άλλη πρόταση, αυτή των αυτοδιαχειριζόμενων δημοκρατικών κοινωνικών παραγωγικών μονάδων. Αυτές πρέπει να ετοιμάσουμε ως πρόταση διεξόδου και απελευθέρωσης των νέων ανθρώπων, με πραγματική δημοκρατία, συγκυριότητα, συναπόφαση, κοινωνική συμμετοχή, ποιοτική παραγωγική διέξοδο.

Μετά θα τους στείλουμε μία επιστολή σε όσους βρήκαμε με την ανθρωπογεωγραφία της «ενδοσκόπησης», ότι θέλουν, ότι θα τους αρέσει αυτό που τους προτείνουμε και θα τους καλούμε να μετάσχουν στο πείραμα της δικής τους ομάδας, που θα λειτουργεί όχι για να ανταγωνιστεί, αλλά για να παράγει χρήσιμα ποιοτικά αγαθά. Με την κοινωνία δίπλα, να ελέγχει και να συμβουλεύει και το κράτος να στηρίζει, όχι ως αφεντικό και με κανένα διοικητικό δικαίωμα – αυτό θα είναι αντικείμενο της δικής τους δημοκρατικής εκλογής – αλλά για να προσφέρει γνώσεις και δυνατότητες.

 Ας σταθούν δίπλα ο ένας στον άλλον για να παράγουν, να πετύχουν, να μοιραστούν το εισόδημα που θα πετύχουν και να δείξουν ότι οι συλλογικότητες μπορούν να υποκαταστήσουν τις ατομικότητες των άλλων, της ολιγαρχίας.

 Είναι η αρχή της απελευθέρωσης των κοινωνιών … τα έχω ξαναγράψει και θα τα γράφω μέχρι να το καταλάβουμε.

Όχι άλλους άνεργους νέους, όχι άλλους σκλαβωμένους ανθρώπους, όχι άλλα θύματα των ολιγαρχιών.

Η λύση για όλους μας περνά μέσα από την ελευθερία των δυνατοτήτων των νέων μας.

Ιανουαρίου 20, 2009

ΟΧΙ ΑΛΛΟ ΚΛΑΜΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ «ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΟΥΣ»

ΟΧΙ ΑΛΛΟ ΚΛΑΜΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ «ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΟΥΣ»

 

Γελώ για να μην θυμώσω με την επικοινωνιακή μικρομεσαιολαγνεία που έχει πιάσει την κυβέρνηση, πολιτικά κόμματα και τους δημοσιογράφους. Τόνους δακρύων χύνουν και αποθέτουν πάνω στο μνήμα των μικρομεσαίων, πεθαμένων από καιρό και μάλιστα δια φόνου, που οι ίδιοι και οι πολιτικές τους απόψεις διέπραξαν.

Είναι πράγματι αστείο το μοιρολόϊ που οι θύτες, εν χορώ, έχουν στήσει πάνω από το μνήμα των θυμάτων τους, σαν να προσπαθούν να ξεγελάσουν την αλήθεια, την κοινωνική δικαιοσύνη. Στην κοινωνία της εικόνας μένουν τα δακρύβρεχτα σχόλια για την «λοκομοτίβα της ελληνικής οικονομίας» , τον «βασικό συντελεστή της παραγωγής στην χώρα», την «ψυχή της οικονομίας» και διάφορα άλλα ανόητα που ψηφοθηρικά και μόνο εκστομίζουν διάφοροι και διάφορες, δηλώνοντας μυξοκλαίγοντας, πως συμπάσχουν και με θλίψη αντικρίζουν το πτώμα και το μνήμα των μικρομεσαίων.

Βέβαια, έχω γράψει, πριν από καιρό πως, εάν κάποιος δολοφόνησε τους μικρομεσαίους, αυτός ήταν ο νεοφιλελευθερισμός και οι εν Ελλάδι εκφραστές και εφαρμοστές του.

Οι ίδιοι εκφραστές, μέσω της εκπομπής ενός άλλου καλού υπηρέτη του νέο-φιλελευθερισμού του δεξιού δημοσιογράφου Χατζηνικολάου, που φαίνεται πως κάτι πήρε για να σκηνοθετεί και να στήνει στις εκπομπές του τον χορό των δεξιών παραγοντίσκων , επιτέθηκαν στον εκπρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ λέγοντάς του ομαδόν (με 1ο τον σκηνοθέτη Χατζηνικολάου) πως για την καταστροφή των μικρομεσαίων ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό ο ΣΥΡΙΖΑ που στήριξε τις καταστροφικές πορείες στο κέντρο της Αθήνας !!!.

Απορώ : η πολύ μικρή την θεωρούν την Ελλάδα (3 δρόμοι των Αθηνών) ή πολύ μικρό εύρος έχει η βλακεία τους. Φυσικά, θα μπορούσε κάποιος να απαντήσει ότι αυτοί που εθίγησαν ήταν κατά βάση μεγάλα πολυκαταστήματα και εν συνολώ στην πλειοψηφία τους μεταπράτες εισαγόμενων προϊόντων.

 

Ας αφήσουμε λοιπόν τα επιτηδευμένα κροκοδείλια δάκρυα και ας δούμε την ουσία … .

Στις δεκαετίες του 1970 και 1980, οι μικρές παραγωγικές επιχειρήσεις εμφάνισαν μία άνθηση που τους προσέδωσε σημαντικό ποσοστό στο παραγωγικό γίγνεσθαι της χώρας. Εχοντας μία ατομική δυναμική, μικρό κόστος παραγωγής και προστατευτικούς θεσμούς στις εισαγωγές ξένων προϊόντων κατάφεραν, παρά τις λοιπές αντιξοότητες (π.χ. υψηλά επιτόκια) να δημιουργήσουν μια κάποια οικονομία. Η ίδια η κατάρρευση μεγάλων μονάδων τους πρόσφερε το έδαφος και στην εσωτερική αγορά. Το 1ο καίριο πλήγμα ήλθε με την είσοδο της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Εκεί το έδαφος άρχισε να τρίζει … . Το 2ο και τελικό πλήγμα ήλθε με το νέο-φιλελευθερισμό και την «παγκοσμιοποίηση» της οικονομίας. Η παραγωγική διάσταση των μικρομεσαίων σταμάτησε κάπου εκεί. Οσοι ελάχιστοι επιβίωσαν παραγωγικά έκαναν παράλληλα και τους μεταπράττες και περίμεναν την καταναλωτική κρίση των ημερών για να τους θέσει στην ιστορική μνήμη .

 

Στην πραγματικότητα δεν μπορούμε μιλάμε για μικρομεσαίους συνολικά και υπό το αυτό πρίσμα. Υπάρχει στην πραγματικότητα μια πολυδιάσπαση και διαφορετική εκτίμηση ανάλογα με το είδος της δραστηριότητας. Είναι πραγματικά πολύ διάφορη η θέση και η δραστηριότητα του εμπόρου ρούχων, του οπωροπώλη, του παντοπώλη από αυτή του παραγωγού ενδυμάτων, του παραγωγού ή μεταποιητή τροφίμων, του κατασκευαστή  μικρών μηχανισμών.

Στην πραγματικότητα παραγωγική ουσιώδη οικονομία για την χώρα και θέση σε αυτή είχαν μόνο οι παραγωγοί και όχι οι μεταπράτες.

Οι παραγωγοί βίωσαν και πρώτοι το πρόβλημα, αυτοί εξαρθρώθηκαν πρώτοι για να ακολουθήσει σειρά μεταπρατών από τις πολυεθνικές μονάδες που εγκαταστάθηκαν στην χώρα μας. Καταπιέστηκαν όλοι από το μεγάλο κεφάλαιο (ημεδαπό και αλλοδαπό), την ελεύθερη κυκλοφορία του, τις ελεύθερες εισαγωγές, τον «ελεύθερο» ανταγωνισμό, την καταφυγή στον τραπεζικό δανεισμό, δηλαδή από το νέο-φιλελευθερισμό και τα απότοκά του.  Καταπιέστηκαν και από την ίδια την δική τους φύση και τις τακτικές που ακολούθησαν. Πίσω από όλα αυτά, τεράστια και κεφαλαιώδης είναι η ευθύνη των ελληνικών κυβερνήσεων, που όχι μόνο με κανένα ουσιώδη τρόπο δεν τους στήριξε, αλλά και με σειρά υποχρεώσεων, γραφειοκρατικών και κατασταλτικών, τους έθεσε στο περιθώριο.

Οι περισσότεροι από όλους τους ανθρώπους αυτούς ξεκίνησαν από μία μικρή «μεγάλη ιδέα» (εξ ου και μικρομεσαίοι). Είδαν, φαντάστηκαν τον εαυτό τους επιτυχημένο επιχειρηματία με τις αστικές ανέσεις και την χρήση των συνεπαγόμενων για την άνοδο στην κοινωνία πυραμίδα, φετιχιστικών συμβόλων – αγαθών του καπιταλισμού. Ηθελαν να γίνουν αφεντικά, να αποκτήσουν την κατ’ τα κοινωνικώς ειωθότα  άνοδο … .

Στην πραγματικότητα και πολύ πλήθυναν σε μία οικονομία που δεν παράγει και συντελεστές μιας αισχροκέρδειας κατάντησαν, ειδικά όταν άλλα κοινωνικά στρώματα απέκτησαν μία καταναλωτική οικονομική άνεση και ξεκίνησε η πορεία προς το «άνοιγμα των αγορών» (βλ. Ε.Ο.Κ.). Η κοινωνική υπεροψία του «μαγαζάτορα», του κοινωνικά ανώτερου κλπ. τους οδήγησε σε επιδείξεις «κιτσαρίας» και κοινωνικής υλικής υπεροχής.

Ισως κάποιοι από όλους να οδηγήθηκαν στο μικρομεσαίο εμπόριο από την ανεργία, ελπίζοντας … όμως αυτοί είναι οι λιγότεροι.

Δεν γράφω βέβαια για να τους τιμωρήσω, απλά θα πρέπει μερικά πράγματα να βγούν στην επιφάνεια. Προσωπικά δεν θεωρώ το μεταπρατικό εμπόριο σημαντικό συντελεστή σε μία πραγματική οικονομία. Η κοινωνία θα βρει τις λύσεις, πολιτικές ή οικονομικά αταβιστικές για να φθάσει στην προμήθεια των αγαθών. Βεβαίως θα προτιμούσα ένα εθνικό μηχανισμό και όχι τα μεγάλα πολυεθνικά κέντρα και τα σουπερμάρκετς, αλλά κάπου εκεί ξεκινούν οι πραγματικές πολιτικές ευθύνες.

Πρώτα από όλα δεν υπήρξε καμία ουσιαστική μελέτη βιωσιμότητας μιας μικρομεσαίας επιχείρησης από το κράτος. Μιας μελέτης που να επισημαίνει τα όρια βιωσιμότητας και να βοηθά στην κοστολόγηση. Σκόπιμο για να διευκολυνθούν οι ισχυροί της οικονομίας ή μη, αποτελεί μία κεφαλαιώδη παράλειψη του ελληνικού κράτους. Κάποια επαγγέλματα άντεξαν λόγω περιορισμού της αδειοδότησης, μετά επακολούθησε η καταστροφή. Εκεί π.χ. που υπήρχε ένας φούρνος, άνοιγαν δύο οι τρείς με αποτέλεσμα να κλείνουν όλοι ή κάποιοι απλώς να επιβιώνουν χωρίς καμία δυνατότητα εξέλιξης.

Επίσης δεν υπήρξε καμία συνδρομή στην παραγωγική διάσταση ή και τον μετασχηματισμό όσων ασχολούνταν με την παραγωγή. Ας πάρουμε ως παράδειγμα μία τυπική μικρή παραγωγική επιχείρηση όπως αυτή της βιοτεχνίας ρούχων. Ο καθένας κυριολεκτικά έκανε ό,τι του κατέβαινε από το κεφάλι ή ό,τι διάβαζε στα ξένα περιοδικά μόδας. Καμία συνδρομή από το κράτος, που είναι οι παραγωγικές σχολές που θα έβγαζαν σχεδιαστές ρούχων; που είναι οι σχολές για τον έλεγχο των υλικών; που είναι οι σχολές που θα δίδασκαν από την τεχνική της ραφής, μέχρι την διόρθωση ή την δημιουργία μηχανών ραφής; Όλα αυτά τα κάλυπτε συνήθως ο ίδιος ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας. Το κράτος ποτέ δεν φρόντισε να ενισχύσει και να συνδράμει ουσιαστικά την παραγωγική διαδικασία … .

Εάν σε όλα αυτά προσθέσουμε τα προηγούμενα, αλλά και τα μεγάλα επιτόκια που απέτρεπαν κάθε σκέψη για ανανέωση μηχανημάτων ή επέκταση, την έλλειψη επιμόρφωσης, το σαφάρι της γραφειοκρατίας και των ελεγκτικών μηχανισμών, την διαπλοκή, την ευνοιοκρατία, την ανεξέλεγκτη λειτουργία παρανόμων μικρομεσαίων … στήνουμε εν ολίγοις το σκηνικό που εξηγεί την πορεία προς τον θάνατο της μικρομεσαίας επιχείρησης ή οποία ποτέ δεν κατάφερε για τους λόγους αυτούς να ξεπεράσει τα τοπικά επίπεδα.

Αντίθετα, όλοι στράφηκαν κατά του κόσμου της εργασίας, των εργαζομένων θεωρώντας κάθε αύξηση αποδοχών ως αιτία της καχεξίας. Εάν έβλεπαν κάποιες άλλες μεσογειακές χώρες θα καταλάβαιναν πως δεν είναι το πρόβλημα στον εργαζόμενο, διότι συνάμα αυτός είναι και καταναλωτής. Το αντίθετο, ο εργαζόμενος που νοιώθει αξιωμένος για αυτό που κάνει εργάζεται καλύτερα, πιο υπεύθυνα και προσπαθεί να εξελίξει την εργασία του. Εάν αισθάνεται ως σκουπίδι και ως αναγκαίο κακό είναι σίγουρο πως θα αδιαφορήσει … .  Μια ματιά σε όσους επιβίωσαν αποδεικνύουν τις πραγματικές αιτίες για την ανωτέρω κατάσταση.

Σε κάθε περίπτωση τα επιδόματα απλώς παρατείνουν τον κύκλο της φαυλότητας και χρεώνουν και πάλι την κοινωνία με τα ημαρτημένα άλλων. Δεν είναι δυνατόν ο εργαζόμενος κόσμος, η βάση της κοινωνίας να χρεώνεται την διαιώνιση μιας κατάστασης που ως έχει δεν οδηγεί πουθενά και θα επιφέρει μεγαλύτερες επιβαρύνσεις στην οικονομία της χώρας και σε ευαίσθητους τομείς όπως τα ασφαλιστικά ταμεία. (Αποκαλύπτεται μάλιστα πλήρως η κυβερνητική φαυλότητα, όταν με ελάχιστα από τα δις που δόθηκαν στις τράπεζες θα λυνόταν το ασφαλιστικό πρόβλημα σε βάθος εκατονταετίας.)

    Όμως και λύσεις υπήρχαν και λύσεις μπορούν να υπάρξουν. Μέσα σε όλα τα υπόλοιπα, που εσκεμμένα κατ΄ εμέ παραλήφθηκαν για να ευνοηθούν άλλοι, ισχυροί, ήταν στο παρελθόν η δημιουργία ενός πλαισίου συνένωσης μικρομεσαίων επιχειρήσεων, δημιουργίας δικτύων, ιστών οικονομίας και άλλων πρακτικών που θα μπορούσαν να ισχυροποιήσουν το πλαίσιο αντίστασης και λειτουργίας των μικρομεσαίων και εν τέλει να τους δώσουν το δικαίωμα να δουν με άλλες προοπτικές το μέλλον.

 

Στην σημερινή τους διάσταση οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στηρίζονται στην αυταπασχόληση ή στην οικογενειακή απασχόληση και βαίνουν προς την ουσιαστική τους αδρανοποίηση εις όφελος μεγάλων μορφωμάτων. Σύντομα και οι τελευταίοι θα μετατραπούν σε υπαλλήλους πολυεθνικών, που θα έλθουν να εκμεταλλευτούν την γνώση τους πάνω στο αντικείμενο της δραστηριότητάς τους. Μια ματιά στην στρατιά των κατεστραμμένων ποινικά υπόλογων ψιλικατζήδων και λοιπών μικρομεσαίων που ξεκίνησαν με μία ευκαιριακή κρατική επιδότηση δείχνει το μέγεθος του προβλήματος. Υπάρχει βέβαια πληθωρισμός μεταπρατών εμπόρων στην χώρα μας και αυτό περιπλέκει τις δυνατές λύσεις.

Ενας ορθολογικός κρατικός σχεδιασμός στηριγμένος στην γνώση, στο σχέδιο παραγωγής γνώσης που έχω αναφέρει αλλού, μπορεί να δώσει τα αναγκαία στοιχεία της βιωσιμότητας.

Όμως το μόνο που μπορεί να βγάλει την οικονομία και την κοινωνία από το τέλμα είναι ο σχεδιασμός ενός μοντέλου παραγωγικής και διαχειριστικής αυτοδιαχείρισης και ενός παράλληλου ιστού / δικτύου προμήθειας αγαθών που θα έλθει να στηριχθεί και να δεθεί με την παραγωγική διάσταση της οικονομίας και να την ενισχύσει και ταυτόχρονα θα επιτύχει να αντιταχθεί και να αποτελέσει ισχυρό αντίβαρο στην επέλαση των πολυεθνικών κεφαλαίων. [1]

Χρειάζεται αναγκαία η κρατική συνδρομή με την δημιουργία τέτοιων νομικών και ουσιαστικών πλαισίων κοινωνικής οικονομίας κατά το πρότυπο της αυτοδιαχείρισης και στήριξης μέσα από την διαδικασία που ονομάζω «πλάτεμα της γνώσης». Στο πλαίσιο της γνώσης η ίδια η επιμόρφωση των μετεχόντων μπορεί να τους παράσχει την δυνατότητα επιτυχίας. Η ίδια η επιμόρφωση, όσων πραγματικά δεν μπορούν να χωρέσουν στην οικονομία των υπηρεσιών,  θα έλθει να στηρίξει την παραγωγική διάσταση και απασχόλησή τους, στην οικονομία των παραγωγών.

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η κοινωνία με την ενεργό συμμετοχή της μέσα από τους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας που έχουν προταθεί θα έχει τον δικό της ουσιαστικό ρόλο στην επίτευξη θετικών αποτελεσμάτων.

Οφείλουμε να δούμε κατάματα την πραγματικότητα, την ουσία και την καρδιά του προβλήματος και να δώσουμε πραγματικές πολιτικές λύσεις που θα εγγυώνται το μέλλον.

Με πασαλείμματα και ψεύτικα δάκρυα από τους θήτες και τους εκφραστές του αδηφάγου (τρεφόμενου με ανθρώπους) νέο-φιλελευθερισμού δεν δίνονται λύσεις. Λύση δεν είναι οι δανεισμοί εις βάρος της κοινωνίας, εις βάρος των πολλών και των μελλοντικών γενιών.

Λύση είναι το χτίσιμο μιας πραγματικής οικονομίας που να έχει κέντρο της τον άνθρωπο, μιας κοινωνικής δημοκρατικής οικονομίας των πολλών ίσων συντελεστών και όχι των ολιγαρχιών και των συν αυτοίς.

Η ευθύνη των διαχειριστών της πολιτικής εξουσίας είναι καίρια και μεγάλη.

Ας δώσουμε στο μέλλον μας μιαν ελπίδα.    

         


[1] Στο ανωτέρω πλαίσιο ίσως να έπρεπε να τεθεί και το ζήτημα ποινικής αμνήστευσης όσων οφείλουν από αντικειμενική αδυναμία χρηματικά ποσά στο δημόσιο και σε ασφαλιστικούς φορείς, χωρίς να υπάρχει παραγραφή των χρεών.

ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΟΔΗΓΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ή ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ του ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΗΝ ΑΜΕΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

 

Α.        Αναρωτιέμαι για το σήμερα και για το αύριο.

Αναρωτιέμαι, ο τόπος αυτό,ς ο παραμελημένος, ο τόπος με το παραγωγικό έλλειμμα, ο παραδομένος στην ξένη και την ντόπια ολιγαρχία έχει μέλλον; Μπορεί να ξαναέχει μέλλον;

Αν δεν πίστευα τίποτα για το μέλλον δεν θα έγραφα τίποτα, θα σιωπούσα … .

Α1.      Το ξεκαθαρίζω από την αρχή, δεν πιστεύω στον καπιταλισμό, πιστεύω στον άνθρωπο και στις κοινωνίες ισότητας, πιστεύω στην κοινωνική οικονομία και στην δημοκρατία.  

Οσα γράφω δεν θέλω και δεν μπορούν να αποτελέσουν ανάπτυξη για τους λίγους.

Η ανάπτυξη για τους λίγους προκαλεί τις ανισότητες και την απανθρωπιά, προκαλεί την εξάρτηση της κοινωνίας από λίγους, από ολιγαρχίες.. Η ανάπτυξη πρέπει να υπάρξει με όλους μας κυρίους και συντελεστές.

 

Α2.      Δεν μπορεί ένας ολόκληρος λαός, μια ολόκληρη κοινωνία να εξαρτά την παραγωγική της πρόοδο, την ίδια την παραγωγική της ανάπτυξη και ταυτότητα από το πότε και εάν κάποιος ή κάποιοι συγκεκριμένοι επενδυτές θα δεήσουν να προβούν σε κερδοσκοπική «επένδυση» σε κάποιο τομέα της οικονομίας και της παραγωγής. Πολλώ μάλλον δεν μπορεί το παραγόμενο προϊόν, η παραγωγική κατεύθυνση, η επιτυχία κατά την υλοποίηση να εξαρτάται από τις διαθέσεις κάποιου ιδιώτη. Δεν μπορεί ολόκληροι τομείς τις οικονομίας με δυνατότητες να αναμένουν την κερδοσκοπική πρόθεση του επενδυτή «μεσσία». Αυτό σημαίνει συνολική εξάρτηση της κοινωνίας από την διάθεση και την κερδοσκοπική πρόθεση κάποιων ελαχίστων, μιας ολιγαρχίας ατομιστών. Σημαίνει την εγκαθίδρυση μιας σκληρής κερδοσκοπικής ολιγαρχίας και περαιτέρω ενίσχυση των ατομικοτήτων ισχύος έναντι του κοινωνικού συνόλου. Για αυτό τα θεωρήματα περί αποχής του κράτους από το παραγωγικό γίγνεσθαι είναι ενάντια στην υπόθεση που λέγεται αγώνας για δημοκρατία, αγώνας για κοινωνική συνολική πρόοδο και χειραφέτηση, αγώνας για την κοινωνική οικονομία και τον σοσιαλισμό.

Στο υπάρχον σύστημα η ίδια η κοινωνία επιδοτεί τις ολιγαρχίες για την δημιουργία μονάδων παραγωγής ή παροχής υπηρεσιών, εγκαθιδρύει σχέσεις εμφανούς ανθρώπινης εξάρτησης (όπως είναι η σχέση εξαρτημένης εργασίας με όσα αυτή συνεπάγεται), αλλά και αφανούς εξάρτησης του κοινωνικού συνόλου (τόσο στην αμιγώς οικονομική διάσταση, όσο και σε αυτό που ονομάζουμε «διαπλοκή»). Στην πιο πιθανή κατάληξη ο «επιχειρηματίας» αποχωρεί όποτε θέλει, πολλές φορές πουλώντας τις υποδομές, αφήνοντας τον λογαριασμό στην κοινωνία και τους ανθρώπους: άνεργους, χρέη στις συναλλαγές του, χρέη στις ασφαλιστικές εισφορές, χρέη στο δημόσιο. Δεν πρόκειται καν για το μοντέλο της ζούγκλας (αυτή έχει τάξη) αλλά για το μοντέλο του κοινωνικού κανιβαλισμού.  

 

Α3.      Ολη αυτή η διάσταση, όλη αυτή η φθοροποιός τακτική πρέπει να παύσει να υφίσταται. Η κοινωνία και το κράτος της πρέπει και μπορούν να απελευθερώσουν τον άνθρωπο και τις δυνάμεις, τις δυνατότητές του. Σε ένα οικονομικό μοντέλο παραγωγικό, αυτοδιαχειριζόμενο με την άμεση και ενεργό άμεσα δημοκρατική συμμετοχή της κοινωνίας, χωρίς την γραφειοκρατική τάξη και παρέμβαση που καταδίκασε σε αποτυχία τα προηγούμενα σοσιαλιστικά μοντέλα. Χρειαζόμαστε για δημοκρατική κοινωνική οικονομία των ίσων ανθρώπων και την έχω περιγράψει ως στόχο μιας πορείας σε άλλα κείμενά μου.

Στην πορεία αυτή θα πρέπει σταδιακά να παύσουν να υπάρχουν οι οικονομικές «αξίες», όχι μόνο οι υπεραξίες αλλά και οι ίδιες οι «αξίες» στις οποίες αυθαίρετα πολλές φορές αποτιμώνται τα αγαθά. Να οδηγηθούμε σε μια κοινωνία που τα αγαθά θα εξυπηρετούν άμεσα τους ανθρώπους, θα παράγονται για να καλύπτουν τις βιοτικές τους ανάγκες άμεσα, χωρίς να αποτελούν εμπόρευμα. Μόνο έτσι θα νικήσουμε την εκμετάλλευση. Είναι σαφές ότι σήμερα όλα τα μέτρα σύγκρισης και λειτουργίας των οικονομιών είναι ετεροκαθοριζόμενα και σχετικοποιημένα. Η «αξία» π.χ. ενός Ευρώ είναι πολύ διαφορετική στην Ελλάδα σε σχέση με το Μπουρούντι, σε άλλα αγαθά και υπηρεσίες ανταποκρίνεται. Στην τεχνητή αυτή διαφοροποίηση στηρίζεται ένα τεράστιο κομμάτι της παγκόσμιας εκμετάλλευσης των ανθρώπων από τις ολιγαρχίες.

Σε ένα πρόσφατο κείμενό μου έγραψα για τις τεχνικές εξουδετέρωσης της ισχύος της οικονομικής ολιγαρχίας, για να οδηγηθούμε σε ανθρώπινες κοινωνίες … .     

Θα ήθελα να δω οι κοινωνίες να εγγυώνται σε κάθε άνθρωπο που βλέπει το φως του ήλιου ότι οι βιοτικές του ανάγκες θα είναι εξασφαλισμένες, ότι δεν θα πεινάσει, δεν θα κρυώσει, δεν θα κινδυνεύσει, αλλά θα απολαύσει όλα τα αγαθά, υλικά και ψυχικά, που εμείς σαν κοινωνίες με άμεση απόφασή μας θα κρίνουμε κάθε φορά πως αποτελούν βιοτικές ανάγκες, με μόνο αντάλλαγμα την εργασία του για την παραγωγή τους. Την εργασία που χρειάζεται, όχι την εργασία που προσμετράται ως αξία και δημιουργεί σε κάποιους υπεραξίες ή αναλώνεται σε ανταγωνιστικές μάχες. Δεν μπορεί και δεν πρέπει η ανθρώπινη δράση να εκβιάζεται ή να αναλώνεται σε ανταγωνισμούς. Δεν μπορεί οι άνθρωποι να καταλήγουν κατεστραμμένα αναλώματα στην μάχη συμφερόντων των ολίγων ισχυρών ατομιστών.   

 

Α4.      Θα ήθελα να δω την κοινωνία να αυτοορίζεται και να αυτοορίζει μέσα από την ισότητα της πραγματικής δημοκρατίας.

Το ξέρω πως για να μπορείς να αποφασίσεις για τον εαυτό σου σε αυτή την κοσμοχαλασιά κρατών και ανθρώπων που μάχονται για εξουσία πρέπει να έχεις δύναμη, σαν άνθρωπος, σαν χώρα, σαν λαός.

Πρέπει να προχωρήσουμε, να χτίσουμε, να δημιουργήσουμε, να αξιοποιήσουμε τον τόπο τούτον εδώ που μας παρέδωσαν.

Δεν θα μιλήσουμε για σοσιαλισμό για να μην δώσουμε στόχο στα παγκόσμια κοράκια που καραδοκούν, θα τον πραγματώσουμε με άλλο όνομα, ας πούμε κάτι αντίστοιχο όπως κοινωνική δημοκρατία και θα προτάξουμε την δημοκρατία. Σε αυτή κανένας δεν έχει το ηθικό ανάστημα να μας χτυπήσει φανερά, μόνο ύπουλα και εκεί θα πρέπει να προλάβουμε, να δείξουμε και να καταδείξουμε.

            Που ελπίζω για ένα ήπιο, ειρηνικό κοινωνικό μετασχηματισμό: Η δημοκρατία βασίζεται στην αρχή της πολιτικής ισότητας. Η ίδια η κοινωνία έχει τις ανάγκες της και αυτές θα εκφράσει και θα θεσπίσει μέσα από τους πραγματικά δημοκρατικούς θεσμούς.

Πέρα από τις ανάγκες της κοινωνίας, το κυριότερο είναι η απρόσκοπτη και δημιουργική έκφραση του κοινωνικού δυναμικού, να εκφραστούν δηλαδή και να αξιοποιηθούν, να πραγματωθούν οι άνθρωποι που συγκροτούν την κοινωνία και έχουν την δυνατότητα να προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο.

Το μεγάλο μας δυναμικό είναι ο ανθρώπινος νους, αυτόν πρέπει να απεγκλωβίσουμε και να απελευθερώσουμε από την σημερινή τυραννία, από την κατάπτωση που ηθελημένα προκαλεί, από την αδιαφορία, την λογική ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο, από τον πεσιμισμό, την θλίψη, την πλήρη απαισιοδοξία και την ραθυμία, την ανθρώπινη απενεργοποίηση, την παθητικότητα που αυτή προκαλεί.

Πρέπει να αφήσουμε τους ανθρώπους ελεύθερα να προτείνουν και να υλοποιήσουν μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής συλλογικής οικονομίας, μέσα στο πλαίσιο της δημοκρατίας.

 

Α5.      Με την μελέτη των δυνατοτήτων της χώρας που αναλύεται κατωτέρω, με την δημοκρατία στην απόφαση και το κράτος – στρατηγείο μπορούμε να εξασφαλίσουμε την επιτυχία στην επιλογή και στην υλοποίηση. Με τις διαδικασίες κοινωνικής συνδρομής και τον συνεχή εμπλουτισμό της γνώσης μπορούμε να προχωρήσουμε με επιτυχία. Με την ισότητα, το πολυάριθμο και την συλλογικότητα της ουσίωδους, της πραγματικής αυτοδιαχείρισης μπορούμε και δίκαια να μοιράσουμε και να μοιραστούμε τα αποτελέσματα της προσπάθειας και να καταργήσουμε τις ανισότητες ισχύος και τις ολιγαρχίες. Στο πλαίσιο αυτό μόνο η πραγματική δημοκρατία μπορεί να απελευθερώσει και να αξιοποιήσει τις ιδέες, τις δυνάμεις αυτές της κοινωνίας. Μόνο αυτή μπορεί να φέρει στο προσκήνιο τον άνθρωπο, να του δώσει λόγο και αισιοδοξία για πραγμάτωση των δημιουργικών ιδεών του. Η ίδια η δημοκρατία θα φέρει στο προσκήνιο γενιές δημιουργικά σκεπτόμενων ανθρώπων.

Για αυτό προτάσσω την δημιουργία μιας κοινωνικής δημοκρατίας, όπου άμεσα, χωρίς εκπροσώπους και γραφειοκρατίες θα μπορεί η κοινωνία να προτείνει και συνάμα να αποφασίσει για την υλοποίηση. Αυτή η δημοκρατία περνά μέσα από όσα έχω προτείνει για τις δημοκρατικά εκλεγμένες κοινωνικές αρχές/επιτροπές και την τοπική αυτοδιοίκηση. Αλλωστε, μόνο η πραγματική δημοκρατία διδάσκει υπευθυνότητα τους ανθρώπους, ακόμα και μέσα από τα λάθη τους. Μόνο η πραγματική δημοκρατία μπορεί να ενεργοποιήσει τους ανθρώπους και τις κοινωνίες του. Μόνο μέσω αυτής μπορούν να υπάρξουν πραγματικές και ενεργείς κοινωνίες.

 

Α6.      Για το πώς θα φτάσουμε σε μία άλλη οικονομία της κοινωνίας, όπως την θέλουμε και κυρίως την χρειαζόμαστε ως λαός, μπορούμε να έχουμε ένα σχεδιασμό περισσότερο ουσίας παρά βερμπαλιστικών διακηρύξεων. Εχουμε πρώτα από όλα τις αρχές μας, αρχές που δημιουργούν τις σταθερές της πολιτικής πρότασης και της εξεύρεσής της. Πρώτιστη αξία ο άνθρωπος: η κοινωνική συμβίωση πρέπει να ρυθμίζεται έτσι ώστε να υπηρετεί τον άνθρωπο. Κάθε σύγκρουση αξιών πρέπει να επιλύεται καταλήγοντας στην λύση που υπηρετεί άμεσα τον άνθρωπο, πέρα από κάθε άλλη σκοπιμότητα. Δημοκρατία, Σοσιαλισμός, Ισότητα, εξυπηρέτηση των δημοκρατικά θεσπισμένων Βιοτικών Αναγκών του ανθρώπου (υλικών και ψυχικών) , είναι τα βασικά κριτήρια για την εξεύρεση και διατύπωση προτάσεων σε κάθε ζήτημα της κοινωνίας. Ετσι θα δημιουργήσουμε μια νέα κοινωνική πραγματικότητα.

            Είναι γνωστό για μένα ότι αμφισβητώ τον καπιταλιστικό τρόπο και μέθοδο παραγωγής, ως αλλοτριωτικό για την φύση του ανθρώπου και την αγαστή επιτυχή κοινωνική συμβίωση. Θα θέσω όμως τα ζητήματα που άμεσα μπορούν να υπάρξουν ως λύσεις για τα άμεσα κοινωνικά ζητήματα και ως βάσεις για την πορεία της κοινωνίας προς το μέλλον.

 

Β.        ΟΙ ΜΕΘΟΔΟΙ, ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ, ΟΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΕΣ

 

Β1.      Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πρώτα από όλα μερικά πράγματα που θα έπρεπε να είναι αυτονόητα και δυστυχώς όλοι βλέπουμε πως (για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων ) δεν είναι. .

Εχω ξαναγράψει για αυτά αναλυτικά, αλλά τα συγκεντρώνω έστω συνοπτικά.

 

Πραγματική οικονομία – πραγματική παραγωγή : Η Ελλάδα πρέπει να παράγει πάντα τα αγαθά που είναι αναγκαία για να θρέψει τους κατοίκους της. Αρα μετράμε τι χρειαζόμαστε και φροντίζουμε να το παράγουμε και να μπορούμε να το διαθέσουμε στους κατοίκους αυτής της χώρας, χωρίς προσκόμματα. Αυτό μας δίνει την δυνατότητα της αυτάρκειας και της βασικής εθνικής ανεξαρτησίας. Μας δίνει συνάμα την δυνατότητα να μπορούμε να ικανοποιήσουμε βασικές βιοτικές ανάγκες των κατοίκων αυτής της χώρας ανά πάσα στιγμή. Μας δίνει την δυνατότητα κίνησης προς μία ουσιαστική οικονομία, αυτή των «βιοτικών» αναγκών.

 

Ποσότητα:    Είναι σαφές ότι λόγω μεγεθών και γεωγραφικής διάρθωσης η Ελλάδα δεν μπορεί να παράγει τεράστιες ποσότητες, ούτε προϊόντα της αυτής ποιότητας που παράγονται εκεί που οι συνθήκες μαζικής παραγωγής είναι σήμερα ευνοϊκές.. Πρέπει συνεπώς αυτονόητα να στραφούμε στην δημιουργία και παραγωγή ποιοτικών αγαθών και αγαθών με την δική τους μοναδικότητα και ιδιοαξία.

 

Ποιότητα: Η χώρα μας λόγω θέσης, κλίματος και ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών έχει την δυνατότητα ποιοτικής παραγωγής. Η ίδια η ποιότητα των προϊόντων της σημαίνει ποιότητα ζωής των κατοίκων, αειφορία στην παραγωγή, σεβασμό στο περιβάλλον και ιδιαίτερη αξία των παραγόμενων αγαθών (όσο διατηρηθεί το αξιακό σύστημα). Μέσα από την διαδικασία κοινωνικής απελευθέρωσης που αναλύεται πιο κάτω μπορούμε και οφείλουμε:

- Να μελετήσουμε ποια είναι τα προϊόντα και οι τομείς της οικονομίας όπου υπάρχει συγκριτικό πλεονέκτημα.

- Να απελευθερώσουμε την δημιουργικότητα, τις ιδέες. Να τις ακούσει η κοινωνία και δημοκρατικά να αποφασίσει για την υλοποίησή τους. Αυτό σημαίνει ότι πέραν της φυσικής ιδιοαξίας, μπορούμε να δημιουργήσουμε, να εφεύρουμε και άλλα προϊόντα με ιδιοαξία.

-  Να εξοπλίσουμε με γνώση κάθε πολίτη αυτής της χώρας.  

- Να ανατρέψουμε τις παραδοσιακές δομές της εκπαίδευσης για να αξιοποιήσουμε παραγωγικά τους ανθρώπους (όχι ως υποκειμένα, αλλά ως αντικείμενα, ως δημιουργούς και συντελεστές της ανάπτυξης). Επισημαίνω ότι δύο γενιές νέων ανθρώπων αυτής της χώρας, οι 20άρηδες και οι 30άρηδες βρίσκονται καταπιεσμένες, χωρίς δημιουργικότητα, σε ένα εργασιακό περιθώριο, ονειρευόμενοι θέση στο δημόσιο και αποτελώντας εύκολη εργατική λεία για τις οικονομικές ολιγαρχίες. Οφείλουμε να δημιουργήσουμε ως κοινωνία και ως κράτος της κοινωνίας τις δομές και τις προϋποθέσεις για να βγούμε δημιουργικά από τα αδιέξοδα.

-  Να δημιουργήσουμε τις συνθήκες για να κατευθυνθούν με επιτυχία οι άνθρωποι στην παραγωγή και όχι να εξαντλούνται στην παροχή υπηρεσιών και σε ένα ατέρμονα ανταγωνισμό.

  

Κεφάλαια  : η χώρα μας δεν διαθέτει σημαντικά κεφάλαια, ούτε είναι λύση η υποτέλεια του δανεισμού από τα όργανα και τους μηχανισμούς της μονεταριστικής κερδοσκοπίας. Μπορούμε όμως να αξιοποιήσουμε τα κεφάλαια που διαθέτουμε. Το βασικό μας όπλο πρέπει να βρίσκεται στον άλλο πυλώνα της παραγωγικής ανάπτυξης : στην γνώση. Αυτή μπορούμε να την παράγουμε και να την εμπλουτίζουμε συνεχώς, χωρίς να διαθέτουμε κεφάλαια. Περαιτέρω όμως, η κατεύθυνση εθνικών κεφαλαίων σε επιδοματικές πολιτικές, η κατασπατάληση πόρων στην δημιουργία πρόσκαιρων και μη παραγωγικών θέσεων εργασίας πρέπει να σταματήσει. Τα κεφάλαια αυτά πρέπει να κατευθυνθούν στην πραγματική οικονομία, στην πραγματική παραγωγή, όπου και πάλι οι πολλοί θα έχουν τον πρώτο λόγο και η αειφορία θα είναι αυτονόητη.

 

Ενέργεια: η Ελλάδα πρέπει να προχωρήσει στην ενεργειακή αυτονομία και δη από Α.Π.Ε. . Εχει σίγουρα τις δυνατότητες. Κατασκευάζοντας π.χ. ένα σύστημα φραγμάτων εξασφαλίζει και το αναγκαίο νερό για κάθε χρήση.  

 

Ας  ξεκινήσουμε από την αρχή, αναλύοντας τα ποιο κύρια σημεία, για όλα υπάρχουν αναλυτικές προτάσεις και μελέτες υλοποίησης με λεπτομερή ακρίβεια.   

 

Β2.      Μπορούμε πρώτα από όλα να εκμεταλλευτούμε τα ευνοϊκά φυσικά χαρακτηριστικά του τόπου μας, τις παραγωγικές δυνατότητες, τις ιδιαιτερότητες που προσδίδουν στα ελληνικά προϊόντα ιδιοαξία. Είναι σαφές ότι σε ένα πλανήτη με κύρια προβλήματα ή ζητήματα αυτά της τροφής, της ενέργειας και του νερού, η Ελλάδα πρέπει να εστιάσει πρώτιστα στην αυτάρκεια της σε αυτά τα αγαθά, που αποτελούν και στοιχεία των αμέσων βιοτικών ανθρωπίνων αναγκών.

Αναγκαία είναι η άνευ όρων και συμβιβασμών κατάργηση των παραγωγικών ποσοστώσεων που έχει επιβάλλει η Ε.Ε. προς το συμφέρον των ισχυρών κρατών – μελών της. Οπου οι ποσοστώσεις έρχονται να καταδικάσουν σε υπανάπτυξη την χώρας μας πρέπει να τεθούν προς επανασυζήτηση και όπου συναντούν το όχι της ένωσης θα πρέπει να προχωρήσουμε αυτόνομα. Δεν μπορεί το ευρωπαϊκό διευθυντήριο προκειμένου να ευνοείται το ίδιο, να καταδικάζει την Ελλάδα σε υπανάπτυξη, σε ένταξη στην β΄ κατηγορία της Ευρώπης, δεν έχει πραγματικά κανένα απολύτως δικαίωμα. Ούτε εμείς έχουμε καμία υποχρέωση να συμφωνήσουμε σε κάτι τέτοιο. 

Για την ιδιοαξία των ελληνικών προϊόντων και την επιτακτική ανάγκη αξιοποίησής τους θα γίνει αναφορά και στην συνέχεια.

 

Πρέπει να χτίσουμε την οικονομία μας πάνω σε αυτό που έχουμε και μπορούμε προνομιακά να παράγουμε. Πρέπει να αξιοποιήσουμε αυτό που έχουμε και μπορούμε, το θεωρώ συλλογικό αυτονόητο που έχει χαθεί μέσα από τις λογικές της υποτέλειας που εφαρμόζουν στην χώρα οι διάφορες ατομικότητες ισχύος που συγκροτούν τις ολιγαρχίες. Οικονομία υποπαραγωγών και υποπαραγώγων, οικονομία φασόν δεν μπορούμε και δεν πρέπει να έχουμε, ειδικά σε μία χώρα με τα ειδικά «προνόμια» και τα φυσικά χαρακτηριστικά του τόπου μας. Πρέπει να φτιάξουμε το οικονομικό πλαίσιο στα μέτρα μας και για τούτο υπάρχουν λύσεις. Η ίδια η ελεύθερη έκφραση και αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας, η «κοινωνία της φαιάς ουσίας» μπορεί και πρέπει να αποτελέσει, όπως είδαμε, ένα ουσιαστικό παράγοντα.

 

Β3.      Ένα ακόμα στοιχείο που ελλείπει, αλλά στην διαμόρφωση του οποίου δεν μπορεί κανείς αντιδραστικός παράγοντας να επέμβει δραστικά είναι αυτός της παιδείας – γνώσης.

Ο παράγοντας αυτός είναι βασικός και πρωταρχικός στην οικονομία, είναι ο θεμελιώδης παράγοντας για όλα. Η δική μας άποψη δεν θέλει το νέο άνθρωπο, τον μαθητή, τον φοιτητή όργανο και υποψήφιο ενεργούμενο καμίας ατομικότητας ισχύος, κανενός ατομικά ισχυρού. Επιδιώκει και έχει χαράξει τις μεθόδους και τις κατευθυντήριες πρακτικές για μια πραγματική «ελευθεριακή παιδεία της γνώσης». Πέρα από την χάραξη και εφαρμογή μιας πραγματικής κοινωνικής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, είναι αναγκαίο το πλάτεμα της γνώσης στην κοινωνία.

Για τον λόγο αυτό έχει γραφτεί η ειδική πρόταση . Οι φοιτητές, εργαζόμενοι σε ομάδες, μελετούν ζητήματα που άπτονται του γνωστικού τους αντικειμένου – αντί να δίνουν εξετάσεις σε σειρά μαθημάτων – και προσφέρουν ελεύθερη ανοικτά προσβάσιμη σημαντική γνώση στην κοινωνία. Η γνώση εμπλουτίζεται κάθε χρόνο με νέες μελέτες. Ετσι δημιουργούμε όχι μόνο την Ελλάδα της γνώσης, αλλά και μία γενιά που έχει μάθει να συνεργάζεται και να έχει άμεση επαφή με το αντικείμενο της επιστήμης της. Είναι σαφές ότι το βήμα αυτό είναι απολύτως απαραίτητο κοινωνικά και δημιουργικά.  

Εάν η δική μας γενιά καταφέρει μόνο σχετική επιτυχία, είναι βέβαιο ότι η επόμενη θα έχει μεγαλύτερη ολοκληρωμένη επιτυχία, καθώς θα διαθέτει όλα τα εργαλεία για να το καταφέρει. Δημιουργώντας πραγματική παιδεία δημιουργείς και πραγματικά υπεύθυνους ενεργούς πολίτες. Η ίδια η κοινωνία μετέχοντας αποφασιστικά μέσα από τους θεσμούς δημοκρατίας στο εκπαιδευτικό γίγνεσθαι θα έχει τον δικό της ρόλο και την δική της ικανοποίηση.

Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής που μπορεί να ξεκινήσει άμεσα εντάσσεται και η εργασία καταγραφής, διάσωσης και εξέλιξης των προϊόντων και τεχνικών της ελληνικής ιδιοαξίας. Η καταγραφή και διάσωση μεθόδων παραγωγής που περικλείουν την εμπειρία αιώνων και ταυτίζονται με τον ελληνικό χώρο είναι ένα αναγκαίο βήμα για την παραγωγική οργάνωση, εκτίμηση και πρόοδο. Το ίδιο και με την βιοποικιλότητα της ελληνικής χλωρίδας και πανίδας. Η βιοποικιλότητα προσαρμοσμένη στο ελληνικό περιβάλλον, όχι μόνο χάνεται, αλλά και μολύνεται, αλλοιώνεται από την είσοδο γεννητικά τροποποιημένων οργανισμών (μεταλλαγμένα). Πρέπει συνεπώς να διασωθεί και η διάσωση να αποτελέσει δημιουργικά ένα στοιχείο της ιδιοαξίας των παραγόμενων. Είναι και αυτό ένα έργο της νέας μας γενιάς μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία. Κατωτέρω, αναπτύσσεται και η συμμετοχή της παιδείας/γνώσης στην δημιουργική διαδικασία, στην έκφραση και εξεύρεση νέων μεθόδων, νέων προϊόντων, νέων υπηρεσιών. Ακόμα και ο καίριος ρόλος της στην διαδικασία μετεκπαίδευσης των Ελλήνων. Αναγκαία παράλληλα, καθίσταται και η θέσμιση νεών θεσμών, όπως της κοινωνικής ευρεσιτεχνίας και του κρατικού ενέχυρου.

 

Β4.      Ένα δεύτερο παράλληλο βήμα είναι αυτό της «ενδοσκόπησης».

Είναι βέβαιο ότι ο άνθρωπος παράγει περισσότερα και καλύτερα, είναι ο ίδιος ικανοποιημένος και χαρούμενος όταν μετέχει στον τομέα παραγωγής που τον εκφράζει. Η εξεύρεση, καταγραφή και ανακάλυψη, εάν θέλετε, των ταλέντων, των κλίσεων και επιθυμιών των Ελλήνων είναι μια διαδικασία που όχι μόνο είναι αναγκαία, αλλά μπορεί άμεσα να προσφέρει στους ανθρώπους και στις κοινωνίες, άλλες  προοπτικές, ακόμα και προοπτικές αισιοδοξίας και ψυχολογικής φύσης προτερημάτων. Η διαδικασία αυτή που θα αναλάβουν άμεσα τα πανεπιστήμια και οι φοιτητές μας κατά τα ήδη αναφερθέντα, με ερωτηματολόγια άμεσα αλλά και ψυχολογικής προσέγγισης, θα προσφέρει όχι μόνο την καταγραφή ανθρωπογεωγραφικών δεδομένων και επιθυμιών των ανθρώπων, αλλά και το δεδομένο της στροφής της οικονομίας, ώστε να εξυπηρετεί τον άνθρωπο και τις ανάγκες του.

Ταυτόχρονα είναι ευνόητο ότι το παραγόμενο προϊόν, που λαμβάνει υπόψη του και καθορίζεται από την ανθρώπινη θέληση, θα είναι από κάθε άποψη ανώτερο.  Η οικονομία πρέπει να στραφεί εκεί όπου θα αξιοποιήσει τις πραγματικές ανθρώπινες ανάγκες, τις ανάγκες του μετέχοντα στην παραγωγική διαδικασία. Ετσι θα εξασφαλίσει ευτυχείς ανθρώπους, επιτυχημένη παραγωγική διαδικασία και αποτέλεσμα με ιδιοαξία. Οι κλίσεις και  τα ταλέντα δεν λείπουν από κανένα Ελληνα. Αυτή είναι η «προίκα» του τόπου μας, η «προίκα» του λαού μας, αυτή είναι η «ιδιοαξία» του. Η κοινωνική αξιοποίηση κάθε ανθρώπου στον τομέα της επιθυμίας του, εξασφαλίζει την επιτυχία, την κάλυψη σημαντικής μερίδας των ψυχικών βιοτικών του αναγκών και οδηγεί σε ένα επόμενο στάδιο κοινωνικής συγκρότησης, αυτό της ατομικής επιλογής και συλλογικής δημοκρατικής απόφασης της πορείας της οικονομίας.

 

Β5.      Η παραγωγική, οικονομική και εν τέλει κοινωνική ανασυγκρότηση και μετασχηματισμός της χώρας πρέπει να βασίζεται σε συλλογικότητες και όχι ατομικότητες ισχύος. Πρώτα από όλα δημιουργείται ένα νομικό πλαίσιο συγκρότησης και λειτουργίας συλλογικοτήτων συνεταιριστικού κοινωνικού και δημοκρατικού χαρακτήρα , στις οποίες μετέχουν ίσα και εθελοντικά (με δήλωση ενδιαφέροντος) οι υποψήφιοι εργαζόμενοι (για την διαδικασία κοινωνικής συγκρότησης των μονάδων γίνεται αναφορά στο κατωτέρω κεφάλαιο). Αυτοί επιλέγουν ή έχουν τον κύριο λόγο στην επιλογή της διοίκησης. Ο μόνος που μπορεί να τους συνδράμει ή να συναποφασίσει είναι η κοινωνία, που μετέχει και συναποφασίζει με θεσμούς άμεσης δημοκρατίας. Το κράτος απέχει διοικητικά για να μην επαναληφθεί το αποτυχημένο πείραμα της δεκαετίας του ’80, για να μην έλθει η γραφειοκρατία να πνίξει την δημιουργικότητα. Η ιδιότητα του μεριδιούχου ταυτίζεται με την παροχή της εργασίας και είναι ίση για όλους και ανεξάρτητη από την τυχόν αμοιβή της εργασίας. Για την αμοιβή αποφασίζουν εργαζόμενοι και κοινωνία, αυτό δημιουργεί ένα τεράστιο προνόμιο ελαστικότητας, ένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα στην διαχείριση των αμοιβών, όριο προς τα κάτω η κάλυψη των βιοτικών αναγκών των εργαζομένων και κριτήριο η συναπόφασή τους για «θυσίες».

Ο βαθμός συμμετοχής (τοπικά) της κοινωνίας εξαρτάται άμεσα και είναι ανάλογος της σημασίας της επιχείρησης για την ευρύτερη ή μη οικονομία μιας περιοχής. Επιχειρήσεις όπως π.χ. η ΔΕΗ είναι ευνόητο ότι τίθενται υπό συνολικό κοινωνικό δημοκρατικό έλεγχο (πανελλαδικό).

Η δημιουργία ανεξάρτητων καθολικά εκλεγμένων δημοκρατικών κοινωνικών επιτροπών (τοπικού ή πανελλαδικού χαρακτήρα) με σκοπό και στόχο τον έλεγχο, την κρίση και υλοποίηση ιδεών και την συνδρομή στο έργο κάθε τομέα της οικονομίας και της διοίκησης είναι το αποφασιστικό βήμα ανθρώπινης απελευθέρωσης, απελευθέρωσης των δυνάμεων και αξιοποίησής τους. Παράλληλα και με ορισμένες προϋποθέσεις, η προσφυγή στην άμεση λαϊκή ετυμηγορία, ψήφο και επιλογή πρέπει σαφώς να προβλέπεται.

Στο πλαίσιο αυτό μπορεί να επιτευχθεί ο μετασχηματισμός της δημόσιας μηχανής, της δημόσιας διοίκησης. Μια τέτοια αρχή μπορεί και πρέπει να δημιουργηθεί και να δράσει στην δημόσια διοίκηση. Η ίδια η δημόσια διοίκηση μπορεί σήμερα να μην μπορεί να μετάσχει άμεσα και αποφασιστικά στον αγώνα της ανάπτυξης, καθώς από τον καιρό του Όθωνα είναι προσανατολισμένη σε κατασταλτικά, ελεγκτικά καθήκοντα. Δημιουργώντας όμως μία δημοκρατική κοινωνική αρχή που παρεμβαίνει στο έργο και την φύση της μπορείς να επιτύχεις σύντομα την αλλαγή στόχευσης και νοοτροπίας.  

 

Β6.      Η διαδικασία συγκρότησης των επιχειρήσεων προϋποθέτει την «ενδοσκόπηση» και την συγκέντρωση ενδιαφερομένων για την δημιουργία και την ανάπτυξη συγκεκριμένης παραγωγικής δραστηριότητας. Αυτοί, η κοινωνία – κράτος προτείνουν με πλήρη μελέτη (κόστους και βιωσιμότητας) μία δράση και η κοινωνία μέσα από τους δημοκρατικούς θεσμούς που έχουμε αναλύσει (δημοκρατικές αρχές ή και καθολική άμεση ψηφοφορία) αποφασίζει. Το στοιχείο του τοπικού ή μη ενδιαφέροντος χαρακτηρίζει το πλάτεμα της αναγκαίας δημοκρατικής κοινωνικής βάσης των μετεχόντων στην απόφαση. Αυτός είναι ο ρόλος του κράτους στρατηγείου και των φορέων τοπικής αυτοδιοίκησης να συγκεντρώσουν τα αποτελέσματα, να κρίνουν και να προτείνουν. 

Η δημοκρατικά προτείνουσα και αποφασίζουσα κοινωνία αποφασίζει καθετί σχετικό με την χρηματοδότηση μιας προσπάθειας, όταν και όπου αυτή χρειάζεται, ακόμα και με την θέσπιση ειδικών εισφορών. Η ίδια η κοινωνία αποφασίζει μέσα από τους ίδιους θεσμούς, εάν η οικονομική συμμετοχή της θα αντανακλάται σε επιστροφή κεφαλαίων ή εάν θα μετέχει ως συλλογικότητα σε ποσοστό των κερδών, με ό,τι τα ανωτέρω συνεπάγονται.

 Σε κάθε περίπτωση η κοινωνία μετέχει στον έλεγχο του παραγωγικού γίγνεσθαι, στο καθορισμό του παραγομένου προϊόντος, στην ποιότητά του (π.χ. προτάσεις βελτίωσης) ακόμα και στην τιμή του, η οποία πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τα δεδομένα βιωσιμότητας.[1]

Βεβαίως , η κοινωνική συλλογικοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας τείνει και θα πρέπει να καταλήξει στο μέλλον σε μία άλλη μορφή οικονομίας και παραγωγικότητας, όπου το κέρδος θα αντικατοπτρίζεται άμεσα στην κάλυψη των βιοτικών ανθρωπίνων αναγκών και όχι σε ευμετάβλητα μέτρα όπως το χρήμα. Στην προσπάθεια αυτή και στην 1η φάση της, κάθε τοπική κοινωνία αναλαμβάνει την υποχρέωση να ενεργοποιηθεί, προτείνοντας και αυτή συγκεκριμένες δράσεις που θεωρεί ότι ταιριάζουν στις τοπικές παραμέτρους και συνθήκες παραγωγικότητας, στις τοπικές ιδιοαξίες. Αυτό κρίνεται με καθολική τοπική δημοκρατική συμμετοχή και ψηφοφορία[2]. Ετσι δημιουργείται μια ουσιαστική αποκέντρωση. Το ίδιο το κράτος – κοινωνία λειτουργώντας στρατηγικά υποχρεούται να στηρίξει μία τουλάχιστον δραστηριότητα.

 

Β7.      Στο πλαίσιο της υλοποίησης, μετά την έγκριση της παραγωγικής δράσης, αξιοποιείται η παραχθείσα γνώση και η διαδικασία της ενδοσκόπησης. Κατασκευάζεται και συγκροτείται το οργανόγραμμα – πλαίσιο λειτουργίας και των αναγκαίων ειδικοτήτων, ενώ ήδη έχει εγκριθεί η οικονομοτεχνική μελέτη.. Από το ηλεκτρονικό αρχείο, όπου θα συγκεντρώνονται τα αποτελέσματα της «ενδοσκόπηισης», εξάγονται ηλεκτρονικά με βάση συγκεκριμένα και προκαθορισμένα κριτήρια τα ονόματα των επιλεκτέων για την στελέχωση της μονάδας. Αυτοί καλούνται με επιστολή να δηλώσουν την συμμετοχή τους ή μη σε σύντομο χρονικό διάστημα. Όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία, εισάγεται προς έγκριση στην  αρμόδια δημοκρατική αρχή, η οποία πρέπει να κρίνει σε περιοριστικά ορισμένο χρόνο.

Το κράτος ή οι τοπικές κοινωνίες αποφασίζουν για το ύψος της χρηματοδότησης. Εκεί αξιοποιούνται πόροι που θα αποτελούσαν επιδόματα π.χ. ανεργίας για τους μετέχοντες σε βάθος χρόνου. Παράλληλα και για την εξεύρεση κεφαλαίων μπορεί (και κατ’ εμέ πρέπει) να παύσει (έστω προσωρινά) η χρηματοδότηση – επιδότηση διαφόρων σωματείων. Οσοι θέλουν να προσφέρουν κοινωνικό έργο και ιδρύουν τέτοια σωματεία ας το πράξουν με δική τους δράση και χρηματοδότηση. Σε κάθε περίπτωση το κράτος εγγυάται για την εξεύρεση των απαραίτητων κεφαλαίων. Ο εξοπλισμός και οι μετοχές/μερίδια  της μονάδας τίθενται υπό κρατικό ενέχυρο για να εξασφαλιστεί η προστασία της κοινωνίας και η μη μετανάστευση της μονάδας στο μέλλον.     

 Μετά την έγκριση από την αρχή, με καθολική ψηφοφορία τοπικού ή πανελλαδικού χαρακτήρα (ανάλογα με την εμβέλεια της μονάδας) εκλέγεται η ειδική δημοκρατική αρχή με σκοπό την συνδρομή και τον έλεγχο. Η εκλογή της αρχής γίνεται με ψηφοφορία μακράς διάρκειας (π.χ. 1 μήνα), με ενιαίο ψηφοδέλτιο (για να μην υπάρχει παραταξιακός κομματισμός) είναι σχετικά πολυμελής, για να εκφράζονται όλες οι κοινωνικές τάσεις και απόψεις και να δυσχεραίνεται ο χρηματισμός και με θητεία 2ετή ή 3τη με δικαίωμα ανανέωσης για μία φορά, για να μην δημιουργούνται εξουσιαστικοί γραφειοκρατικοί μηχανισμοί. Η ίδια η κοινωνία αποφασίζει για την επ’ αμοιβή ή μη (και ποια) των μελών της επιτροπής. Η δική μου πρόταση είναι να ξεκινήσουμε από μη αμειβόμενες υπηρεσίες ή αμοιβή που θα εξαρτάται από το τελικό κέρδος (ετήσια κερδοφορία) της μονάδας.  

Ως εκτέθηκε, οι εργαζόμενοι λειτουργούν ως μέτοχοι/μεριδιούχοι της μονάδας και αποφασίζουν για την διοίκηση και την πορεία της με την συμμετοχή της κοινωνίας, της δημοκρατικής αρχής που εκλέγεται ως ανωτέρω.

Είναι σαφές ότι τέτοιες μονάδες και θεσμοί μπορούν και πρέπει να δημιουργηθούν σε πειραματικό πλαίσιο, σε τομείς όπου άμεσα κρίνεται ότι υπάρχει παραγωγική αναγκαιότητα. Από την πειραματική εφαρμογή μπορούν να εξαχθούν σοβαρά και χρήσιμα συμπεράσματα για την περαιτέρω γενίκευση του θεσμού.      

 

Β8.      Εχω πολλές φορές κάνει λόγο για το παράδειγμα του κινέζικου πιάτου της μαζικής παραγωγής και για το πιάτο καλλιτέχνημα της ελληνικής ιδιοαξίας. Η αρχαία Αθήνα π.χ. οφείλει σε μεγάλο βαθμό την ισχύ της, στην αγγειοπλαστική και κυρίως την αγγειογραφία. Παράλληλα την ισχύ της, την οφείλει στην αμεσότητα της δημοκρατίας.

Δεν αρκούμαστε βέβαια στην υπάρχουσα παραγωγική ιδιοαξία, προχωρούμε δημιουργικά στην εξέλιξή της και στην εφεύρεση νέων. Στο κείμενο που αποκάλεσα το “ΠΑΣΟΚ του Ανθρώπου” στοχεύοντας στην δημιουργία ενός πραγματικά σοσιαλιστικού δημοκρατικού κινήματος έχουν προβλεφθεί και ειδικοί θεσμοί, όπως αυτός της κοινωνικής ευρεσιτεχνίας (για τον οποίο έγινε λόγος πιο πάνω).

Η ίδια η προβολή των δημιουργημάτων και της ιδιοαξίας είναι ένα ζήτημα στο οποίο θα πρέπει να ενσκύψουμε με τον αυτό τρόπο. Η μεσογειακή διατροφή και η ήδη διαπιστωμένη παγκόσμια ιδιοαξία, αποτελούν σταθερές βάσεις για την αξιοποίηση των παραγομένων. Αυτό έχει ο τόπος μας, αυτό μπορούμε να προσφέρουμε και αυτό δεν μπορεί κανείς άλλος να το κάνει με τον ίδιο τρόπο. Ισως ευτυχείς και περήφανοι, κάποτε να θελήσουμε να αποτελέσουμε προνομιακό παίκτη στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό γίγνεσθαι. Αυτό δεν είναι συμβατό με τις αρχές και αξίες μας, ό,τι φτιάχνουμε ανήκει σε όλη την ανθρωπότητα, είναι κτήμα της οικουμένης, κομμάτι του κάθε ξεχασμένου ανθρώπου που υποφέρει την ίδια του την ζωή στον πλανήτη.

 

Β9.      Από την ανάγκη δημιουργίας μιας κοινωνίας γνώσης και ελευθερίας δράσης προκύπτουν μία σειρά από αναγκαιότητες που αφορούν το εκπαιδευτικό σύστημα και το πολιτικό σύστημα. Όπως έχω γράψει στην σχετική πρόταση, είναι αναγκαία η κοινωνική δημοκρατική διοίκηση των πανεπιστημίων. Είναι αναγκαία η διαμόρφωση νέων ειδικοτήτων και σχολών που ανταποκρίνονται στις ανάγκες του σήμερα και δεν στρέφουν το νέο άνθρωπο στην απογοήτευση του να στοχεύσει σε μία τυπική εργασιακή θέση και δη κυρίως στην παροχή υπηρεσιών. Γνώση πραγματική για τον άνθρωπο του σήμερα και του αύριο, γνώση σύγχρονη και ουσιαστική και όχι γνώση και επιλογές που εγκλωβίζουν τον άνθρωπο, είτε στα κατεστημένα της παιδείας, είτε στα κατεστημένα της παραγωγής και των ολιγαρχιών που την ελέγχουν. 

Είναι επίσης αναγκαία η επιμόρφωση κάθε ήδη επαγγελματία και  κάθε ανθρώπου που θέλει να ασχοληθεί με ένα επάγγελμα. Επιμόρφωση που πρέπει πάνω από όλα να οδηγεί στην επικαιροποίηση και στην σύλληψη του γίγνεσθαι. Για τον λόγο αυτό είναι παντού απαραίτητη η παροχή γνώσης για την εκμάθηση του διαδικτύου και των δυνατοτήτων πληροφόρησης που προσφέρει. Είναι απαραίτητη η γνώση για το αντικείμενο εργασίας και τις αναγκαίες προφυλάξεις και μεθόδους. Είναι εξαιρετικά χρήσιμο να διδαχθούν οι αγρότες μας, αλλά και ειδικότητες που δεν μπορεί να φανταστεί κανείς. Ας συγκεντρώσει π.χ. ένας δήμος όσους έχουν καφενεία και καφετέριες και ας τους διδάξει από το Internet έως τους όρους υγιεινής και ασφάλειας, έως κανόνες καλής εξυπηρέτησης και συμπεριφοράς (αλήθεια πόσοι άνθρωποι που απασχολούνται σε τέτοιους τομείς έχουν λάβει ποτέ γνώση των κανόνων υγιεινής ;) . Η γνώση είναι μια συνολική προσπάθεια που θα μας κάνει όλους καλύτερους. Η καταγραφή της παραγόμενης γνώσης και των διαδικασιών σε επίσημα ανοικτά αρχεία θα εμπλουτίσει την εμπειρία και την ίδια την γνώση. Στα προγράμματα αυτά θα απασχοληθούν εκπαιδευτικοί, αφού κατά το σύστημα της παιδείας, τα φροντιστήρια δεν θα έχουν καμία θέση στο εκπαιδευτικό γίγνεσθαι.  

Τέλος και μεταξύ πολλών άλλων θα πρέπει κάποια στιγμή το φορολογικό σύστημα να γίνει ουσιωδώς αντικειμενικό. Κάθε καταγραφή σε λογιστήριο και ταμειακή μηχανή θα πρέπει αυτόματα (μέσω διαδικτύου) να αποστέλλεται σε αρχείο στις ΔΟΥ.  Ο ΚΒΣ ως έχει, προσφέρει πολλή ανασφάλεια και δυνατότητες φοροκλοπής και χρηματισμού. Οσοι προκύψουν ως δυναμικό από τον μετασχηματισμό του, θα πρέπει με ευθύνη του κράτους να απασχοληθούν δημιουργικά σε νέα έργα. Η ευθύνη αυτή του κράτους πρέπει αναγκαία να θεσπιστεί για κάθε αποτέλεσμα του παραγωγικού οικονομικού μετασχηματισμού.

 

Β10.    Η ίδια η παραγόμενη γνώση μπορεί να προσφέρει άμεσα τα στοιχεία για μια δίκαιη λειτουργία της οικονομίας.

Εάν ο τελικός πολιτικός σκοπός είναι να πάμε σε μία κοινωνία που καταργεί το αξιακό και υπεραξιακό στοιχείο στην παραγωγή αγαθών, που καθορίζει την δράση με στόχο την κάλυψη των ανθρώπινων βιοτικών αναγκών, στο άμεσο μέλλον είναι αναγκαία η ρύθμιση της αγοράς και η αμεσότητα στην σχέση παραγωγού – καταναλωτή. Τουλάχιστον η δίκαιη ρύθμισή της.

Πρότεινα και προτείνω ως λύση άμεσης αναγκαίας εφαρμογής, τον υπολογισμό του κόστους παραγωγής κάθε προϊόντος, την προσθήκη ενός ποσοστού κέρδους που θα καλύπτει τις ανάγκες του παραγωγού. Αυτή θα αποτελεί την ελάχιστη τιμή πώλησης του προϊόντος και κάθε πώληση θα πρέπει να βεβαιώνεται με την κατάθεση του αντιτίμου σε ειδικό ταμείο, με την σύνταξη ειδικού εντύπου που θα αναφέρει την ημερομηνία δικαιοπραξίας, την ποσότητα, το είδος και την τιμή πώλησης.

Πάνω σε αυτή την τιμή θα πρέπει να υπολογίζεται το επιτρεπόμενο ποσοστό μεικτού κέρδους και η ανώτατη επιτρεπόμενη τελική τιμή για τον καταναλωτή. Ετσι απλά τελειώνουμε με την αισχροκέρδεια και διασφαλίζουμε την λειτουργία της οικονομίας, δικαιοσύνη και ασφάλεια για τον παραγωγό, δικαιοσύνη και ασφάλεια για τον καταναλωτή. Είναι αναγκαίο και άμεσο μέτρο για να εξασφαλιστούν οι βιοτικές ανάγκες των ανθρώπων.

   

Β11.    Επισκοπώντας τα ανωτέρω ξαναγυρίζουμε στην πρώτη παράγραφο, στις αρχές και τις αξίες μας, που πραγματώνονται από την πρόταση. Ανθρωπος, δημοκρατία, κοινωνισμός, ισότητα, κάλυψη των βιοτικών αναγκών, μπορούν όλα να υπάρξουν και ο 21ος αιώνας να μετατραπεί σε αιώνα των κοινωνιών, των ανθρώπων και της συλλογικής προόδου.

Με τον τρόπο αυτό μπορούμε επιτυχημένα, χωρίς κόστος σε κεφάλαια, να πραγματώσουμε τις αξίες μας, μπορούμε να οδηγήσουμε την Ελλάδα στο μέλλον που αξίζει σε κάθε Ελληνα και να διδάξουμε στους πολίτες του πλανήτη, πως δεν υπάρχουν μονόδρομοι ατομικότητας, αλλά μεγάλες οδοί των ανθρώπινων κοινωνιών του αύριο .

            


[1] Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο ικανοποιούνται ταχύτατα και άμεσα οι κοινωνικές ανάγκες, αλλά και τα διάφορα market researches που αφορούν το παραγόμενο προϊόν, γίνονται ουσιαστικά δωρεάν !!!.

[2] Για τους θεσμούς δημοκρατίας, υπάρχουν αναλυτικές αναφορές και προτάσεις σε άλλα κείμενα. Εάν υπάρχει ενδιαφέρον, μπορούν να τεθούν.

Οκτωβρίου 28, 2007

ΤΟ ΠΛΑΤΕΜΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΩΣ ΜΟΧΛΟΣ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΙΣΟΤΗΤΑ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ & ΣΤΟΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

Κατηγορίες: ΑΝΑΠΤΥΞΗ & ΠΑΙΔΕΙΑ — dimkaramitsas @ 4:02 μμ
ΤΟ ΠΛΑΤΕΜΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΩΣ ΜΟΧΛΟΣ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΙΣΟΤΗΤΑ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ & ΣΤΟΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
       Την πρόταση που ακολουθεί την έχω υποβάλλει από το έτος 2004, η πρόταση αυτή έχει φυσικά αγνοηθεί από τα κομματικά πολιτικά επιτελεία, παρά την σημασία της και τους δρόμους που κατά την γνώμη μου ανοίγει για μια κοινωνία ισότητας, ουσιαστικής δημοκρατίας, ίσων ευκαιριών, μια κοινωνία ανάπτυξης και αναδιανομής του πλούτου σε όλους.
Α.    Η ΓΝΩΣΗ
       Εχουν πολλά γραφεί ανά τους αιώνες για την αξία της γνώσης. Ο,τι και να γραφεί στο κείμενό μου θα είναι λίγο μπροστά στα όσα έχουν ήδη επισημάνει άλλοι, σοφότεροι εμού. Η γνώση αποτελεί προαιώνιο ζητούμενο για το ανθρώπινο είδος, τόσο αιώνιο που είναι συνυφασμένο με τον ίδιο τον άνθρωπο και την παρουσία του σε αυτόν εδώ τον πλανήτη. Είναι εύκολο να φανταστούμε σε ποιες σπηλιές θα ζούσαμε (εάν υπήρχαμε ως είδος) και σε ποια πρωτόγονη, ζωώδη κατάσταση εάν δεν υπήρχε η αναζήτηση για την γνώση, εάν δεν υπήρχε η γνώση αυτή καθεαυτή ως παραγόμενο του ανθρώπινου νου. Θεόσταλτο αγαθό ή γονιδιακό προνόμιο ακόμα και τα δύο ή και άλλα πολλά, δεν έχει πραγματικά σημασία ποια είναι η πραγματική βαθύτερη αιτία της ύπαρξης του μηχανισμού της γνώσης στην ανθρώπινη φύση. Συνυφασμένη με τον ανθρώπινο νου, γλωσσολογικά δεμένη με αυτόν στην ελληνική γλώσσα (γνω – εν νοώ)  η γνώση αποτελεί την βάση για κάθε ανθρώπινη ενέργεια.
Σε ένα κείμενο, όπως αυτό, που αφορά την κοινωνική πραγματικότητα και την χρήση της γνώσης από την κοινωνία και τον άνθρωπο – πολίτη δεν θα ήταν ορθό να επεκταθώ στην φιλοσοφική αναζήτηση της βάσης της γνώσης, γι αυτό θα την προσεγγίσω ως προς τα αποτελέσματά της στον άνθρωπο ως άτομο και την κοινωνία ως σύνολο ανθρώπων.
Είναι σαφές ότι τον άνθρωπο πέρα και πλέον των βιοτικών του αναγκών τον «κινεί» ως όν και ως κομμάτι της κοινωνίας η ανάγκη κατάκτησης της γνώσης, της γνώσης για τον ίδιο του τον εαυτό, της γνώσης για την φύση, το σύμπαν και τις δυνάμεις του.
Εάν θα θέλαμε να θέσουμε ένα άξονα ή ένα μοχλό που κυρίαρχα οδηγεί στην εξέλιξη – ανάπτυξη του ανθρώπου (ατομικά, κοινωνικά και ιστορικά) αυτός δεν θα ήταν ο μοχλός της οικονομίας, αλλά ο μοχλός της γνώσης. Η γνώση κινεί τον κόσμο προς το μέλλον, η γνώση τον ωθεί προς την ανάπτυξη. Χωρίς την γνώση επιστρέφουμε στον άνθρωπο – ζώον, στην αρχή της ιστορίας μας στον πλανήτη. 
Μιλώντας κατ’ ανάγκη συνοπτικά θα πρέπει να επισημάνω μόνο ότι η γνώση προσφέρει στον άνθρωπο όλα εκείνα τα στοιχεία που λειτουργούν αποφασιστικά στην κατανόηση του εαυτού του (ψυχολογική, βιολογική, πνευματική) και στην ανάπτυξή του σε κάθε πιθανό τομέα. Η ίδια η γνώση προσφέρει στις κοινωνίες την κατανόηση του ρόλου τους, την κατανόηση των πολιτικών και ιστορικών φαινομένων, την κατάκτηση του συνόλου του παγκοσμίου γίγνεσθαι.
Ας σκεφτεί ο καθένας και η κάθε μία από εμάς την σημασία και την προσφορά της γνώσης στον άνθρωπο και την κοινωνία, από την κατάκτηση της φωτιάς και των πρώτων όπλων μέχρι τις βαθύτερες φιλοσοφικές αναζητήσεις και άμεσα θα εννοήσει την πρωταρχική και θεμελιώδη σημασία της στην ανθρώπινη πορεία.
       
Β. ΤΟ ΠΛΑΤΕΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΓΝΩΣΗ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ
       Είναι σαφές και ευνόητο ότι η πρόσβαση στην γνώση δεν είναι η ίδια για όλους τους ανθρώπους. Η πρόσβαση στην γνώση δεν είναι ελεύθερη για όλους και σε όλο τον πλανήτη. Ακόμα και εκεί που υπάρχει δημόσια εκπαίδευση, αυτή είναι συνήθως περιορισμένη και αφορά διάφορα μερικά δεδομένα της ανθρώπινης γνώσης, φιλτραρισμένα μέσα από πολιτικές, κοινωνικές, ιστορικές, οικονομικές και κάθε είδους σκοπιμότητες, ακόμα και δοξασίες.
       Για τον σοσιαλισμό, ως πολιτική φιλοσοφία που αποσκοπεί στην ισότητα και την απελευθέρωση του ανθρώπου, το πλάτεμα στην δυνατότητα των ανθρώπων να νέμονται στην γνώση, η ίση και ελεύθερη πρόσβαση σε αυτή, αποτελεί πολιτικό ζητούμενο με το οποίο έχουν ασχοληθεί σχεδόν όλοι οι διανοητές που τον θεμελίωσαν και τον ανέπτυξαν.        Η ελεύθερη πρόσβαση στην γνώση από όλους εξισώνει και καταργεί μία βασική ατομική και κοινωνική ανισότητα, που καλλιεργούν και φροντίζουν συνεχώς να υφίσταται, τα κοινωνικοοικονομικά συστήματα που στηρίζονται στις ανισότητες, όπως ο καπιταλισμός. Η δόμηση του καπιταλισμού πάνω στις ατομικές και κοινωνικές ανισότητες, αποτελεί το θεμέλιό της ύπαρξής του και την αιτία της κυριαρχίας του.      
Για μας τους σοσιαλιστές[1], είτε σκεπτόμαστε με όρους παγκοσμιότητας είτε σκεπτόμαστε περισσότερο εθνικά, το ζήτημα της ισότητας στην ελεύθερη πρόσβαση στην γνώση, αποτελεί ένα κορυφαίο πολιτικό κοινωνικό στόχο και σίγουρα ένα από τα πιο σημαντικά ζητούμενα για να επιτευχθεί η ανάπτυξη ανθρώπων και κοινωνιών μέσα από συνθήκες ισότητας, ισοτιμίας και δημοκρατίας.
Σήμερα, έχοντας σκοπό τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά, εάν θέλαμε να στραφούμε στο έτερο στοιχείο της καπιταλιστικής ανισότητας, αυτό της ιδιοκτησίας, επιδιώκοντας να το καταργήσουμε ως ατομικό προνόμιο και να το εντάξουμε στο πλαίσιο των κοινόκτητων κοινωνικών αγαθών, θα συναντούσαμε σειρά αντιδράσεων τυπικού και ουσιαστικού περιεχομένου. Παρά το γεγονός ότι δεν απορρίπτω την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά αντίθετα την θεωρώ κεφαλαιώδες ζητούμενο που οδηγεί στην κοινωνία των ανθρώπων και όχι των ανθρωπόμορφων ζώων, έχω ρεαλιστικά την θέση ότι μπορούμε να προσπαθήσουμε να μετατρέψουμε τα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα με άλλους τρόπους από αυτούς που αναμένει ο πολιτικός αντίπαλος και ότι η εγκατάλειψη της ατομικής ιδιοκτησίας, ακόμα και για εμάς τους ίδιους είναι εγχείρημα ιδιαιτέρως δύσκολο που απαιτεί τεράστια προσωπική προετοιμασία και παιδεία – γνώση. Αλλωστε, μια τέτοια απόπειρα θα επιφέρει τεράστιες αντιδράσεις, σχάσεις και συγκρούσεις … . Μια σειρά από νομικά και κοινωνικά ζητήματα θα εγείροντο και θα απαιτούσαν άμεσες λύσεις, ρήξεις και συγκρούσεις.
Η ελεύθερη πρόσβαση στην γνώση, ως προαιώνια ανθρώπινη ανάγκη, αποτελεί όμως ένα ζητούμενο με ηπιότερο κατά την εξωτερίκευσή του χαρακτήρα. Η πρόσβαση στην γνώση αποτελεί ένα ζητούμενο που δεν μπορεί να αρνηθεί ο καπιταλισμός, ένα ζητούμενο που αποτελεί ατομικό και κοινωνικό δικαίωμα και αγαθό κατοχυρωμένο νομικά και κοινωνικά. Ο λόγος της μη άρνησης είναι ότι η γνώση αποτελεί και για τον καπιταλισμό αγαθό, αντίστοιχο της ιδιοκτησίας, που στηρίζει την παραγωγή και την οικονομία. Ενώ όμως η ιδιοκτησία λειτουργεί στο καπιταλισμό ως ιδιωτικό ατομικό δεδομένο, η γνώση και η πληροφορία (όπως εσχάτως την αποκαλούν) έχει επικοινωτικό χαρακτήρα, προσφέρεται σε όλους και λειτουργεί προκειμένου να ελέγχονται οι συνειδήσεις και οι κοινωνίες. Θα μπορούσε κανείς να μπει στον πειρασμό να αναλύει επί ώρες και ημέρες την σχέση του καπιταλισμού με την γνώση – πληροφορία και την χρήση της από αυτόν.
Σκοπός όμως του σοσιαλισμού είναι η ελεύθερη πρόσβαση όλων στην γνώση, ακόμα και η παραγωγή της και σκοπός του γραπτού μου είναι να βρεθούν και να δοθούν οι πρακτικές πολιτικές για να πραγματωθεί κάτι τέτοιο, χωρίς να υφίσταται το ενδεχόμενο νομικών και κοινωνικών συγκρούσεων.      
Γ. Η «ΓΝΩΣΗ» ΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ. Ο ΣΚΟΠΟΣ ΜΑΣ.
       Είναι σαφές ότι ο καπιταλισμός που κυριαρχεί στον πολιτικό και οικονομικό γίγνεσθαι του πλανήτη, θεωρεί τις έννοιες γνώση, παιδεία, πληροφορία ως κεφάλαιο προς πολλαπλή, θετική και αρνητική εκμετάλλευση και ως μέσο για την διαιώνισή του. Για τον λόγο αυτό τα εκπαιδευτικά συστήματα και η έρευνα είναι ενταγμένα άρρηκτα σχεδόν στην παραγωγική οικονομική διαδικασία, λειτουργώντας κατά το πρότυπο αυτής και εξυπηρετώντας της άμεσα και έμμεσα. Επιπλέον μια σειρά αποκλεισμών και «αναγκών» του εκπαιδευτικού συστήματος αντίστοιχες με εκείνες του καπιταλισμού, όχι μόνο καθιστά την εκπαιδευτική διαδικασία εμπορικό αγαθό, αλλά διευρύνει και διαιωνίζει τις προσωπικές και κοινωνικές ανισότητες.
       Με ένα πλαίσιο νομικών διατάξεων, διεθνών και ημεδαπών, το σύστημα θωρακίζει τις ανισότητες στην γνώση, ευνοώντας την επένδυση σε αυτές.   
       Ο ελεύθερα σκεπτόμενος άνθρωπος, ο σοσιαλιστής, δεν είναι δυνατόν να δέχεται τις λειτουργίες αυτές, αποκλεισμών και ανισοτήτων που στερούν από τους ανθρώπους και τις κοινωνίες τους την ελεύθερη ισότιμη πρόσβαση στην γνώση, ούτε να αποδέχεται την λειτουργία του κοινωνικού εκπαιδευτικού συστήματος προς όφελος όχι του ανθρώπου και της κοινωνίας, αλλά της προσωποπαγούς οικονομίας των λίγων.
       Η εκ βάθρων αναθεώρηση του εκπαιδευτικού συστήματος, ώστε να παρέχεται ελεύθερα και ισότιμα γνώση και ουσιαστική παιδεία, απεξαρτημένη από τα κερδώα οφέλη κάποιων, αποτελεί άμεση προτεραιότητα για την οποία πρέπει να βρεθούν, προταθούν και εφαρμοστούν πολιτικές πρακτικές με σαφείς αρχές και κατευθύνσεις[2]. Όπωσδήποτε πρόκειται για μία δύσκολη διαδικασία.
       Επανέρχομαι όμως στην χρήση της έννοιας γνώση (και των συνυφασμένων με αυτή εννοιών παιδεία, εκπαίδευση, πληροφορία, έρευνα κλπ..) από το υπάρχον πολιτικοοικονομικό σύστημα. Εννοείται, βεβαίως ότι πέραν του αντικειμένου γνώση, αντίστοιχη χρήση γίνεται και στο υποκείμενο άνθρωπος, ως φορέα και παραγωγού της γνώσης, ως μετέχοντα και μη μετέχοντα σε αυτή. Είναι σαφές ότι η γνώση εξυπηρετεί την παραγωγή και παροχή υπηρεσιών, ως εδώ είναι ευνόητο και αχρωμάτιστο πολιτικά, όμως η ίδια η γνώση αποτελεί για το υπάρχον πολιτικοοικονομικό σύστημα αγοραίο αγαθό που δεν το νέμονται όλοι, αλλά μόνο οι έχοντες την οικονομική δυνατότητα να το αποκτήσουν. Η συγκέντρωση και η ύπαρξη της γνώσης (ανθρώπων και πληροφοριών) αποτελεί με τον τρόπο αυτό προνόμιο που πρώτιστα κατέχουν οι οικονομικά ισχυροί (εταιρικά μορφώματα και πρόσωπα). Αυτοί, έχουν την δυνατότητα, στο καπιταλιστικό σύστημα να αποκτήσουν την γνώση, ακόμα και να την παράγουν και να την κατευθύνουν, αφήνοντας τους υπόλοιπους σε όποιο επίπεδο σκότους επιθυμούν. Όταν μία «γνώση» έχει τύχει της εκμετάλλευσής τους τότε την αφήνουν ελεύθερη, την περιγράφουν και την περιαγάγουν σε κτήμα όλων ή αρκετών, πολλές φορές παραπλανώντας τις κοινωνίες ως προς την χρήση της και ενώ οι ίδιοι βρίσκονται σε άλλα επίπεδα παραγωγικού και κοινωνικού σχεδιασμού. Η δικτατορία του σκοταδισμού, που στηρίζεται στην γνώση θα πρέπει να εξαφανιστεί, ώστε να χαθεί το συγκριτικό πλεονέκτημα αυτής της ολιγαρχίας.
       Στον ελλαδικό χώρο τώρα, με τα χίλια μύρια προβλήματα, η γνώση ελάχιστα παρέχεται μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα, που λειτουργεί με αποκλεισμούς και ανισότητες. Η γνώση στην Ελλάδα ανήκει σε μία κάστα πανεπιστημιακών και στα μεγάλα εταιρικά μορφώματα που έχουν την δυνατότητα να χρησιμοποιούν είτε τους πανεπιστημιακούς είτε πρόσωπα εκπαιδευμένα στην παραγωγή γνώσης. Πρακτικός σκοπός τους είναι η διατήρηση της ηγετικής τους δύναμης στις αγορές (σε όσες δύνανται) με ταυτόχρονο έλεγχο των πολιτικών συστημάτων και επιλογών. Στο πλαίσιο της ανισότητας τα μεγάλα εταιρικά μορφώματα και προσωπικά οι φορείς τους έχουν την δυνατότητα να αναλύουν με την χρήση των ανωτέρω προσώπων, να μελετούν και να εφαρμόζουν τις μελέτες που στηρίζονται στην «γνώση».
Το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας όμως, παραγωγικές και μη τάξεις, παραμένουν στην άγνοια και δεν δύνανται, ούτε μελέτες να διεξάγουν, ούτε έχουν γνώση κεφαλαιωδών ζητημάτων που αφορούν την ίδια την προσωπική τους συγκρότηση, αλλά και την παραγωγική διαδικασία στην οποία είναι ενταγμένες.
Το τεράστιο έλλειμμα γνώσης δημιουργεί δυσμενείς κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, που εντείνουν τις ανισότητες, δημιουργούν ανθρώπους και επιμέρους κοινωνίες «εξαρτόμενα», παρεμποδίζουν την προσωπική και πολιτική ελευθερία, την δημοκρατία, την ισότητα και την κοινή κατοχή και πρόσβαση στα κοινωνικά αγαθά. Εν ολίγοις παρεμποδίζουν ανθρώπους και κοινωνίες να κινηθούν προς τα ιδεατά του κοινωνισμού – σοσιαλισμού.                 
Δ.    Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΛΑΤΕΜΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΩΣ ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ.
       Τούτη εδώ η χώρα την οποία κατοικούμε και οι κάτοικοί της (όπως κάθε χώρα) έχουν μια σειρά από ιδιαιτερότητες. Οι ιδιαιτερότητες είτε αναφέρονται στο κλίμα, στο έδαφος είτε στην ιδιοσυγκρασία των κατοίκων, στην κουλτούρα και στις συνήθειές τους, είτε σε μία ολόκληρη ατελεύτητη σειρά παραγόντων, αποτελούν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα που εντάσσονται και επηρεάζουν την κοινωνική συγκρότηση. Μέσα στην κοινωνική συγκρότηση εντάσσεται φυσικά και η παραγωγική διαδικασία, αλλά και οι κοινωνικές και ατομικές συμπεριφορές.
Η γνώση για τις «ιδιαιτερότητες» αυτές που ουσιαστικά συγκροτούν την γνώση για τους ίδιους μας τους εαυτούς και την χώρα μας, είναι συνολικά κάτι ουσιαστικά άγνωστο για την ελληνική κοινωνία. Η γνώση για τους μηχανισμούς και τις αιτίες τους είναι επίσης άγνωστη. Γενικόλογες εμπειρικές προσεγγίσεις που κατά καιρούς εκφράζονται, έχουν μόνο αόριστο χαρακτήρα (π.χ. εμείς οι Ελληνες είμαστε Χ …, οι ο Ελληνας θέλει …, η Ελλάδα είναι χώρα …) και δεν προσφέρουν λύσεις, παρά δημιουργούν προβλήματα μοιρολατρικής συμπεριφοράς.
Το μέγιστο εθνικό και πολιτικό ζητούμενο είναι για εμάς να δημιουργήσουμε την γνώση αυτή, να μελετηθούν από κάθε δυνατή σκοπιά και ανάλυση τα ατομικά, κοινωνικά και εδαφικά με την ευρεία έννοια δεδομένα της χώρας, να αναλυθούν και να εξηγηθούν οι μηχανισμοί και τα αίτια των «ιδιαιτεροτήτων», ώστε με επιστημονικά ορθολογικά δεδομένα να δοθούν λύσεις και κατευθύνσεις.
Το μέγιστο εθνικό και πολιτικό ζητούμενο είναι για εμάς η γνώση αυτή να είναι ελεύθερα προσβάσιμη, ανοικτή για όλους τους κατοίκους της χώρας αυτής ώστε να χρησιμεύσει, όχι μόνο για την προσωπική, κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη, αλλά ως υψίστης σημασίας κοινωνικό αγαθό να αποτελέσει την βάση για μια κοινωνία δημοκρατίας, ελευθερίας, ισότητας και σοσιαλισμού, διότι η κοινή γνώση οδηγεί στην κοινότητα της απόλαυσης των αγαθών (όπως τα ορίζει και τα επιλέγει αυτά ο καθένας ως ενεργός πολίτης σε ένα πλαίσιο ατομικής ελευθερίας). Μετά μπορούν να συναποφασιστούν ελεύθερα και αδέσμευτα και άλλες πολιτικές που θα οδηγούν στην θεμελίωση και θωράκιση πολιτικών θεσμών με στόχο την προσωπική και κοινωνική (ακόμα και παραγωγική) ισότητα και εν τέλει κοινοκτημοσύνη.
Θα επανέλθω όμως στις «ιδιαιτερότητες» πλεονεκτήματα και μειονεξίες του κατοίκου της χώρας και της Ελλάδας, αυτής καθεαυτής.
Θα επαναλάβω ότι γνώση δεν υφίσταται, και όση υφίσταται δεν είναι κοινή. Ο μέσος Ελληνας αγρότης π.χ. δεν γνωρίζει πόσο κοστίζει η καλλιέργεια του χωραφιού του ανά στρέμμα, πόσο την επηρεάζει η άνοδος της τιμής του πετρελαίου ή των λιπασμάτων ανά λεπτό του Ευρώ; Τι είναι αποδοτικό να καλλιεργεί και για πόσα χρόνια; Πόσο μπορεί και πόσο πρέπει να πουλήσει το προϊόν του; Που πρέπει να το πουλήσει; Δεν γνωρίζει επίσης ζητήματα που αφορούν την προσωπική του υγεία, δεν γνωρίζει τίποτα ή σχεδόν τίποτα για τις νέες μορφές καλλιέργειας; Δεν γνωρίζει πως μπορεί να προστατευθεί από την αισχροκέρδεια των μεσαζόντων; Και όταν οργανωθεί σε συνεταιρισμούς δεν γνωρίζει τίποτα για την οργάνωσή τους, για την σκοπιμότητα της ύπαρξής τους, ποιους κινδύνους πρέπει να αποφύγει, αλλά και πως θα μπορέσει να ελέγξει τους εσωτερικώς δρώντες κερδοσκόπους;
Το ίδιο το φαινόμενο της ανάγκης κάποιων για ατομική κερδοσκοπία σε βάρος του συνόλου δεν έχει μελετηθεί ως προς τις αιτίες του και την δυνατότητα αντιμετώπισής του, ατομικά και κοινωνικά.
Ο Ελληνας χημικός μηχανικός για να επεκτείνω το παράδειγμα δεν γνωρίζει εάν και με ποιους όρους μπορεί να δημιουργηθεί στην Ελλάδα μια χημική βιομηχανία με κερδοφορία, τι να πράξει και πως να την οργανώσει.
Ο εργαζόμενος, η νέα, ο νέος, ο κάθε Ελληνας ζει και λειτουργεί σε ένα πέπλο απόλυτης έλλειψης γνώσης για τον εαυτό του την χώρα του, την κοινωνία του. Η έλλειψη γνώσης μετατρέπεται πολλές φορές σε ένα πλαίσιο μοιρολατρικού αγνωστικισμού, σε απομονωτισμό, στην υπάρχουσα στην μέρες μας απογοήτευση για το μέλλον, αλλά και αντίστροφα σε υπερεκτιμήσεις του εγώ, σε μισαλλοδοξίες, σε άκρατους  ατομισμούς και σε εθνικισμούς.                    
       Θα φέρω ένα ακόμα παράδειγμα σε σχέση με την έλλειψη γνώσης. Μέσα από προγράμματα η ελληνική κοινωνία, ο Ελληνας φορολογούμενος διέθεσε τεράστια χρηματικά ποσά για την ενίσχυση νέων επιχειρηματιών ή γυναικών επιχειρηματιών. Ελάχιστα χρήματα έπιασαν τόπο, τα περισσότερα εγχειρήματα ακολουθήθηκαν από χρεωκοπίες σε ελάχιστα έτη (επιβάρυναν και αυτές το κοινωνικό σύνολο) και τα περισσότερα χρήματα πήγαν στην αγορά μηχανημάτων ξένων εταιρειών. Οι αποτυχίες και άκοπες δαπάνες αυτές θα είχαν διαφορετικό αποτέλεσμα εάν είχε μελετηθεί και υπήρχε η γνώση για το πόσα π.χ. πρατήρια άρτου ή ψιλικατζίδικα είναι κερδοφόρα ή αντέχει μία περιοχή. Ακόμα περισσότερο, εάν είχαν μελετηθεί και υπάρξει προτάσεις για το ποιες δραστηριότητες μπορεί να ήταν κερδοφόρες και σε ποιες περιοχές. Αγνοεί ο νέος μικροεπιχειρηματίας και δεν έχει πρόσβαση στην «γνώση» του ποιες είναι οι κύριες ανάγκες της επιχείρησής του, του προϋπολογισμού των αναγκών της, του υπολογισμού των τιμών πώλησης κ.ο.κ. .
       Θα μπορούσε κανείς να σκεφθεί μια ατελείωτη σειρά από ζητήματα και θέματα, προσωπικού, κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα, όπου η γνώση απουσιάζει από την κοινωνία και ταυτόχρονα απουσιάζουν και οι ορθολογικές πολιτικές λύσεις. Πιο λιγότερο χρονοβόρο να σκεφθεί κάποιος που υπάρχουν οι μελέτες και οι λύσεις, που υπάρχει η γνώση.
       Γενικεύοντας,  η ελληνική κοινωνία και ο Ελληνας, ζούν και οδεύουν στο άγνωστο, πειραματιζόμενοι και εισπράττοντας τις συνέπειες.
       Πέρα από τις εκτιμήσεις μου, εάν το τεράστιο έλλειμμα γνώσης αποτελεί συνειδητή επιλογή κάποιων προσώπων και μηχανισμών, και πέρα από τις προσωπικές ατομικές αρνητικές συνέπειες που προπεριέγραψα, το αποτέλεσμα του ελλείμματος γνώσης είναι ευρύτερα κοινωνικό και εθνικό και καθιστούν την χώρα μας ουραγό ακόμα και σε τομείς που θα μπορούσε να έχει ατομικό, κοινωνικό και οικονομικό πλεονέκτημα.
       Η δημιουργία δεδομένων γνώσης και η ελεύθερη πρόσβαση σε αυτά θα μπορούσε να ανατρέψει άρδην τα πράγματα σε προσωπικό, κοινωνικό και εθνικό επίπεδο. Οσα αρνητικά περιγράφηκαν πιο πάνω, θα μπορούσαν να μετατραπούν σε θετικά. Τα δε θετικά είναι αυτονόητα σε όποιον αφιερώσει λίγα λεπτά σκέψης και προβληματισμού.
       Πολιτικά, προσωπικά και κοινωνικά, η γνώση δύναται να παίξει τον ρόλο της, ώστε να δημιουργηθεί μια κοινωνία ελευθέρων από εξαρτήσεις, ισότιμων ανθρώπων, μια πολιτεία και κοινωνία δημοκρατική και σοσιαλιστική, μέσα από την προσωπική και κοινωνική αυτάρκεια και ευδαιμονία (πνευματική και υλική).
            
Ε. ΠΩΣ ΘΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ: Η ΠΡΟΤΑΣΗ.
       Η παραγωγή ελεύθερα προσβάσιμης γνώσης, υπό το υπάρχον διεθνές και ημεδαπό πολιτικό και νομικό πλαίσιο, δεν θα μπορούσε να είναι αντικείμενο παρά μόνο κρατικής δραστηριότητας, αφού μόνο το κράτος[3] εξ ορισμού ενεργεί και το κοινό, ελεύθερα προσβάσιμο αγαθό της γνώσης. Θα ήταν αστείο και άτοπο να θεωρήσει κανείς ότι η «κρατική μηχανή» θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε μία τέτοια αναγκαιότητα, να παράγει και να προσφέρει γνώση. Αλλωστε οι κρατικοί μηχανισμοί στην Ελλάδα δεν είναι σχεδιασμένοι για τέτοιες λειτουργίες, αλλά είναι συνήθως προορισμένοι για ελέγχους και κυρώσεις επιβεβαίωσης της κρατικής εξουσίας .
       Η δημιουργία «γνώσης» έχει επίσης ένα τεράστιο κόστος, είτε αυτό είναι αντικείμενο της κρατικής μέριμνας είτε της ιδιωτικής και αυτό συμβαίνει σε όλες τις χώρες του καπιταλιστικού πλανήτη.
       Το ζητούμενο παραμένει πως θα καταφέρουμε να δημιουργήσουμε τεράστια «γνώση» ελεύθερα προσβάσιμη, χωρίς να υπάρχει το τεράστιο κόστος που συνεπάγεται αυτή ;
       Η λύση που προτείνω και πιστεύω ότι πρέπει να εφαρμοστεί έχει να κάνει με το δημόσιο σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρχεται να προσδώσει αξία και σημασία στο ίδιο, αλλά και στους νέους της χώρας.
          Το τριτοβάθμιο εκπαιδευτικό σύστημα και η ψυχή του, οι φοιτητές, ταλανίζονται από ένα καθηγητικό κατεστημένο (το ίδιο το σύστημα είναι «καθηγητοκεντρικό»), που αρνείται να παράγει, λειτουργεί πολλές φορές εξουσιαστικά και αυταρχικά (αντί να λειτουργεί ακαδημαϊκά και εκπαιδευτικά) και εκμεταλλεύεται πολύπλευρα την ανάγκη των νέων να ενταχθούν στο οικονομικό μοντέλλο – σύστημα. Οι φοιτητές ταλαιπωρούνται από όλα τα ανωτέρω και από την αποστήθιση παρωχημένων γνώσεων. Δεν έχουν δε, την δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας σε σχέση με το γνωστικό τους αντικείμενο, το οποίο και είναι στις πλείονες των περιπτώσεων ξεκομμένο και με την κοινωνική και επαγγελματική τους πραγματικότητα. Στο ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα αναπαράγεται επίσης, ο άκρατος ατομισμός και θεοποιείται το ατομικό συμφέρον. Είναι βέβαια και αυτά προβλήματα που μπορούν μέσα από την πρόταση που ακολουθεί να βρουν ουσιαστική λύση.
Η πρόταση – λύση για την δημιουργία σε ελάχιστο χρόνο τεράστιου όγκου ελεύθερα προσβάσιμης γνώσης:
      
Επί σειρά ετών οι φοιτητές και οι φοιτήτριες μας αναγκάζονται να δίνουν εξετάσεις πάνω σε βιβλία γραμμένα ακόμα και δεκαετίες πριν, αναγκάζονται να λειτουργούν ως υποκείμενα στείρου αναμασήματος και αναπαραγωγής θέσεων και απόψεων διαφόρων “αυθεντιών”, εξεταζόμενοι στην πιστή αποστήθιση των “ιερών” κειμένων. Αντί  λοιπόν να δεσμεύουν την παραγωγικότητα, την φαντασία τους ακόμα και τις δυνατότητες γνώσης σύγχρονων επιστημονικών γνώσεων, δίνοντας τέτοιου είδους εξετάσεις, οι φοιτήτριες και οι φοιτητές μας, οι σπουδαστές και οι σπουδάστριές μας, θα μπορούσαν αυτοί να δημιουργήσουν τις μελέτες και να παράγουν την γνώση που έχει ανάγκη η χώρα μας, δίνοντας ουσιαστικό κοινωνικό ρόλο και στους καθηγητές τους, αλλά και στην εκπαίδευση γενικότερα.
       Στο πλαίσιο αυτό και σε αντικατάσταση του στείρου αναχρονιστικού θεσμού των εξετάσεων κάθε σχολή και τμήμα με φοιτητές και φοιτήτριες διαιρεμένους σε θεματικές ομάδες, θα πρέπει να μελετά και να καταλήγει σε πόρισμα – πρόταση για συγκεκριμένα θέματα. Αυτό είτε ολικά για κάθε έτος με θεματολογία που θα προϋποθέτει την σαφή γνώση των μαθημάτων του ετήσιου κύκλου σπουδών, είτε – και τούτο είναι η γνώμη μου – από τελειόφοιτους φοιτητές από το εξεταστικό αντικείμενο των οποίων θα αφαιρείται σεβαστός αριθμός μαθημάτων, τα οποία θα σχετίζονται με την διενεργούμενη μελέτη.    
Για παράδειγμα ας πάρουμε ένα γεωργικό προϊόν: την πατάτα. Η γεωπονική σχολή θα πρέπει να μελετήσει και να δώσει προτάσεις για τις εδαφικές ανάγκες, τις ποικιλίες ανά είδος εδαφών, την ορθή καλλιέργεια και συγκομιδή (και σειρά άλλα θέματα τα οποία άπτονται του επιστημονικού της αντικειμένου), η γεωλογική σχολή θα πρέπει να μελετήσει τα καλλιεργήσιμα εδάφη και την σύστασή του σε στοιχεία, οι οικονομικές και εμπορικές σχολές θα πρέπει να μελετήσουν το κόστος παραγωγής και να προτείνουν την τιμή πώλησης του παραγόμενου προϊόντος, τις δυνατότητες ή μη πώλησης του προϊόντος αυτού, τις διεθνείς οικονομικές συνθήκες, που μπορεί να εξαχθεί το προϊόν και υπό ποία μορφή, τον ανταγωνισμό ίσως από τρίτες χώρες και εάν μπορεί το προϊόν να καταστεί αποδοτικό και υπό ποίους όρους, οι βιομηχανικές σχολές, οι σχολές χημικών μηχανικών και χημικών τροφίμων, οι νομικές σχολές, ακόμα και οι σχολές σχεδιασμού του προϊόντος (design) που τόσο λείπουν από την χώρα και πρέπει να δημιουργηθούν άμεσα. Ολοι μπορούν και έχουν να βάλλουν ένα λιθαράκι στην διαδικασία μελέτης και τούτο μπορεί και πρέπει να γίνει σε κάθε τομέα, από την αγροτική οικονομία και την βιομηχανία μέχρι την προσέγγιση κοινωνικών θεμάτων[4] (π.χ. τις επιπτώσεις της ανεργίας) και τον πολιτισμό και μάλιστα και αναγκαία με την πρόταση λύσεων και νέων ιδεών. Ολη αυτή η εργασία και προσπάθεια της νεολαίας μας, ανά πανεπιστήμιο και ανά έτος θα συγκεντρώνεται και θα τυπώνεται με δαπάνες του κράτους, πωλούμενη σε τιμή η οποία να καλύπτει τις δαπάνες έκδοσης και να αφήνει και ένα μικρό ποσό για την χρηματοδότηση των πανεπιστημίων, ενώ παράλληλα οι κρινόμενες ως καλύτερες μελέτες, πλέον την επιβράβευσης της προαγωγής των φοιτητών θα βραβεύονται από το κράτος και θα χορηγούνται υποτροφίες για μεταπτυχιακές σπουδές.
Αντίστοιχα θα δημιουργείται και ηλεκτρονική βάση δεδομένων, προσβάσιμη ελεύθερα με μία συμβολική εφάπαξ συνδρομή. 
 Με τον τρόπο αυτό και μόνο μπορούμε όλοι οι Ελληνες να αποκτήσουμε  – και μάλιστα  με ελάχιστο κόστος – γνώση και συγκεντρωμένες εξειδικευμένες μελέτες για κάθε ατομικό, κοινωνικό και παραγωγικό ζητούμενο, με βάση την κοινοκτημοσύνη της γνώσης.
       Μέσα από τα πάμπολλα οφέλη της διαδικασίας αυτής για την Ελληνική κοινωνία και τις άπειρες θετικές εκφάνσεις της, θα πρέπει να επισημάνω ότι σε κάθε περίπτωση η διαδικασία αυτή θα δημιουργήσει μία νεολαία δημιουργική και χειραφετημένη κοινωνικά έτοιμη να προοδεύσει και να δημιουργήσει, εργαζόμενη και ομαδικά, με βάση τα στοιχεία που συνθέτουν το μεγαλείο της ελληνικής σκέψης, την φαντασία, την ανάλυση και την σύνθεση, την δημιουργία και την ελεύθερη σκέψη και στοχασμό.       
      
                                                             Δημήτρης Καραμήτσας                                                        
                                                      

[1]

Τον όρο σοσιαλιστές και σοσιαλισμός χρησιμοποιώ με την ευρεία φιλοσοφική πολιτική έννοια. Εντάσσονται σε αυτό όλα τα «αριστερά» κόμματα και κινήματα από τον αναρχισμό έως την σοσιαλδημοκρατία, αφού έχουν θεωρητικά το αυτό ατομικό και κοινωνικό ζητούμενο. 

[2]

Κάποιες προτάσεις μου θα τεθούν με νέο κείμενο

[3]

Αντίθετα οι ιδιώτες λειτουργούν εξ ορισμού για το ατομικό συμφέρον δεσμεύοντας για τους εαυτούς τους την «γνώση».

[4]

Για παράδειγμα οι σχολές κοινωνιολογίας ας χτυπήσουν τις κλειστές πόρτες των κατοίκων του Περάματος για να διαπιστωθεί πως η ανεργία και η ανασφάλεια δημιουργεί διαλυμένες οικογένειες, αλκοολικούς, ναρκομανείς …

Blog στο WordPress.com.